fbpx Η πυκνή ζωή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη -Ο διανοούμενος της Πατριάρχου Ιωακείμ | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
EΦΥΓΕ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 98 ΕΤΩΝ

Η πυκνή ζωή του ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη -Ο διανοούμενος της Πατριάρχου Ιωακείμ

O ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης
13|09|2019 | 17:04
O ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης

Εζησε συναρπαστικά και πυκνά: από τη Λωζάνη και την Πατριάρχου Ιωακείμ, σε Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, πλάι σε Σεφέρη, Ελύτη, Ελιοτ, Μπρετόν. Ο Νάνος Βαλαωρίτης «απαρνήθηκε» την προνομιούχο ζωή του μεγαλοαστού και πάλεψε με θεούς και δαίμονες, εξεγέρθηκε με την ποίησή του, στήριξε τους Οικολόγους, σφυροκόπησε τη Χρυσή Αυγή.

Εγινα Αριστερός, έλεγε ο Νάνος Βαλαωρίτης, ως αντίδραση στην οικογένειά του που ήταν βασιλική -όλοι εκτός από τον πατέρα του. Ενας αστός, γεννημένος στη Λωζάνη της Ελβετίας όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδος, ο Νάνος (Ιωάννης) έσβησε το βράδυ της Πέμπτης στην οικογενειακή οικία, στην Πατριάρχου Ιωακείμ, στο Κολωνάκι.

Υπήρξε διανοούμενος όχι ως πόζα ή στάση ζωής ή χάρη σε ένα χάρισμα, αλλά με ριζωμένες γνώσεις, εξαιρετικές σπουδές και διαρκή επαφή με τον ανθό των γραμμάτων και των τεχνών όπου έζησε. Ενας προνομιούχος της ζωής που επέλεξε όμως να ζήσει ως άνθρωπος του αγώνα, του περιθωρίου, της αμφισβήτησης, της διαρκούς εξέγερσης -ακόμα και όταν κάποια στιγμή στο Λονδίνο, ανάμεσα στα άλλα του έστειλε η μητέρα του ένα διαμάντι να πουλήσει για να επιβιώσει.

Με το i-pad στο χέρι ανάμεσα σε βουνά βιβλίων

Η φιγούρα του, με τα μακριά λευκά μαλλιά και τα μακριά γένια, την κυρτωμένη πλάτη, ένα κασκόλ πάνω από την μπλούζα, το κεφάλι μόλις να ξεπροβάλλει ανάμεσα σε βουνά βιβλίων, είναι οικεία, είναι αμετακίνητη στο μυαλό όσων τον γνώρισαν και βρέθηκαν σπίτι του. Στην Πατριάρχου Ιωακείμ απ’ όπου δεν έβγαινε πλέον τα τελευταία χρόνια. Ηταν, θα μου πείτε, εξάλλου 98 χρονών. Και όμως έγραφε διαρκώς, έγραφε ως το τέλος και παρακολουθούσε την επικαιρότητα διαρκώς μέσω του i pad του -αρνητής του hard copy ήταν συνδρομητής ηλεκτρονικά στις εφημερίδες και στα διεθνή έντυπα που τον ενδιέφεραν. Μάλιστα πληροφορίες του iefimerida.gr αναφέρουν ότι μαζί με τον εκδότη του κύριο Ψυχογιό ετοίμαζαν μία νέα έκδοση και ήταν σε διαρκή επικοινωνία.

Η ενασχόληση του με την ποίηση θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι ήταν γονιδιακή αφού παππούς του ήταν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ο ίδιος όμως ο Νάνος ήταν σαφής: όταν στα 14 του χρόνια διάβασε για πρώτη φορά Καβάφη, συγκλονίστηκε και ακαριαία ένιωσε την ανάγκη να γράψει. Τέσσερα χρόνια αργότερα δημοσιεύθηκε το πρώτο του κείμενο, στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» και το όνομα Βαλαωρίτης εισέβαλλε ξανά δυναμικά στην ελληνική δημιουργία. Ο Καβάφης αλλά και ο Ομηρος έγιναν οι αναφορές του, οι «σπαζοκεφαλιές» του, τα μαθηματικά που έπρεπε να λύσει. Θαμπώθηκε με τον χειρισμό της γλώσσας, με την γεωμετρία της ποίησή τους, τα τοπία που μετέφεραν. Η δική του θεματική είχε όμως από την αρχή σχέση με την επανάσταση, τη διαρκή εξέγερση, τον ανθρωπισμό. Iσως εξαιτίας της αντίδρασης στην οικογένεια της μητέρας του Ζωής, κόρη Φαναριώτη Πρίγκιπα. Ισως επειδή το αίσθημα του δικαίου, όταν έξω λυσσομανούσαν εθνικές κρίσεις, τον έπνιγε.

