Ταξίδι στην Ασία από την Κέρκυρα: Η διευθύντρια του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης αφηγείται όσα δεν περιμένεις να ακούσεις - iefimerida.gr

Ταξίδι στην Ασία από την Κέρκυρα: Η διευθύντρια του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης αφηγείται όσα δεν περιμένεις να ακούσεις

Μουσειο ασιατικής τέχνης
Το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης στο Ανάκτορο Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου στην Κέρκυρα, ένας χώρος μοναδικής ομορφιάς και απρόσμενων εκθεμάτων

Πώς μπορεί ένα μουσείο στην Κέρκυρα να κρύβει τον πιο αινιγματικό Iάπωνα καλλιτέχνη, να αναδεικνύει τον Βούδα με ελληνιστικά χαρακτηριστικά και να προσφέρει στον επισκέπτη μια εμπειρία «σιωπηλού» διαλογισμού; Η διευθύντρια του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης Δέσποινα Ζερπινιώτη ξεναγεί το iefimerida.

Στην καρδιά της Κέρκυρας, εκεί όπου δεσπόζει το Ανάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου – το μοναδικό δείγμα βρετανικής αποικιακής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα – στεγάζεται ένα μουσείο που μοιάζει με γέφυρα ανάμεσα σε κόσμους. Το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης, ιδρυμένο το 1928 χάρη στη θρυλική δωρεά του διπλωμάτη και συλλέκτη Γρηγορίου Μάνου, παραμένει μέχρι σήμερα το μοναδικό μουσείο στην Ελλάδα αποκλειστικά αφιερωμένο στις τέχνες και τους πολιτισμούς της Ασίας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Με περισσότερα από 15.000 αντικείμενα, σπάνιες συλλογές από Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία, Σιάμ, Θιβέτ και Κεντρική Ασία, αλλά και διεθνή αναγνώριση, το Μουσείο έχει καταφέρει να μεταμορφωθεί σε έναν δυναμικό κόμβο πολιτισμικής συνάντησης. Όπως τονίζει η διευθύντρια Δέσποινα Ζερπινιώτη, «το όραμά μου ήταν να πάψει να μοιάζει με έναν ‘μακρινό’ ή ‘ξένο’ πολιτισμό και να γίνει ζωντανό κύτταρο της ντόπιας κοινωνίας – ένας χώρος οικείος, προσιτός, και ταυτόχρονα διεθνής».

Η διευθύντρια του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης Δέσποινα Ζερπινιώτη
Η διευθύντρια του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης Δέσποινα Ζερπινιώτη

Η ίδια θυμάται έντονα την πρώτη της επίσκεψη στο μουσείο ως παιδί, όταν αντίκρισε τον σαμουράι της συλλογής: «Με γέμισε δέος, ίσως και λίγο φόβο· ήταν κάτι μυστηριώδες, σχεδόν απόκοσμο». Αυτή η πρώτη εμπειρία στάθηκε το σπέρμα μιας μακροχρόνιας σχέσης, που σήμερα κορυφώνεται με το όραμα και τις πρωτοβουλίες της ως επικεφαλής.

Σήμερα, το Μουσείο υποδέχεται το κοινό με την περιοδική έκθεση «Zen Painting: The Sound of Silence» (έως 31 Δεκεμβρίου 2025). Σπάνια kakemono και παραβάν από την περίοδο Έντο, έργα του Χακουίν Εκάκου – αναβιωτή της Ζεν ζωγραφικής – αλλά και το «Φεγγάρι πάνω από τα Κύματα» του Κατσουσίκα Χοκουσάι συνθέτουν μια μοναδική αφήγηση για τη Ζεν αισθητική, όπου το φως και η σκιά, η απλότητα και η σιωπή οδηγούν τον επισκέπτη σε μια εμπειρία εσωτερικής γαλήνης.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Δεν ήθελα ένα μουσείο που απλώς παρουσιάζει αντικείμενα σε προθήκες. Ήθελα ένα μουσείο που αφηγείται ιστορίες, που εμπλέκει τον επισκέπτη και δημιουργεί εμπειρίες που μένουν», λέει η κυρία Ζερπινιώτη. Και πράγματι, η έκθεση αυτή λειτουργεί σαν ένα «καταφύγιο σιωπής», προσκαλώντας τον σημερινό, βιαστικό άνθρωπο να κάνει μια παύση και να στραφεί προς τα μέσα.

Από τις αποθήκες με τα χειρόγραφα του Γρηγορίου Μάνου, όπου η διευθύντρια λέει πως ακούει «τη φωνή του παρελθόντος», μέχρι τις νέες δράσεις εξωστρέφειας και τις διεθνείς συνεργασίες που δρομολογούνται, το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας συνεχίζει να σμιλεύει το δικό του, μοναδικό αφήγημα: έναν διάλογο Ανατολής και Δύσης, μέσα από τη σιωπή και τον ήχο της τέχνης.

