Η τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου μοιάζει αρκετά ισχνή από ενδιαφέρουσες κινηματογραφικές πρεμιέρες, σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.
Ξεχωρίζει η τελευταία ταινία της ταλαντούχας Καταλανής σκηνοθέτιδας Κάρλα Σιμόν, «Ρομερία», ένα κάποιο βλέμμα ίσως αξίζουν το βρετανικό δράμα «72 Ώρες Προθεσμία» και το θρίλερ «Fuze», ενώ η υπερηρωική περιπέτεια φαντασίας «Supergirl» στοχεύει στην προσέλκυση του νεανικού και εφηβικού κοινού.
Κινηματογραφικές πρεμιέρες και επανεκδόσεις
Μοιραία, οι επανεκδόσεις ξαναπαίρνουν κεφάλι, δημιουργώντας μία ευχάριστη προσμονή στους σινεφίλ.
Πρωτίστως, με το εμβληματικό αστυνομικό θρίλερ και εξόχως πολιτικό «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» του Έλιο Πέτρι, που προβάλλεται σπανίως πλέον στην Ελλάδα και φυσικά τα κλασικά «Η Γκαρσονιέρα», του Μπιλ Γουάιλντερ, με το πανέμορφο πρωταγωνιστικό ζευγάρι των Τζακ Λέμον - Σίρλεϊ ΜακΛέιν και «Η Ζούγκλα της Ασφάλτου», το έξοχο νουάρ του Τζον Χιούστον.
«Ρομερία»
(«Romeria») Αισθηματικό δράμα, ισπανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Κάρλα Σιμόν, με τους Λιούσια Γκαρσία, Μιτς Μάρτιν, Τριστάν Ουγιόα, Μίριαμ Γκαγιέγο, Σάρα Κασάσνοβας, Αλμπέρτο Γκράσια κ.ά.
Η πολυβραβευμένη Καταλανή σκηνοθέτιδα Κάρλα Σιμόν, η οποία είχε αφήσει εξαιρετικές εντυπώσεις στο βραβευμένο, με τη Χρυσή Άρκτο, οικογενειακό δράμα «Οι Ροδακινές του Αλκαράς», επιστρέφει με ακόμη ένα συγκινητικό ημιαυτοβιογραφικό δράμα, ξορκίζοντας το παρελθόν της.
Αυτή τη φορά διαγωνιζόμενη στο επίσημο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Καννών, η Σιμόν, που διατηρεί τη χαρακτηριστική της κινηματογραφική γλώσσα, την ποιητική της διάθεση και τη σκηνοθετική της νατουραλιστική λιτότητα, δείχνει, παρά τα προτερήματά της, σχετικά πιο αδύναμη, έχοντας χάσει κάτι από τη φρεσκάδα της, ενώ φαίνεται και σχετικά επαναλαμβανόμενη.
Μετά τις δυο πρώτες ταινίες της, η Σιμόν φέρνει στο προσκήνιο και πάλι μία νεαρή ηρωίδα, που ταξιδεύει για ένα «προσκύνημα» («Romeria») στους άγιους τόπους των γονιών της, αλλά θα βρεθεί μπροστά σε σκοτεινά μυστικά, που περισσότερο πληγώνουν παρά λυτρώνουν.
Η 18χρονη Μαρίνα, μεγαλωμένη με τους παππούδες της στη Βαρκελώνη, το μόνο που γνωρίζει για του γονιούς της είναι ότι ο πατέρας της πέθανε στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και λίγο μετά η μητέρα της. Όταν ταξιδεύει στα πατρογονικά μέρη, για να πάρει κάποια έγγραφα για τις σπουδές της, θα έρθει σε επαφή με τους συγγενείς της και θα μάθει περισσότερα για τους γονείς της. Αυτά που θα μάθει, από το απόμακρο σόι της, για τους γονείς της, θα την προβληματίσουν. Θα μάθει ότι οι γονείς της, ερωτευμένοι με πάθος, ελεύθερα πνεύματα, εθίστηκαν στην ηρωίνη και πέθαναν από AIDS και το βασικότερο ότι αυτό είναι μόνο ένα από τα μυστικά που κρύβει η οικογένειά της.
