Ο ΝΕΟΝ ολοκληρώνει την αποστολή του σε μια στιγμή που το κοινό που διαμόρφωσε παραμένει διψασμένο και εξακολουθεί να έχει ανάγκη την επικράτεια που δημιούργησε ο οργανισμός του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, με την Ελίνα Κουντούρη στη διεύθυνση.
Η είδηση ότι ο οργανισμός Πολιτισμού και Ανάπτυξης ΝΕΟΝ ολοκληρώνει τον κύκλο του, ουσιαστικά την ίδια του την αποστολή, είναι στον πυρήνα της μια είδηση βαθιά πολιτική. Μια είδηση που προκαλεί σοκ, μαζί με μια αίσθηση ανασφάλειας για όσους συνδέθηκαν με τη σύγχρονη τέχνη όχι μόνο αισθητικά, αλλά πρωτίστος συναισθηματικά και πνευματικά.
Σε μια εποχή όπου ακόμη τίθεται το ερώτημα «είναι αυτό τέχνη;», σε μια περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων όπου επανέρχονται με επιμονή ερωτήματα για τον ρόλο των καλλιτεχνών, για τη θεραπευτική ή την ακτιβιστική δύναμη της τέχνης, ο ΝΕΟΝ δεν έμεινε στην διατύπωση ερωτημάτων και στις θεωρητικές αναμοχλεύσεις.
Πραγματοποίησε από το 2012 μια από τις πιο ήσυχες και ταυτόχρονα πιο ριζοσπαστικές επαναστάσεις που γνώρισε η σύγχρονη τέχνη τα τελευταία χρόνια. Μια μετατόπιση που δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα, αλλά δημιούργησε ένα διεθνές σημείο αναφοράς.
Το περιγράφει με σαφήνεια η Ελίνα Κουντούρη, διευθύντρια και επιμελήτρια του μεγαλύτερου όγκου εκθέσεων του ΝΕΟΝ: «Μέσα από τον καλλιτεχνικό μου προγραμματισμό ήθελα να δημιουργήσω ένα πολιτιστικό κίνημα και μια αίσθηση αλληλεγγύης που να ενεργοποιεί διαφορετικές πτυχές της κοινωνίας: τους καλλιτέχνες, τον συντηρητικό χώρο εκείνων που διαφυλάσσουν την κληρονομιά, και το ευρύτερο κοινό. Να ενώσω δυνάμεις σε μια ευρεία συζήτηση και εξερεύνηση νέων χώρων συνύπαρξης, νέων ιδεών, αμοιβαίου σεβασμού, συμπόνιας και φροντίδας μέσα από το μέσον της σύγχρονης τέχνης».
«Στόχος μου ήταν να δώσω την ευκαιρία στο ευρύ κοινό να συνδεθεί με την σύγχρονη τέχνη και αυτό γιατί οδηγεί σε μια πίστη και σε μια ελπίδα» είπε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος. Και πρόσθεσε : «Το περιβάλλον στη δημιουργία του οποίου συνεισέφερε ο ΝΕΟΝ δεν μας χρειάζεται πλέον».
Ο ΝΕΟΝ κινήθηκε σε περιοχές όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε η καχυποψία. Συνεργάστηκε με αρχαιολογικές υπηρεσίες, άνοιξε διαλόγους που θεωρούνταν αδιανόητοι, έφερε κορυφαίους διεθνείς καλλιτέχνες μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους. Ταμπού και σνομπισμοί υποχώρησαν. Διαφορετικές γλώσσες άρχισαν να συνυπάρχουν.
Δημιουργήθηκε μια νέα εμπειρία συνεργασίας: πέτυχε 9 επιτυχείς αιτήσεις στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) για διοργάνωση εκθέσεων σύγχρονης τέχνης σε Αρχαία Αγορά Αθηνών, Ρωμαϊκή Αγορά Αθηνών, Μουσείο και Αρχαιολογικό Χώρο Κεραμεικού, Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών-Λόφος Νυμφών, Αρχαιολογικός Χώρο και Μουσείο Δήλου, Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, Ιερό Διονύσου Ελευθερέως - Νότια Κλιτύ Ακρόπολης Αθηνών, Λόφος Φιλοπάππου, Παλαιό Μουσείο Ακρόπολης. Επίσης είχε δύο επιτυχείς αιτήσεις στο Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) το 2017 αμφότερες για το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.
Αυτό που ακόμη και σήμερα περιγράφεται ως μέλλον στη σύγχρονη τέχνη και κυρίως στην κοινωνικοποίησή της, είχε ήδη συμβεί.
Στη Δήλο το 2019, πλησιάζοντας με το πλοιάριο, μια μορφή στεκόταν μέσα στη θάλασσα, σαν φύλακας ή σαν δισταγμός πριν την είσοδο. Ήταν μία από τις φιγούρες του σερ Άντονι Γκόρμλεϊ. Το νησί κατοικήθηκε ξανά με έναν τρόπο απρόσμενο.