Θυμάστε την πρώτη φορά που μπήκατε στα Ανάκτορα των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου ως επισκέπτρια; Ποιο ήταν το πρώτο συναίσθημα;
Βεβαίως και θυμάμαι πολύ καλά! Οι γονείς μου με έφερναν από μικρή στο μουσείο και μπορώ να πω πως η πρώτη μου επίσκεψη ήταν από τις πιο έντονες παιδικές μου αναμνήσεις. Πρέπει να ήμουν στις πρώτες τάξεις του δημοτικού όταν αντίκρισα για πρώτη φορά τον Σαμουράι – όχι αυτόν που εκτίθεται σήμερα. Η εικόνα του τότε ήταν πρωτόγνωρη για μένα· με γέμισε δέος, ίσως και λίγο φόβο. Ήταν κάτι μυστηριώδες, σχεδόν απόκοσμο, και νομίζω πως εκείνη τη στιγμή άρχισε να γεννιέται μέσα μου ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την τέχνη και την ιστορία.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όταν χρόνια μετά αναλάβατε τη διεύθυνση του Μουσείου, ποιο ήταν το προσωπικό σας όραμα;
Καθώς ζούμε σε μια χώρα που την επισκέπτονται κυρίως για τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς, ο αγώνας για την υλοποίηση του προσωπικού μου οράματος – δηλαδή να αγκαλιαστεί το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης πρώτα από την τοπική κοινωνία της Κέρκυρας και στη συνέχεια από το ευρύτερο ελληνικό κοινό – ήταν εξαρχής μια ιδιαίτερα απαιτητική πρόκληση. Σήμερα, όμως, μπορώ να πω με ικανοποίηση πως αυτός ο στόχος έχει σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί. Το Μουσείο δεν είναι πλέον απλώς ένας χώρος πολιτισμού· είναι ένα ζωντανό κύτταρο της ντόπιας κοινωνίας, που συμμετέχει ενεργά στον πολιτιστικό διάλογο και συνδιαλέγεται ουσιαστικά με τους επισκέπτες του. Το κοινό έχει σήμερα τη δυνατότητα να περιηγηθεί σε ένα μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα ανάκτορο – το Ανάκτορο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου – μέσα στο οποίο στεγάζεται το μοναδικό στην Ελλάδα μουσείο αφιερωμένο αποκλειστικά στους πολιτισμούς της Ασίας.
Από την πρώτη στιγμή, βασική μου επιδίωξη ήταν να αναδείξω όχι μόνο τη διαπολιτισμική αξία της συλλογής, αλλά και τη σημασία του ίδιου του ανακτόρου ως ενός εμβληματικού και μοναδικού αρχιτεκτονήματος στην Ελλάδα. Το Ανάκτορο αποτελεί από μόνο του ένα πολιτιστικό και ιστορικό μνημείο ευρωπαϊκής ακτινοβολίας, και ήθελα ο επισκέπτης να βιώνει την εμπειρία του Μουσείου μέσα από τη δυναμική σύνδεση του περιεχομένου με τον ίδιο τον χώρο που το φιλοξενεί. Στόχος μου ήταν επίσης να ενισχύσω την εξωστρέφεια του Μουσείου και να το εδραιώσω όχι μόνο ως χώρο έκθεσης, αλλά και ως σημείο συνάντησης, μάθησης και ανταλλαγής ιδεών. Ήθελα να αλλάξω την αντίληψη πως πρόκειται για έναν «μακρινό» ή «ξένο» πολιτισμό· να φέρω το Μουσείο πιο κοντά στην καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας, να το κάνω οικείο, προσιτό και ενεργό στην πολιτιστική ζωή του νησιού.
Ταυτόχρονα, έκρινα κρίσιμη την ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας του Μουσείου, μετατρέποντάς το σε σημείο αναφοράς για τις πολιτισμικές ανταλλαγές Ελλάδας και Ασίας, μέσα από συνεργασίες, περιοδικές εκθέσεις και διακρατικά προγράμματα. Έδωσα επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα στη σύγχρονη μουσειακή εμπειρία. Δεν ήθελα ένα μουσείο που απλώς παρουσιάζει αντικείμενα σε προθήκες. Ήθελα ένα μουσείο που αφηγείται ιστορίες, που εμπλέκει ενεργά τον επισκέπτη και δημιουργεί εμπειρίες που μένουν. Γι’ αυτό ενισχύσαμε την εκπαιδευτική και διαδραστική διάσταση του χώρου, αξιοποιώντας νέες τεχνολογίες, πολυμεσικές εφαρμογές και πιο συμμετοχικές μορφές έκθεσης, προσελκύοντας και το νεότερο κοινό. Το προσωπικό μου όραμα ήταν – και παραμένει – να λειτουργεί το Μουσείο ως γέφυρα πολιτισμών, ως χώρος ουσιαστικής κατανόησης του «άλλου», και ως ζωντανό σημείο συνάντησης ανθρώπων, ιδεών και εμπειριών.