Αυτή τη φορά η Σιμόν περιπλέκει αχρείαστα το στόρι της, αφήνοντας κατά μέρος το πάθος της και το απαλό άγγιγμά της, για ένα ψυχωμένο και διακριτικό οικογενειακό δράμα, καθώς τα ονειρικά φλας μπακ για την ανάμνηση των γονιών της έρχονται σε άτσαλη αντίθεση με το σκληρό παρόν της ηρωίδας.
Παρά την έξοχη φωτογραφία της Ελέν Λουβάρ, το φιλμ φλυαρεί και χάνει κάπως τον στόχο του, πλατειάζοντας με όμορφες αλλά περιττές εικόνες και διαλόγους χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης. Ωστόσο, το φιλμ της Σιμόν έχει το ενδιαφέρον του, κυρίως για τη μελαγχολική ματιά της και τη συνειδητοποίηση ότι, πέρα από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου, υπάρχουν και άλλα που καθορίζουν τη ζωή και χαράσσουν τη μνήμη.
Ικανοποιητικές ερμηνείες και ειδικά από την πρωταγωνίστρια Λιούσια Γκαρσία, ρόλο που φρόντισε ιδιαίτερα η Σιμόν, απ’ την οποία αναμένουμε την επόμενη σκηνοθετική της προσπάθεια.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η 18χρονη Μαρίνα ταξιδεύει στην ατλαντική ακτή της Ισπανίας για να παραλάβει έγγραφα για σπουδές από την πατρική οικογένεια που δεν γνώρισε ποτέ. Η φαινομενικά απλή επίσκεψη αποκαλύπτει κρυμμένα οικογενειακά μυστικά.
«72 Ώρες Προθεσμία»
(«Pressure») Πολεμικό δράμα, γαλλικής και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Άντονι Μάρας, με τους Άντριου Σκοτ, Μπρένταν Φρέιζερ, Κέρι Κόντον, Κρις Μεσίνα, Ντέιμιαν Λιούις κ.ά.
Μια καθοριστική - όχι και τόσο γνωστή - ιστορία γύρω από την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στη Νορμανδία, που χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έρχεται να ζωντανέψει ο Άντονι Μάρας, σε μια βρετανογαλλική παραγωγή και έχοντας στο πρωταγωνιστικό καστ τους Άντριου Σκοτ και Μπρένταν Φρέιζερ.
Ο Μάρας, έπειτα από το μέτριο ντεμπούτο του με το θρίλερ «Επίθεση στη Βομβάη», μπαίνει στο πολεμικό δράμα, αλλά όχι τόσο στο πεδίο των μαχών, όσο στο παρασκήνιο και στη μετεωρολογική πρόβλεψη, που είχε ανάγκη ο στρατηγός Αϊζενχάουερ, για την ακριβή ημερομηνία και ώρα της επίθεσης.
Παρότι αρχικά δεν ήθελε, ο Μάρας θα χρησιμοποιήσει αρχειακό υλικό, που θα χρωματίσει κατάλληλα προκειμένου να δέσει με την ταινία του, κάτι που θα προσφέρει έναν τόνο ρεαλισμού και ενδιαφέροντος στην ιστορία του.
Παραμονές της απόβασης στην Νορμανδία, μια ομάδα Βρετανών μετεωρολόγων και στρατιωτικών αξιωματούχων συνεργάζεται για τις συνθήκες που θα καθορίσουν την επιτυχία της επιχείρησης, καθώς ο στρατηγός Αϊζενχάουερ επιμένει πολύ στην ακριβή πρόβλεψη του καιρού. Κι ενώ ο χρόνος πιέζει και οι Αμερικανοί μετεωρολόγοι επιμένουν στην αρχική ημερομηνία απόβασης, ο κορυφαίος Σκωτσέζος μετεωρολόγος Τζέιμς Σταγκ πρέπει να συγκρουστεί μαζί τους, προβλέποντας την εκδήλωση μιας ισχυρής καταιγίδας την πιο κρίσιμη ημέρα του πολέμου.
Σε κάποια στιγμή η γυναίκα του Σταγκ λέει ότι «οι μετεωρολόγοι είναι παραδοσιακά βαρετοί», κάτι σημαδιακό για την ταινία, καθώς, αν εξαιρέσουμε κάποιες εικόνες αρχείου και μερικά διαλείμματα έντασης, που τονώνει με την εκφραστική του παρουσία ο Φρέιζερ, υποδυόμενος έναν ανυπόμονο, νευρικό, στοιχειωμένο από τις απώλειες του στρατού του, αλλά και δίκαιο Αϊζενχάουερ, το φιλμ προσφέρει αρκετά κομμάτια πλήξης.
