Ένα υπερβολικά θερμό (θεατρικά) καλοκαίρι -Κριτική από τη Ματίνα Καλτάκη - iefimerida.gr

Ένα υπερβολικά θερμό (θεατρικά) καλοκαίρι -Κριτική από τη Ματίνα Καλτάκη

«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ
«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ
ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Καθώς η θερινή σεζόν βαίνει στο τέλος της και οι παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου ολοκληρώνουν την περιοδεία τους, είναι καλή στιγμή να εξετάσουμε ψύχραιμα μερικά σημεία ως προς παραστάσεις και κριτικές που προκάλεσαν έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για κάποιες από τις παραστάσεις που παρουσιάστηκαν φέτος στην Επίδαυρο - κυρίως για τους «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου και την «Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ. Μαζική ήταν η αποχώρηση από την πρώτη, λίγοι και διακριτικοί ήταν οι θεατές που αποχώρησαν από την δεύτερη. Με την συμβολή του μεγεθυντικού φακού των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και των κοινωνικών δικτύων, κάτι που έχει συμβεί αρκετές φορές κατά το παρελθόν (μία παράσταση να μην αρέσει σε μεγάλο μέρος των θεατών, κάποιοι εκ των οποίων αποχωρούν) πήρε εντυπωσιακή διάσταση, με λεκτικά κονταροχτυπήματα από σχετικούς και ασχέτους.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για κάποιες παραστάσεις

Τώρα που τα πάθη καταλάγιασαν ίσως έχει νόημα να δούμε κάποιες πτυχές του πολύπαθου ζητήματος «Φεστιβάλ Επιδαύρου».

Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Το μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου χωράει πολλές χιλιάδες θεατών. Αρκετοί είναι ξένοι που παραθερίζουν. Από τους γηγενείς, πολλοί δεν ανήκουν στο κοινό των δεδηλωμένων θεατρόφιλων της πρωτεύουσας. Κάποιοι μάλιστα συνδυάζουν την παράσταση με ένα σαββατοκύριακο στα πανέμορφα μέρη της Αργολίδας (το έχουμε κάνει όλοι). Δεν είναι, δηλαδή, εξοικειωμένοι με τις κάθε είδους εικονοκλαστικές/προκλητικές σκηνικές προτάσεις που βλέπουμε την χειμερινή σεζόν στην Αθήνα και πιθανότατα αδιαφορούν για την ανοιχτή συζήτηση περί «ζωντανού θεάτρου», που τολμά να αντιτίθεται στις συμβάσεις, στον εφησυχασμό, στο γούστο της πλειονότητας, στο «κλασικό» και προβλέψιμο.

Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για κάποιες από τις παραστάσεις που παρουσιάστηκαν φέτος στην Επίδαυρο - κυρίως για τους «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου
Πολλά ειπώθηκαν και γράφτηκαν για κάποιες από τις παραστάσεις που παρουσιάστηκαν φέτος στην Επίδαυρο - κυρίως για τους «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου

Επιπλέον, το Φεστιβάλ Επιδαύρου στα σχεδόν 70 χρόνια του έχει σφραγίσει την πολιτιστική ιστορία μας κι έχει βαθιές, συνειδητές και ασύνειδες ρίζες στην κουλτούρα μας. Ο χώρος (το αρχαίο θέατρο) και η ιστορικότητα του θεσμού διαμορφώνουν de facto ένα πλαίσιο, μία συνθήκη, που οφείλουν να υπολογίζουν όσοι συμμετέχουν στο πρόγραμμά του. Αλλά η ανάγκη συνέχειας επουδενί σημαίνει οπισθοχώρηση σε τρόπους περασμένων εποχών - κι ο σεβασμός για ό,τι προηγήθηκε δεν σημαίνει συμβιβασμό και υποδούλωση στην «παράδοση».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το αναφέρω γιατί, μεταξύ άλλων πολεμικών πυροτεχνημάτων, διάβασα σε σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα ότι όσοι αντέδρασαν στους «Σφήκες» και στην «Μήδεια» νοσταλγούν παραστάσεις με χλαμύδες και σανδάλια. Ανοησίες βαθέος επαρχιωτισμού! Όσοι τις υποστηρίζουν προφανώς ξεχνούν ή αγνοούν ότι η εποχή του Ροντήρη και του Μινωτή έχει παρέλθει προ πολλού και ότι εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες δεν έχουμε, και ούτε κανείς επιθυμεί (να), δει αρχαιοπρεπείς παραστάσεις στην Επίδαυρο.