Το Μουσείο ιδρύθηκε το 1928 ως Μουσείο Σινοϊαπωνικής Τέχνης, με μια ιδιωτική συλλογή. Τι σας συναρπάζει περισσότερο στη σχεδόν μυθιστορηματική ιστορία του Γρηγορίου Μάνου και της δωρεάς του;
Αυτό που συναρπάζει περισσότερο στη ιστορία του Γρηγορίου Μάνου είναι ο συνδυασμός πνευματικού πάθους, προσωπικής θυσίας και οράματος, σε μια εποχή βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας. Ο Μάνος δεν ήταν απλώς ένας διπλωμάτης ή συλλέκτης. Ήταν ένας οραματιστής, που αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη και τη διάσωση ενός ολόκληρου πολιτιστικού κόσμου – της ασιατικής τέχνης – τον οποίο λίγοι στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου μπορούσαν πραγματικά να εκτιμήσουν ή και να κατανοήσουν. Το γεγονός ότι προτίμησε να δωρίσει τη συλλογή του στην Ελλάδα, όταν θα μπορούσε πολύ πιο εύκολα να την πουλήσει ή να την αφήσει στη Γαλλία, αποκαλύπτει έναν βαθύ πατριωτισμό και μια ουμανιστική αντίληψη για την αξία της τέχνης ως πολιτιστικής κληρονομιάς για όλους.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για καθοριστικές στιγμές στην πορεία του Μουσείου; Υπήρχαν ανατροπές, κρίσεις ή σταθμοί που άλλαξαν την πορεία του;
Το 1926, η ίδρυση του Μουσείου, γνωστού τότε ως Σινοϊαπωνικού, με επίκεντρο τη σημαντική συλλογή του Γρηγορίου Μάνου, αποτέλεσε ένα εξαιρετικά τολμηρό βήμα για τα δεδομένα της εποχής: ένα δημόσιο μουσείο αφιερωμένο αποκλειστικά στην τέχνη και τους πολιτισμούς Κίνας και Ιαπωνίας, με έδρα όχι την πρωτεύουσα, αλλά την Κέρκυρα, και μάλιστα τα Ανάκτορα των Αρχαγγέλου Μιχαήλ και Αγίου Γεωργίου – ένα μοναδικό δείγμα βρετανικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα – που του έδωσε από την αρχή έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Η μετέπειτα πορεία του Μουσείου σημαδεύτηκε από κρίσιμες τομές που ανανέωσαν ριζικά τη φυσιογνωμία του και την πολιτισμική του αποστολή. Καθοριστικός σταθμός υπήρξε το 1973, όταν το Μουσείο μετονομάστηκε σε “Μουσείο Ασιατικής Τέχνης”, με αφορμή την ενσωμάτωση της Συλλογής Χατζηβασιλείου. Η μετονομασία δεν ήταν τυπική – ήταν η επίσημη αναγνώριση ενός εξειδικευμένου προσανατολισμού που το καθιστά, έως και σήμερα, το μοναδικό δημόσιο μουσείο στην Ελλάδα αποκλειστικά αφιερωμένο στην ασιατική τέχνη, και ένα από τα ελάχιστα του είδους στην Ευρώπη. Το 2000 σηματοδοτήθηκε από έναν ακόμη θεσμικό μετασχηματισμό: την κατοχύρωση της διοικητικής του αυτονομίας. Η εξέλιξη αυτή άνοιξε τον δρόμο για νέα δυναμική, μεγαλύτερη ευελιξία, στρατηγικές συνεργασίες και διεθνή προσανατολισμό. Έκτοτε, αξιοποιήθηκαν και αξιοποιούνται συγχρηματοδοτούμενα ευρωπαϊκά προγράμματα για την υλοποίηση επτά σημαντικών έργων, που συνέβαλαν καθοριστικά στον εκσυγχρονισμό του Μουσείου. Σημαντικός σταθμός της διεθνοποίησης του Μουσείου υπήρξε η αποκάλυψη μιας ζωγραφικής σε βεντάλια του Ιάπωνα καλλιτέχνη Tōshūsai Sharaku. Το εύρημα αυτό αποτέλεσε καμπή για την εξωστρέφεια του Μουσείου και κατέστη αντικείμενο διεθνούς επιστημονικής δημοσιότητας, υπογραμμίζοντας το βάθος και την αξία των συλλογών του. Καίρια υπήρξε και η δωρεά Σαρτζετάκη, με αντικείμενα των νομαδικών πολιτισμών της Κεντρικής Ασίας, η οποία, όχι μόνο προσέθεσε θεματική και γεωπολιτισμική ποικιλία, αλλά καθόρισε και έναν νέο άξονα αφήγησης για το κοινό: αυτόν της διαχρονικής μετακίνησης, της πολιτισμικής ανταλλαγής και της σχέσης τέχνης και καθημερινής ζωής. Το γεγονός ότι πρόκειται για την πρώτη μόνιμη έκθεση διεθνώς αφιερωμένη αποκλειστικά στους νομαδικούς πολιτισμούς προσδίδει στο Μουσείο καινοτόμο και μοναδικό χαρακτήρα. Η πανδημία του Covid-19 αποτέλεσε έναν απροσδόκητο αλλά βαθιά μετασχηματιστικό σταθμό για το Μουσείο. Παρότι η φυσική λειτουργία ανεστάλη για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κρίση αυτή λειτούργησε ως επιταχυντής αναγκαίων ψηφιακών εξελίξεων. Το Μουσείο επαναπροσδιόρισε τη σχέση του με το κοινό, ενεργοποιώντας σύγχρονες μορφές επικοινωνίας, εκπαιδευτικών δράσεων και εικονικής περιήγησης.