Ο Μάρας θα στηριχθεί σε αρκετά στερεότυπα του είδους -ο Σκοτσέζος στρυφνός, αλλά του καθήκοντος και πιστός στην επιστήμη του κόντρα σε Αμερικανούς που είναι λίγο θάλασσα, λίγο σκοτς και Χόλιγουντ… - θα επαναλάβει γνωστούς μύθους για την ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που διακινούνται στο Φόρεϊν Όφις και θα ακολουθήσει τη γνώριμη βρετανική ακαδημαϊκή προσέγγιση, τύπου BBC.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Παραμονές της απόβασης στη Νορμανδία, μια ομάδα Βρετανών μετεωρολόγων και στρατιωτικών αξιωματούχων συνεργάζεται για τις συνθήκες που θα καθορίσουν την επιτυχία της επιχείρησης. Καθώς μια ισχυρή καταιγίδα πλησιάζει και ο χρόνος πιέζει και οι αποφάσεις τους αποκτούν τεράστια σημασία.
«Fuze»
(«Fuze») Αστυνομικό θρίλερ, βρετανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ντέιβιντ Μακένζι, με τους Άαρον Τέιλορ Τζόνσον, Θίο Τζέιμς, Γκούγκου Μπάθα-Ρο, Σαμ Γουόρθινγκτον, Ντράγκος Μπούκουρ κ.ά.
Παράξενο αστυνομικό θρίλερ - ληστείας τράπεζας, με μπόλικη δράση και σασπένς, αλλά δομημένο, αν μη τι άλλο, παράδοξα, από τον έμπειρο αλλά άνισο Σκωτσέζο σκηνοθέτη, Ντέιβιντ Μακένζι, που εύκολα γλιστράει από το καλό στο μέτριο.
Η ιδιομορφία της ταινίας έγκειται στο ότι ξεκινά με τη δράση, συνεχίζει με το χτίσιμο της πλοκής και των ανατροπών, ακολουθεί υπερβολικά καθυστερημένα η παρουσίαση των χαρακτήρων και μετά το φινάλε - ακόμη μία μάλλον αμφιλεγόμενη καινοτομία - μας φανερώνει πώς συνδέονται οι ήρωες της ιστορίας, απαντώντας στις εύλογες απορίες των θεατών, για τα όσα είδαν.
Δηλαδή, ακολουθεί εντελώς αντίθετη διαδρομή για το κινηματογραφικό είδος, κάτι που μπορεί η δεξιοτεχνία ενός Ντε Πάλμα να έδινε ένα συναρπαστικό τόνο, ενώ στα χέρια του Μακένζι καταλήγει σε φιάσκο.
Στο κέντρο του Λονδίνου επικρατεί πανικός μετά την ανακάλυψη μιας ενεργής βόμβας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ένα εργοτάξιο. Μέσα στο χάος της εκτεταμένης εκκένωσης της περιοχής, μία συμμορία ξεκινά μια τολμηρή ληστεία, σε γειτονική τράπεζα. Την εξουδετέρωση της βόμβας αναλαμβάνει ένας έμπειρος και εμφανώς αγχωμένος αξιωματικός του στρατού, που συνεργάζεται με την αστυνομία. Καθώς η ένταση αυξάνεται και ο χρόνος απειλεί να τελειώσει, με τη βόμβα να είναι έτοιμη να εκραγεί, στα υπόγεια της τράπεζας η συμμορία μαζεύει τη λεία της.
Παρακολουθώντας με ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή το φιλμ, το οποίο άμεσα ανεβάζει το σασπένς στα ύψη, ο θεατής περιμένει να μάθει πώς ενώνονται οι δυο ιστορίες - της ληστείας στην τράπεζα και στο μέτωπο της εξουδετέρωσης της βόμβας - κάτι που γίνεται σχετικά γρήγορα αντιληπτό αλλά όχι από το σενάριο.
Επίσης, το παράξενο ξετύλιγμα της υπόθεσης από τον Μακένζι, αφήνει τον θεατή σε απόσταση από τους βασικούς χαρακτήρες, αφού αγνοεί από πού έρχονται, πώς εμπλέκονται και τι επιδιώκουν, κάτι που αρχίζει να αχνοφαίνεται με πολύ καθυστέρηση, όταν πλέον έχει μάλλον χαθεί το παιχνίδι για την ταινία.