«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ
«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ

Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι οι καλλιτέχνες οφείλουν, όταν συμμετέχουν στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ, να εργαστούν με διευρυμένο ορίζοντα, πέρα απ’ ό,τι ορίζει το αίτημα για προσωπική καλλιτεχνική έκφραση. Το θέατρο δεν είναι γκαλερί και οι σκηνοθέτες που απευθύνονται στο ευρύ κοινό του μεγάλου αρχαίου θεάτρου θα ’πρεπε να προσέρχονται με αγαπητική διάθεση και ταπεινότητα, επιδιώκοντας να γοητεύσουν με την παράστασή τους τους θεατές, να τους συγκινήσουν, επιβεβαιώνοντας την σημασία της τέχνης τους εκτός του μικρόκοσμου τους, φωτίζοντας μέσω αυτής κρίσιμα κεφάλαια της ανθρώπινης εμπειρίας, ρίχνοντας γέφυρες προς τους ηλικιακά νεότερους και μυώντας τους σε αξίες που μοιάζουν χαμένες. Τώρα, που τις χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ!

Κάποιοι σκηνοθέτες υποστηρίζουν, πατώντας σε statement σπουδαίων δημιουργών του παρελθόντος, ότι δεν αρκεί μόνον ο δημιουργός να «κατεβαίνει» στο επίπεδο του κοινού, πρέπει και το κοινό να προσπαθεί να «ανεβεί» στο επίπεδο του καλλιτέχνη –είχα ακούσει κάποτε τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο να το λέει και συμφώνησα χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί αναγνώριζα το μέγεθος και την αξία του έργου του. Αλλά πόσοι σκηνόθετες είναι αντίστοιχου καλλιτεχνικού εκτοπίσματος, ώστε να έχουν από τους θεατές τέτοια απαίτηση;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πώς δικαιολογείται η αλαζονεία κάποιων εξ αυτών και τα υποτιμητικά τους σχόλια προς τους θεατές; Από πού αντλεί το δικαίωμα η Λένα Κιτσοπούλου να κακοποιεί, στο όνομα υποτίθεται της «αντισυμβατικής» αλήθειας της, μεγάλο μέρος των θεατών; Από το ίδιο το Φεστιβάλ και το Εθνικό Θέατρο, είπε ή ίδια, που την επέλεξε (δεν είναι έτσι αλλά ας δεχθούμε ότι η ευθύνη μοιράζεται). Όμως, άλλο Επίδαυρος, άλλο Στέγη – στα κλειστά θέατρα της Αθήνας ας παρουσιάζει ό,τι της κάνει κέφι. Στην Επίδαυρο η συνθήκη δεν σηκώνει εκ του ασφαλούς ευκολίες και ψευδοπρωτοπορία. Και για έναν επιπλέον λόγο: οι θεατές αφιερώνουν χρόνο και πληρώνουν ακριβό εισιτήριο (συν τα έξοδα μετακίνησης) για να δουν παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο.