Ποια είναι για εσάς η πιο συγκινητική ή απρόσμενη ιστορία πίσω από κάποιο από τα 15.000 αντικείμενα των συλλογών;
Για εμάς, μία από τις πιο συγκινητικές και απρόσμενες ιστορίες που αναδεικνύονται μέσα από τις συλλογές είναι η αποκάλυψη μιας ζωγραφικής σε βεντάλια του Ιάπωνα καλλιτέχνη Tōshūsai Sharaku. Πρόκειται για έναν μυστηριώδη δημιουργό της περιόδου Edo, του οποίου η ταυτότητα παραμένει άγνωστη έως σήμερα. Το συγκεκριμένο έργο απεικονίζει μια σκηνή από το θέατρο Kabuki και φαίνεται να έχει δημιουργηθεί μετά την υποτιθέμενη αποχώρησή του από τη δημόσια καλλιτεχνική σκηνή το 1795. Αυτό από μόνο του καθιστά το εύρημα εξαιρετικά σημαντικό, καθώς ανατρέπει την έως τώρα χρονολόγηση και αφήγηση γύρω από το έργο και τη ζωή του Sharaku. Για την Ιαπωνία, ο Sharaku δεν θεωρείται απλώς ένας καλλιτέχνης. Είναι φάντασμα, σύμβολο και μύθος. Το γεγονός ότι η βεντάλια αυτή εντοπίστηκε στη Συλλογή Γρ. Μάνου προσδίδει στο έργο συγκινητικό βάρος και διεθνή αξία, καθώς πρόκειται ίσως για το πιο άμεσο τεκμήριο της συνέχισης της δημιουργικής του δραστηριότητας. Είναι ένα έργο που όχι μόνο επανατοποθετεί τον Sharaku στο ιστορικό και αισθητικό του πλαίσιο, αλλά και προσφέρει νέα, ουσιαστικά δεδομένα για τη μελέτη της ιαπωνικής ζωγραφικής του ύστερου 18ου αιώνα.

Το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας είναι μοναδικό στην Ελλάδα. Πώς ορίζετε εσείς τη θέση και τη σημασία του στο παγκόσμιο τοπίο των μουσείων ασιατικής τέχνης;
Το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας κατέχει μια μοναδικήκαι διακριτή θέση στο διεθνές μουσειακό πεδίο, καθώς αποτελεί το μοναδικό μουσείο στην Ελλάδα – και ένα από τα ελάχιστα στην Ευρώπη – αφιερωμένο αποκλειστικά στις τέχνες και τους πολιτισμούς της Ασίας. Η ίδρυσή του το 1928, με αφετηρία τη σημαντική δωρεά του διπλωμάτη Γρηγορίου Μάνου, το κατατάσσει ανάμεσα στα παλαιότερα μουσεία ασιατικής τέχνης στην Ευρώπη. Παρότι διαφέρει σε μέγεθος από μεγάλους θεσμούς όπως το Musée Guimet στο Παρίσι ή το Asian Art Museum στο Σαν Φρανσίσκο, ξεχωρίζει για την καλλιτεχνική και αρχαιολογική αξία των συλλογών του. Σήμερα, το Μουσείο συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων ευρωπαϊκών μουσείων ασιατικής τέχνης. Δεν αποτελεί μόνο χώρο φύλαξης και έκθεσης αντικειμένων, αλλά και πυρήνα παιδείας, πολιτισμικής ανταλλαγής και διαπολιτισμικής συνάντησης. Με άλλα λόγια, αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ελλάδα, τόσο στον τομέα της μουσειολογίας όσο και στο ευρύτερο πλαίσιο του διαλόγου με τις ασιατικές παραδόσεις.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πολλοί επισκέπτες έρχονται για τα Ανάκτορα, άλλοι ειδικά για τις συλλογές. Πώς παντρεύετε την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ανακτόρων με το εξωστρεφές προφίλ του Μουσείου;
Το ερώτημα αυτό αγγίζει τον πυρήνα της αποστολής μας. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ανακτόρων δεν είναι απλώς το «κέλυφος» του Μουσείου· είναι ένα ζωντανό μέρος της μουσειακής εμπειρίας. Από τη μία πλευρά, έχουμε ένα ιστορικό μνημείο υψηλού συμβολισμού, φορτισμένο με μνήμες και θεσμικές αναφορές. Από την άλλη, έχουμε έναν σύγχρονο πολιτιστικό φορέα, που οφείλει να είναι ανοιχτός, δυναμικός και προσβάσιμος.
Αυτός ο «διάλογος» εκφράζεται σε πολλά επίπεδα. Οι εκθέσεις μας, για παράδειγμα, συχνά αναδεικνύουν τον χαρακτήρα του ίδιου του κτηρίου ή διαλέγονται δημιουργικά μαζί του. Η μουσειογραφική προσέγγιση σέβεται τον ιστορικό χώρο, αλλά ενσωματώνει σύγχρονα αφηγηματικά και τεχνολογικά μέσα. Παράλληλα, αξιοποιούμε το σύνολο των χώρων – όχι μόνο ως εκθεσιακά περιβάλλοντα, αλλά και ως τόπους ζωντανής πολιτιστικής παραγωγής: με εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, παρουσιάσεις, ακόμα και παραστάσεις.
Για εμάς, η εξωστρέφεια δεν αποτελεί απλώς επιδιωκόμενο στόχο, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση. Μέσω συνεργειών με διεθνείς φορείς, περιοδικών εκθέσεων και συμμετοχής σε παγκόσμια δίκτυα, επιδιώκουμε τη μετατροπή του Μουσείου –και κατ’ επέκταση των Ανακτόρων– σε έναν δυναμικό κόμβο πολιτισμικής ανταλλαγής, όπου η τοπική πολιτιστική ταυτότητα διαλέγεται με τον διεθνή ορίζοντα.

