fbpx Η χιονισμένη νύχτα που ο Βουτσάς είπε στον εαυτό του: «Κωστάκη, σε αγαπάει ο Θεός» | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥ

Η χιονισμένη νύχτα που ο Βουτσάς είπε στον εαυτό του: «Κωστάκη, σε αγαπάει ο Θεός»

Κώστας Βουτσάς
26|02|2020 | 18:23
Η νύχτα που ο Κώστας Βουτσάς κατάλαβε ότι τον αγαπά ο Θεός

Χρόνια ανέχειας, στην αρχή της καριέρας του, όταν δούλευε ακόμα σε μπουλούκια, πάμπτωχος, ο Κώστας Βουτσάς πέρασε μια δύσκολη νύχτα σε κωμόπολη της Μακεδονίας. Και ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε σχεδόν ευλογημένος.

Μια συναρπαστική διήγηση, που δείχνει τον χαρακτήρα, τη δύναμη, το πείσμα, το ψυχικό μεγαλείο του Κώστα Βουτσά αποκάλυψε σήμερα ο Χρήστος Χωμενίδης σε μια τρυφερή ανάρτησή του στο Facebook. O συγγραφέας και ο ηθοποιός είχαν έρθει κοντά όταν ο Βουτσάς έπαιξε σε σίριαλ βασισμένο σε μυθιστόρημα πριν από περίπου είκοσι χρόνια. Είχε πει ο σπουδαίος ηθοποιός σε κάποια από τις διηγήσεις του στον Χωμενίδη, εκείνη την εποχή.

«... Είχαμε παίξει σε μιά κωμόπολη της Μακεδονίας, φτώχεια τότε και των γονέων, μόλις και μετά βίας μάς έδωσαν από ένα πιάτο μακαρόνια αλάδωτα. Άμα ήταν καλοκαίρι, δεν υπήρχε αμφιβολία πως θα κοιμόμασταν στα παγκάκια της πλατείας. Μα είχε ψοφόκρυο. Χιόνιζε. Το χε στρώσει δέκα πόντους. Μάς σπλαχνίστηκε ο χανιτζής -«ξενοδοχείον» το’λεγε μα χάνι ήταν- και μάς παραχώρησε τρία-τέσσερα δωμάτια. Σε εμένα έτυχε το μικρότερο, η σοφίτα, τουλάχιστον δεν θα το μοιραζόμουν.

Μπαίνω και τι να δω; Ράντζο ετοιμόρροπο, στρατιωτικού τύπου, και το χειρότερο σπασμένα τζάμια. Έμπαζε παγωνία. Έπεσα με τα ρούχα, σκεπάστηκα όπως-όπως με μιά σκορωφαγωμένη κουβέρτα και με κάτι εφημερίδες κι έκλεισα τα μάτια. Κροτάλιζαν τα δόντια μου ώσπου με πήρε ο ύπνος.... Στη μέση της νύχτας ξυπνάω από τη ζέστη. Μιά ξαφνική χόβολη άλλο πράγμα! «Αυτό ήταν» σκέφτομαι. «Πέθανα και πήγα στον παράδεισο...» Ανασηκώνομαι και τι να δω στο φως του φεγγαριού; Μισή ντουζίνα γάτες και γατάκια, οικογένεια ολόκληρη, είχαν τρυπώσει από το σπασμένο τζάμι κι είχαν κουρνιάσει και γουργούριζαν πάνω μου! «Σε αγαπάει ο Θεός, Κωστάκη!» είπα τότε στον εαυτό μου.»

ΣΧΟΛΙΑ