Ένα άλλο ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι αν δικαιολογούνται οι διευθυντές των δύο κρατικών σκηνών να λειτουργούν με όρους ιδιώτη παραγωγού (η Κιτσοπούλου προκαλεί, συζητείται, «πουλάει»); Και τι να πει κανείς στον Χρήστο Σουγάρη, αναπληρωτή διευθυντή του ΚΘΒΕ, ο οποίος σε πρόσφατη συνέντευξή του όχι μόνον επιτέθηκε στους κριτικούς, όπως δεν αρμόζει στην θεσμική του θέση, αλλά υποστήριξε τους «Σφήκες» λέγοντας ότι «Καμιά φορά μπορεί αυτά τα οποία ακούμε να είναι τόσο δυσάρεστα διότι φανερώνουν το ποιο πραγματικά είμαστε ως κοινωνία»! Δηλαδή περιμένουμε την παράσταση της (όποιας) Κιτσοπούλου για να μάθουμε ποια είναι η ελληνική κοινωνία; Δεν περνάει από το μυαλό του κ. Σουγάρη ή του Αντώνη Τσιοτσιοπουλου (ηθοποιού και συγγραφέα που έγραψε στον τοίχο του στο FB «Α! Και κάτω τα χέρια από την τέχνη, ξέρουμε πού μένετε…»!) ότι η δυσαρέσκεια οφείλεται στο συγκεκριμένο πολύ κακό σκηνικό αποτέλεσμα και ότι οι αποχωρήσεις και οι αρνητικές κριτικές αποτελούν φυσιολογική, απολύτως υγιή και σεβαστή, αντίδραση, που δεν είναι άγνωστη και σε άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα και φεστιβάλ;

«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ
«Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γνωρίζω το αντεπιχείρημα: ποιος ορίζει τι είναι καλό και κακό στην τέχνη; Αλλά κοινό και κριτικοί έχουμε δει πολύ θέατρο (ελληνικό και ξένο) και είμαστε σε θέση να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι. Άλλωστε στις πολύ κακές και στις πολύ καλές παραστάσεις η «υποκειμενικότητα» της άποψης τείνει να είναι απολύτως αντικειμενική. Προκλητική ήταν η «Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ (με τα πλαστικά μπουκάλια στην ορχήστρα του αρχαίου μνημείου) αλλά ήταν μια σπουδαία παράσταση γιατί σε κάθε στοιχείο της διέκρινες γνώση και αγάπη για την αρχαία τραγωδία, στιβαρή άποψη και σκληρή δουλειά. Κι ας αποχώρησαν κάποιοι.
Μόνη της η πρόκληση δεν αρκεί για να αναγνωριστεί μία παράσταση ως καλλιτεχνικό έργο.

Στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» ο Ρομέο Καστελούτσι, ο οποίος παρουσιάζει την εξαιρετική περφόρμανς «Μυστήριο 11 Μα» στον αρχαιολογικό χώρο Ελευσίνας, είπε: «Μισώ την πρόκληση. Βρίσκεται παντού γύρω μας· στην τηλεόραση, στην πολιτική. Ειδικά στην τέχνη είναι στενάχωρη. Επίσης, το να μπορείς να προβοκάρεις σημαίνει ότι έχεις εξουσία. Αντίθετα, όταν εγώ προσβάλω, είμαι ο πρώτος που θα δεχτώ την προσβολή πίσω. Ως γροθιά στο πρόσωπό μου». Ο ίδιος έχει πει, ακόμη, ότι η κριτική είναι εγγενές συστατικό της γλώσσας του θεάτρου. Πράγματι, στην σκηνή κρίνεται, με μοναδικό, μαγικό τρόπο, η ατομική και η συλλογική εμπειρία. Όσοι από την καλλιτεχνική κοινότητα βάλλουν κατά της κριτικής (της αρνητικής, εννοείται –η θετική είναι πάντα καλοδεχούμενη), επιτίθενται ενάντια σε ένα βασικό και πολύτιμο χαρακτηριστικό της ίδιας της τέχνης τους.

Πάντως αυτό που επιβεβαιώνουν τόσο η μεγάλη προσέλευση του κοινού στις (περισσότερες) παραστάσεις του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου, όσο και οι έντονες αντιπαραθέσεις περί του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, είναι πολύ αισιόδοξο. Δείχνουν πόσο ζωντανή είναι η σχέση μας με το θέατρο και, εν τέλει, το ενδιαφέρον μας για το θέατρο των αρχαίων τραγικών – παρά τις, ενίοτε ανελέητες, επιθετικές προς τα πρωτότυπα έργα, «διασκευές» τους. Γι’ αυτό και περιμένουμε από την διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου (καταρχάς) και των κρατικών σκηνών, να ξαναδούν με μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης προς το κοινό τα κριτήρια βάσει των οποίων επιλέγουν παραστάσεις και συντελεστές.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