Έχετε παρατηρήσει αλλαγές στο κοινό; Ποιοι επισκέπτες σας εκπλήσσουν πιο πολύ — νεανικό κοινό, διεθνείς ερευνητές, τουρίστες που δεν περίμεναν να βρουν τέτοιο θησαυρό;
Τα τελευταία χρόνια, το κοινό του Μουσείου έχει διευρυνθεί εντυπωσιακά. Ιδιαίτερη συγκίνηση μας προκαλεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον του νεανικού κοινού — μαθητές, φοιτητές, νέοι ταξιδιώτες — που αναζητούν να γνωρίσουν κουλτούρες πέρα από τα όρια του δυτικού κόσμου. Πολλοί από αυτούς δεν έρχονται απλώς από περιέργεια, αλλά με ειλικρινή δίψα για γνώση και βαθύτερη κατανόηση των ασιατικών πολιτισμών.
Το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης προσελκύει διαρκώς περισσότερους διεθνείς ερευνητές, χάρη στην ενεργή παρουσία του σε επιστημονικά συνέδρια και διεθνείς εκδηλώσεις. Πανεπιστήμια και πολιτιστικά ιδρύματα του εξωτερικού εκδηλώνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη σπάνιων και μοναδικών αντικειμένων της συλλογής, καταθέτοντας παράλληλα προτάσεις συνεργασίας και θεματικών εκθέσεων. Όλα αυτά ενισχύουν τον ρόλο του Μουσείου ως κέντρο αναφοράς για την ασιατική τέχνη στην Ευρώπη.
Παράλληλα, μας εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα οι αντιδράσεις των τουριστών που επισκέπτονται το Μουσείο και φεύγουν ενθουσιασμένοι, δηλώνοντας στο βιβλίο επισκεπτών πως δεν περίμεναν να ανακαλύψουν έναν τέτοιο πολιτιστικό θησαυρό στην καρδιά της Κέρκυρας. Ένα χαρακτηριστικό σχόλιο αναφέρει: «Ένα απρόσμενο ταξίδι στην Ασία, χωρίς να φύγεις από την Ελλάδα». Ένα ζευγάρι από την Ιαπωνία σημείωσε: «Μας συγκίνησε το πώς παρουσιάζεται ο πολιτισμός μας τόσο μακριά από την πατρίδα, με σεβασμό και φροντίδα». Αυτά τα αυθόρμητα σχόλια είναι για εμάς πολύτιμα — μας υπενθυμίζουν τη δύναμη της τέχνης να γεφυρώνει αποστάσεις και να δημιουργεί ουσιαστικές εμπειρίες.

O Daruma απεικονίζεται από τον Hakuin Ekaku (1685-1769) καθισμένος πάνω σε κρεβάτι από καλάμια, σε βαθύ διαλογισμό. Η επιγραφή γράφει: «Είσαι ένας γρύλλος σε ένα βαθύ δάσος» Ζωγραφική με μελάνι σε χαρτί Ιδιωτική Συλλογή 
O Daruma απεικονίζεται από τον Hakuin Ekaku (1685-1769) καθισμένος πάνω σε κρεβάτι από καλάμια, σε βαθύ διαλογισμό. Η επιγραφή γράφει: «Είσαι ένας γρύλλος σε ένα βαθύ δάσος» 
Ζωγραφική με μελάνι σε χαρτί 
Ιδιωτική Συλλογή 
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την έκθεση αφιερωμένη στη Ζεν ζωγραφική; Υπήρχε κάποιο προσωπικό σας βίωμα ή αφορμή που την έκανε να ωριμάσει;
Η ιδέα για την έκθεση αφιερωμένη στη Ζεν ζωγραφική ήταν το αποτέλεσμα μιας δεκαετούς σχέσης εμπιστοσύνης και διακριτικής προσφοράς του συλλέκτη προς το Μουσείο μας. Η γνωριμία μου με αυτή τη σπάνια συλλογή ιαπωνικών έργων ανέδειξε, με τον χρόνο, τον πλούτο και τη μοναδικότητα της Ζεν αισθητικής.
Η συνεχής επαφή με τα ίδια τα έργα αποδείχθηκε καθοριστική. Το βάθος τους, η απλότητά τους, ο εσωτερικός τους στοχασμός — όλα αυτά συνιστούν μια σιωπηλή αλλά βαθιά εύγλωττη εμπειρία. Καθώς τα έργα αποκαλύπτονταν σταδιακά, ωρίμαζε μέσα μου η αίσθηση πως εκφράζουν με μοναδικό τρόπο το πνεύμα του ιαπωνικού πολιτισμού.
Απευθύνονται στον σύγχρονο θεατή με τρόπο στοχαστικό και ουσιαστικό, προσφέροντας όχι μόνο αισθητική απόλαυση, αλλά και μια σπάνια ευκαιρία για εσωτερική περιπλάνηση και ηρεμία.