2005/2015 | Ευγενική παραχώρηση οι καλλιτέχνες | NEON στην Γαλλική Σχολή Αθηνών |
Φωτογραφία © Νίκος Μάρκου
Στους κήπους της Γαλλικής Σχολής, στη Διδότου, οικογένειες, παιδιά, επισκέπτες, περαστικοί μπήκαν για πρώτη φορά σε έναν χώρο που δεν τους ανήκε. Ανέβηκαν πάνω στον «Hope Hippo», έπαιξαν, επέστρεψαν ξανά και ξανά. Η έκθεση «Terrapolis» έγινε σύγχρονη αστική εμπειρία.
Ο ΝΕΟΝ δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την ασφαλή απόσταση. Αναζήτησε την επαφή. Έργα που αγγίζονται, έργα που εκτίθενται στον δημόσιο χώρο, έργα που απομακρύνονται από την αποστειρωμένη λογική των λευκών κύβων και δοκιμάζονται μέσα στην καθημερινότητα.
Η πολιτική διάσταση αυτής της επιλογής είναι σαφής. Δημόσιος χώρος, πρόσβαση, κοινότητα, συμμετοχή. Ένα συνεχές άνοιγμα προς τον άλλον. Μια πρακτική που ενισχύει τη δημοκρατία χωρίς να την επικαλείται.
Ο ΝΕΟΝ έγραψε ένα μανιφέστο στην πράξη. Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος και η Ελίνα Κουντούρη δηλώνουν ότι αυτή η αποστολή ολοκληρώθηκε. Ότι ο κύκλος έκλεισε. «Δεν χρειάζεται πια να κάνουμε αυτά τα ίδια που κάναμε», είπε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, αλλά αυτή η φράση μοιάζει να μένει μεταίωρη.
Έρχεται σε μια στιγμή όπου η τριλογία του Μάικλ Ράκοβιτς κορυφώνεται με την επαναλειτουργία του Παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης. Ένα γεγονός που ήδη εγγράφεται ως ιστορικό για τον πολιτισμό της χώρας, πριν καν συμβεί. Η ένταση αυτής της συγκυρίας κάνει την απόφαση ακόμη πιο φορτισμένη.
Η ίδια αίσθηση είχε προηγηθεί και στο Καπνεργοστάσιο. Ένας χώρος 6.500 τετραγωνικών μέτρων μετατράπηκε σε τόπο πολιτισμού με διεθνείς αξιώσεις. Η επένδυση, η ενέργεια, η προσδοκία δημιούργησαν την αίσθηση μιας συνέχειας. Η επιστροφή του χώρου στη Βουλή άφησε ένα κενό που έγινε αισθητό.
Το ίδιο ερώτημα επιστρέφει σήμερα. Τι ακολουθεί. Ποιος ανοίγει τους επόμενους χώρους. Ποιος αναλαμβάνει τη σύνθετη εργασία της διαπραγμάτευσης με θεσμούς, αρχαιότητα, πόλη, κοινό. Ποιος επιμένει με την ίδια στρατηγική συνέπεια.
Η πολιτεία δεν έχει δείξει μέχρι σήμερα την ικανότητα να λειτουργήσει με αυτή την ευελιξία και ένταση. Οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες παραμένουν αποσπασματικές. Το οικοσύστημα που ενεργοποιήθηκε από τον ΝΕΟΝ δεν έχει ακόμη αποκτήσει έναν σαφή φορέα συνέχειας.
Το κοινό υπάρχει. Και είναι ίσως η πιο καθαρή απόδειξη του τι πέτυχε ο ΝΕΟΝ. «Το κοινό που μας ακολούθησε ξεπέρασε κάθε αρχική του επιφύλαξη, οικειοποιήθηκε τα έργα, κατέλαβε τον χώρο όπου αυτά παρουσιάσθηκαν», είπε η Ελίνα Κουντούρη. Η σύγχρονη τέχνη έγινε εμπειρία κοινή, μέσα σε χώρους της καθημερινότητας. Οι εκθέσεις απλώθηκαν σε 34 απρόβλεπτους χώρους, από τον υπαίθριο χώρο στάθμευσης στην οδό Ηπείρου και το κτίριο γραφείων στη Σοφοκλέους, ως το Αστεροσκοπείο, τα Κουφονήσια, την Αρχαία και τη Ρωμαϊκή Αγορά, την πρεσβευτική κατοικία στο Λονδίνο (34 τοποθεσίες).
Αυτό μένει. Μαζί με μια αίσθηση απώλειας που δεν είναι μόνο συναισθηματική. Είναι και πολιτική. Ένα μικρό πένθος για έναν τρόπο δράσης που δύσκολα θα αντικατασταθεί.
Η παρακαταθήκη είναι σαφής. Οι συνθήκες που δημιούργησε ο ΝΕΟΝ παραμένουν ενεργές. Οι σπόροι υπάρχουν. Το ερώτημα αφορά το ποιος και πώς θα τους καλλιεργήσει. Αν θα φέρουν νέους καρπούς ή αν θα μείνουμε να αναπολούμε και να λαχταρούμε όσα μας προσέφερε ο ΝΕΟΝ και η μοναδική ομάδα των ανθρώπων που εργάστηκε για αυτόν με αφοσίωση και ενθουσιασμό.