Mε τη σύζυγό του Μαρί

Οι ιδανικές ερωμένες, ο Μπρετόν, ο Τόμας, η Μαρί

Ο Βαλαωρίτης είχε το χάρισμα να γοητεύει τους μεγάλους των γραμμάτων και των τεχνών. Ηδη από παιδί, έγινε δεκτός με θέρμη στους κύκλους τους. Είτε ήταν ο Ελύτης, ο Κατσίμπαλης, ο Γκάτσος στον Λουμίδη, είτε ο Ελιοτ και ο Ντίλαν Τόμας στο Λονδίνο (με τον δεύτερο εργάζονταν μαζί στο BBC, ο Βαλαωρίτης έπαιζε ρόλους ξένων στα ραδιοφωνικά σίριαλ), είτε ο Αντρέ Μπρετόν στο Παρίσι («ήταν επιβλητικός σαν λιοντάρι και δύσπιστος ο Μπρετόν»). Η τελευταία γνωριμία έγινε χάρη στην σύζυγό του, την Καλιφορνέζα ζωγράφο Μαρί Γουίλσον -έλεγε ότι οι καλύτερες ερωμένες που είχε στη ζωή του ήταν αμερικανίδες. Η Μαρί έφυγε από τη ζωή το 2017, ενώ απόκτησε με τον Νάνο τρία παιδιά, τον Ντίνο, την Ζωή που είναι ζωγράφος και την Κατερίνα που είναι ποιήτρια.

Η επιστολή στον Σαμαρά με «μεσολαβητή» τον Ελύτη

Η διαδρομή του στη ζωή και κυρίως στην ποίηση, την συγγραφή δοκιμίων και μυθιστορημάτων, ακόμα και στην τέχνη αφού αγαπούσε να ζωγραφίζει, είναι γνωστή. Αρνήθηκε να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, παραλάμβανε τα βραβεία που του δίνονταν με έναν τρόπο συγκαταβατικό. Χαμογελούσαν όμως τα μάτια του και ανασηκώνονταν τα φρύδια του περήφανα όταν διαβεβαίωνε ότι τον αναγνωρίζουν στην Αθήνα, στον δρόμο, οι ταξιτζήδες, περαστικοί. Ανθρωποι που δεν θα περίμενε κανείς ότι είναι αναγνώστες της ποίησης.

Το 2013 έγινε σχεδόν πρωτοσέλιδο χάρη σε ένα κείμενό του: στην επιστολή που έστειλε στον τότε Πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά εκφράζοντας την ανησυχία του για την δράση της Χρυσής Αυγής. Εγραψε μέσω μιας ιδιαίτερης απεύθυνσης, αφού από τις πρώτες γραμμές συνέδεσε αμέσως τον Πρωθυπουργό με τον συγγενή του Οδυσσέα Ελύτη για να δημιουργήσει έναν δεσμό και μια συνομιλία πάνω από την ίδια την πολιτική. «Τι θα σκεπτόταν ο κοινός μας φίλος και συγγενής σας Οδυσσέας αν έβλεπε αυτή την κατάσταση στην πόλη όπου του άρεσε να κάνει βόλτες τη νύχτα με φίλους συζητώντας, όπως το κάναμε τόσο συχνά, να πρέπει τώρα να φυλάγεται όχι από κοινούς κακοποιούς αλλά από φανατικές μαυροφορεμένες ομάδες νεοναζιστών εισαγόμενων συμβολικά και ουσιαστικά από την Γερμανία» σημείωνε μεταξύ άλλων.

Οχι άλλες κραυγές στο χαρτί

Θεωρούσε θλιβερό τον θάνατο αλλά ακόμα πιο «θλιβερή την ιδέα του να ζεις για πάντα». Λαχταρούσε την παρέα των νέων παιδιών, ήταν εξαιρετικά δραστήριος χρήστης των social media σε διαρκή επικοινωνία με το κοινό. Και η συμβουλή που είχε να δώσει σε όσους επιθυμούν να γράψουν, όπως την διατύπωση στο eranistis.net; «Να μην αποτυπώνουν κάτι τη στιγμή που συμβαίνει. Χάνουν τη στιγμή και καταστρέφουν το αφήγημα. Το συναίσθημα είναι πολύ έντονο και οι λέξεις δεν μιλάνε στον άλλο, αλλά στον εαυτό τους. Είναι μόνο κραυγές στο χαρτί. Το 90% όσων γράφουν, αυτό παθαίνουν». Και για όσους δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, όταν σιγοτραγουδούν το «ποια θάλασσα ποια θάλασσα θα 'ναι αρκετά μεγάλη gια να χωρέσει τον καημό που μάζεψ' η ψυχή;» του Χρήστου Θηβαίου, τις λέξεις του Βαλαωρίτη απηχούν.

ΣΧΟΛΙΑ