Ποιο από τα έργα της έκθεσης «Ο Ήχος της Σιωπής» θα ξεχωρίζατε εσείς προσωπικά; Υπάρχει κάποιο που πιστεύετε ότι έχει τη δύναμη να αλλάξει τη ματιά του θεατή;
Το όρος Φούτζι, 19ος αιώνας. Η έκφραση της Ζεν σιωπής, ενώνει τη φύση και το πνεύμα. Η αυστηρή συμμετρία και η μοναδική κορυφή του Φούτζι καθιστούν το βουνό διαχρονικό σύμβολο γαλήνης, εσωτερικής καθαρότητας και πνευματικής ανύψωσης. Στη Ζεν παράδοση, η απεικόνιση του Φούτζι δεν είναι απλώς τοπίο· είναι εικόνα συγκέντρωσης. Για τους Ζεν καλλιτέχνες, το Φούτζι είναι κάτι περισσότερο από φυσικό τοπίο. Η θέασή του —όπως και η απεικόνισή του— προσφέρει μια εμπειρία υπέρβασης. Εδώ, η φύση και το πνεύμα συναντώνται στη σιωπή, κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία του Ζεν.

Η Σελήνη εικονίζεται από τον Katsushika Hokusai (1760-1849) να λάμπει πάνω από τα κύματα της θάλασσας Ζωγραφική με μελάνι σε μετάξι Ιδιωτική Συλλογή 
Η Σελήνη εικονίζεται από τον Katsushika Hokusai (1760-1849) να λάμπει πάνω 
από τα κύματα της θάλασσας 
Ζωγραφική με μελάνι σε μετάξι 
Ιδιωτική Συλλογή 

Ο Ζεν βουδισμός συνδέεται βαθιά με τη σιωπή, τον αναστοχασμό, τον διαλογισμό. Πιστεύετε ότι η επίσκεψη σε αυτή την έκθεση μπορεί να λειτουργήσει και σαν μια εσωτερική εμπειρία για τον σύγχρονο, βιαστικό άνθρωπο;
Ασφαλώς. Ο Ζεν Βουδισμός, με τον στοχαστικό και τον εσωστρεφή του χαρακτήρα, προσφέρει ένα πολύτιμο αντίβαρο στον ρυθμό της σημερινής καθημερινότητας. Μια έκθεση εμπνευσμένη από αυτές τις αρχές μπορεί να λειτουργήσει ως ένα καταφύγιο σιωπής και αναστοχασμού, ιδίως για τον σύγχρονο άνθρωπο που ζει σε έναν ρυθμό φρενήρη και συχνά αποκομμένο από τον εαυτό του. Η αισθητική απλότητα, ο λιτός χώρος, η έμφαση στο φως και στη σκιά, ακόμα και η επιλογή της σιωπής ως συστατικό στοιχείο της έκθεσης, μπορούν να προσφέρουν ένα περιβάλλον που δεν προκαλεί τον επισκέπτη, αλλά τον προσκαλεί. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να ηρεμήσει. Και αυτό, από μόνο του, είναι μια μορφή διαλογισμού. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο θόρυβος —όχι μόνο εξωτερικός αλλά και εσωτερικός— μια τέτοια εμπειρία μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική παύση· μια στιγμή εσωτερικής σιγής, όπου ο επισκέπτης δεν παρατηρεί μόνο τα εκθέματα, αλλά παρατηρεί και τον εαυτό του μέσα από αυτά.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ποιο είναι το μεγαλύτερο στοίχημα του Μουσείου τα επόμενα χρόνια; Νέες συλλογές, συνεργασίες, ανοίγματα στο διεθνές πεδίο;
Στρατηγικά εστιάζουμε σε τέσσερις βασικούς άξονες: Πρώτον, η ολοκλήρωση και αξιοποίηση των επισκέψιμων μουσειακών αποθηκών μέσω ΕΣΠΑ αποτελεί μια κορυφαία προτεραιότητα. Δημιουργούμε έναν εντελώς νέο τύπο εμπειρίας για τον επισκέπτη, που δεν περιορίζεται στην παρατήρηση εκθεμάτων, αλλά επεκτείνεται στη γνωριμία με το «παρασκήνιο» του Μουσείου: τον πλούτο των συλλογών που φυλάσσονται, τις εργασίες συντήρησης, τεκμηρίωσης και μελέτης. Ο επισκέπτης θα μπορεί να παρακολουθεί ζωντανά τη διαδικασία συντήρησης σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, μια πρωτοποριακή εμπειρία για τα ελληνικά δεδομένα. Δεύτερον, υλοποιούμε τη σύσταση και οργάνωση εξειδικευμένης βιβλιοθήκης ασιατικών σπουδών, η οποία θα προσφέρει πρόσβαση σε ερευνητικό υλικό υψηλής ποιότητας για την Ιαπωνία, την Κίνα, την Κεντρική και ΝΑ Ασία. Με τον τρόπο αυτό, το Μουσείο ενισχύει τον επιστημονικό του ρόλο και υποδέχεται ερευνητές, φοιτητές και κοινό από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Τρίτον, προχωράμε σε σημαντικές επεκτάσεις των συλλογών, εμπλουτίζοντας το μουσειακό απόθεμα με νέες ενότητες και άλλες περιοχές. Παράλληλα, ενισχύουμε τις συνεργασίες με διεθνή μουσεία και φορείς πολιτισμού, στοχεύοντας στην ανταλλαγή εκθεμάτων και κοινές εκθέσεις, που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια του Μουσείου. Τέλος, αναβαθμίζουμε το ψηφιακό μας αποτύπωμα με διαδραστικές εφαρμογές και σύγχρονα εκπαιδευτικά προγράμματα που θα φέρουν την ασιατική τέχνη και φιλοσοφία πιο κοντά στο ευρύτερο κοινό.

Υπάρχει κάποια γωνιά, κάποιο "κρυμμένο" σημείο του Μουσείου που θεωρείτε προσωπικό σας αγαπημένο και θα προτείνατε στον επισκέπτη να το ανακαλύψει;
Ένα από τα σημαντικότερα – αλλά λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό – τμήματα του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας είναι η συλλογή των ανάγλυφων από την περιοχή της Γκαντάρα, στη βορειοδυτική Ινδία, που χρονολογούνται από τον 1ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ.
Πρόκειται για έργα που φέρνουν κοντά δύο φαινομενικά μακρινές παραδόσεις: την ελληνιστική και τη βουδιστική. Γνωστά στη διεθνή βιβλιογραφία ως δείγματα της Greco-Buddhist art, τα ανάγλυφα αυτά αναπτύχθηκαν σε μια περίοδο έντονων πολιτισμικών ζυμώσεων – αποτέλεσμα των εκστρατειών του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της δημιουργίας ελληνοβακτριανών και ελληνοϊνδικών βασιλείων στην Ασία.
Το εντυπωσιακό στη συγκεκριμένη τέχνη είναι η ενσωμάτωση ελληνιστικών μορφολογικών στοιχείων στην απεικόνιση του Βούδα και άλλων μορφών του ινδικού βουδισμού. Ο θεατής παρατηρεί πλούσιες πτυχώσεις στον ιματισμό, εκφραστικά πρόσωπα που θυμίζουν ελληνικές θεότητες, καθώς και μια ήρεμη, πνευματική έκφραση που αποπνέει την ουσία του βουδισμού.
Είναι επίσης η πρώτη φορά που ο Βούδας αποδίδεται με ανθρώπινη μορφή. Στην προηγούμενη βουδιστική παράδοση, η απεικόνιση του Βούδα ήταν ανεικονική και γινόταν μέσω συμβόλων – όπως ο τροχός, το δέντρο ή τα ίχνη των ποδιών του. Η Γκαντάρα, επηρεασμένη από την ελληνική αντίληψη για τη μορφή και την αναπαράσταση, έφερε για πρώτη φορά τον Βούδα «στο φως».
Η εξέλιξη αυτής της τέχνης συνδέεται με την εποχή της δυναστείας των Κουσάνων και κυρίως με τον βασιλιά Κανίτσα, που βασίλεψε τον 2ο αιώνα μ.Χ. Ο Κανίτσα υπήρξε μεγάλος υποστηρικτής του βουδισμού και προστάτης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, συμβάλλοντας στην άνθηση της σχολής της Γκαντάρα. Η τέχνη της Γκαντάρα αποτυπώνει έτσι μια μοναδική ιστορική φάση διαπολιτισμικής ώσμωσης, όπου η ελληνιστική κληρονομιά – όπως μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες, τεχνίτες και αποίκους του Μεγάλου Αλεξάνδρου – συναντά τις ινδικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές παραδόσεις.
Η συγκεκριμένη αίθουσα του Μουσείου Ασιατικής Τέχνης, με τα αντιπροσωπευτικά ανάγλυφα της Γκαντάρα, αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο αυτής της συνάντησης. Η παρουσία της στην Κέρκυρα, στο δυτικό άκρο του ελλαδικού χώρου, λειτουργεί συμβολικά: αναδεικνύει πώς η τέχνη και ο πολιτισμός υπερβαίνουν γεωγραφικά και χρονικά σύνορα, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου όχι μόνο ως στρατηλάτη, αλλά και ως φορέα πολιτισμικής διάχυσης.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αν σας έδινα ένα μαγικό ραβδί και μπορούσατε να φέρετε στο Μουσείο ένα έργο ή μια συλλογή από οπουδήποτε στον κόσμο, τι θα ήταν αυτό;
Θα επέλεγα να παρουσιάσω μια έκθεσηδιαλογικού χαρακτήρα, στην οποία έργα εμβληματικών Ευρωπαίων καλλιτεχνών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα – όπως του Édouard Manet, του Edgar Degas, του Vincent van Gogh, του Toulouse-Lautrec, του Paul Gauguin, του Gustav Klimt και του Egon Schiele – θα εκτίθεντο δίπλα σε χαρακτικά της ιαπωνικής τέχνης Ukiyo-e.
Η επιλογή αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Η είσοδος της Ιαπωνίας στον παγκόσμιο πολιτισμικό χάρτη μετά το 1858 γέννησε ένα κύμα επιρροών γνωστό ως Ιαπωνισμός, που διαμόρφωσε ριζικά τη ζωγραφική, τη διακοσμητική τέχνη και την αρχιτεκτονική της Δύσης. Μέσα από την υποθετική αυτή έκθεση, θα είχαμε την ευκαιρία να αναδείξουμε – τόσο επιστημονικά όσο και εικαστικά – τη σημασία αυτής της πολιτισμικής ώσμωσης. Οι Ιάπωνες καλλιτέχνες, με τις ασύμμετρες συνθέσεις, την επίπεδη προοπτική και τη χρήση του χρώματος ως αυτοτελούς εκφραστικού μέσου, πρόσφεραν στους δυτικούς δημιουργούς μια νέα ματιά: πέρα από τη ρεαλιστική απεικόνιση, προς το υπαινικτικό, το ποιητικό, το εσωτερικό.
Η επιλογή αυτή θα στόχευε όχι μόνο στη συνύπαρξη δύο εικαστικών κόσμων, αλλά και στην ανάδειξη μιας κομβικής στιγμής στην ιστορία της τέχνης. Μιας στιγμής όπου Ανατολή και Δύση συναντήθηκαν δημιουργικά και γέννησαν νέες μορφές, νέες ιδέες και –κυρίως– νέες ευαισθησίες που καθόρισαν τη σύγχρονη καλλιτεχνική έκφραση.

Εσείς η ίδια έχετε νιώσει ποτέ αυτό που λέμε «ήχος της σιωπής» μέσα στο Μουσείο; Υπάρχει μια στιγμή μοναξιάς ή συγκίνησης που κρατάτε σαν προσωπικό καταφύγιο μέσα σε αυτούς τους χώρους;
Ο «ήχος της σιωπής» για μένα δεν είναι απουσία ήχου· είναι μια αίσθηση πληρότητας. Τον νιώθω πιο έντονα όταν βρίσκομαι στις αποθήκες του Μουσείου, σε εκείνον τον σκιερό, σιωπηλό χώρο όπου οι θησαυροί της συλλογής φυλάσσονται με φροντίδα, μακριά από τα βλέμματα. Σε αυτούς τους ήσυχους, φορτισμένους με ιστορία χώρους, συχνά ανατρέχω στους χειρόγραφους καταλόγους του Γρηγόρη Μάνου — γραμμένους με μολύβι και με μικροσκοπικά γράμματα — που μαρτυρούν το βάθος της επιστημονικής επιμέλειας και της προσωπικής αφοσίωσης με την οποία τεκμηρίωσε τη σημαντική αυτή συλλογή ασιατικής τέχνης.
Κάθε φορά που ανοίγω έναν από αυτούς τους καταλόγους, νιώθω σαν να συνομιλώ με μια φωνή από το παρελθόν· μια φωνή που, παρότι σιωπηλή, διασώζει ένα επιστημονικό ήθος, μια συνέπεια, μια αγάπη για την πολιτιστική κληρονομιά. Η μοναξιά εκείνης της στιγμής δεν είναι αίσθηση απομόνωσης, αλλά παρουσία — του χρόνου, της ιστορίας, και μιας σιωπηλής ευθύνης να συνεχίσω με τον ίδιο σεβασμό και ακρίβεια αυτό το έργο.
Αν έπρεπε να επιλέξω μια εσωτερική εικόνα που λειτουργεί ως προσωπικό καταφύγιο, θα ήταν η στιγμή της εστίασης μπροστά σε ένα επιλεγμένο αντικείμενο της συλλογής· εκείνη η σιωπηλή συνάντηση, όπου για μια σύντομη αναπνοή ο εξωτερικός κόσμος παύει να υπάρχει, και αυτό που απομένει είναι η βαθύτερη σύνδεση με την πολιτισμική μνήμη που φέρει το αντικείμενο.

Info

Περιοδική Έκθεση
«Zen Painting: The Sound of Silence»
Μουσείο Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας
7 Ιουλίου – 31 Δεκεμβρίου 2025Οργάνωση: Υπουργείο Πολιτισμού & Μουσείο Ασιατικής Τέχνης Κέρκυρας
Υπό την αιγίδα: Πρεσβεία της Ιαπωνίας & Περιφέρεια Ιονίων Νήσων

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