Στα μείον, εκτός της εντελώς εξωπραγματικής βάσης που στηρίζεται η πλοκή, οι ανατροπές, που βασίζονται σε τυχαία γεγονότα και παραμέτρους εκτός κάθε λογικής, αλλά και οι ανολοκλήρωτοι χαρακτήρες, ενώ το διπλό φινάλε, που προσπαθεί να εξηγήσει για ποιους λόγους συνδέονται οι πρωταγωνιστές, μοιάζει βεβιασμένο και πρόχειρο.
Οι ερμηνείες αδιάφορες, θύματα κυρίως του μετριότατου σεναρίου, που είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στο κέντρο του Λονδίνου επικρατεί πανικός μετά την ανακάλυψη μιας βόμβας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα εργοτάξιο. Εν μέσω του χάους μιας εκτεταμένης εκκένωσης, μια συμμορία εγκληματιών ξεκινά μια τολμηρή τραπεζική ληστεία.
«Supergirl»
(«Supergirl») Αφού εξαντλήθηκαν όλες οι παραλλαγές και τα σίκουελ, τα πρίκουελ και τα ριμέικ για τον Σούπερμαν, τώρα οι ιθύνοντες της DC επαναφέρουν Supergirl, που είχε προβληθεί το 1984, αν και τότε είχε χαρακτηριστεί ως η απόλυτη αποτυχία.
Αυτή τη φορά τη σούπερ ηρωίδα ενσαρκώνει η Μίλι Άλκοκ, σε μία καλογυρισμένη περιπέτεια φαντασίας και φροντισμένη παραγωγή, που αποφεύγει τα παιδαριώδη λάθη, αλλά όχι και τις παιδικές ασθένειες. Η Κάρα Τζορ Έλ, γνωστή και ως Supergirl, ξεκινά ένα επικίνδυνο επικό ταξίδι, αναζητώντας δικαιοσύνη, όταν ένας αδίστακτος εχθρός χτυπά πολύ κοντά στο σπίτι της. Δίπλα στην Άλκοκ, οι Ματίας Σχούναερτς, Ιβ Ρίντλεϊ, Ντέιβιντ Κρούμχολτζ, Έμιλι Μπίτσαμ, Τζέισον Μομόα και ένα συμπαθέστατο σκυλάκι, ο Κρύπτο, που πιθανώς θα είναι ο ήρωας της επόμενης ταινίας της DC, γύρω από τον μύθο του Σούπερμαν.
«Η Μεγάλη Σφαγή των Β' ΚΑΠΗ Αλίμου»
(«The Great Massacre of Alimos») Μία αντισυμβατική μαύρη κωμωδία, όπως φανερώνει και ο τίτλος, που σκηνοθέτησε ο Αθανάσιος Τόμμυ Σκλάβος, με ερασιτέχνες ηθοποιούς αποκλειστικά από τον Άλιμο. Ένα όχι και τόσο συνηθισμένο κινηματογραφικό συνεργείο, γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ, αποφασισμένο να βρει απαντήσεις πίσω από τη φονική έκρηξη που συγκλόνισε το Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου πριν από πέντε χρόνια.
Γυρισμένη αποκλειστικά σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους του Δήμου, η ταινία αποτυπώνει την ήρεμη ομορφιά της αθηναϊκής Ριβιέρας και διερευνά κοινωνικά θέματα που αφορούν την τρίτη ηλικία, όπως η απομόνωση, το τραύμα και τα στερεότυπα.
«Υπεράνω Πάσης Υποψίας»
(«Indagine su un Cittadino al di Sopra di Ogni Sospetto») Από τις ιταλικές ταινίες που έγραψαν ιστορία, γυρισμένη θαυμαστά από τον Έλιο Πέτρι («Η Εργατική Τάξη Πάει στον Παράδεισο») και με την αλησμόνητη ερμηνεία του Τζιαν Μαρία Βολοντέ.
Το πολυβραβευμένο αστυνομικό θρίλερ - και με το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1971 - αποτελεί ενδεικτικό δείγμα του σπουδαίου ιταλικού σινεμά των δεκαετιών 60-70, προκαλώντας στην εποχή του πολλές συζητήσεις και διαμάχες, γύρω από τη δύναμη, την αλαζονεία και τις φασιστικές εκφάνσεις της εξουσίας, ενώ είναι φανερό ότι η προβληματική του έξοχου σεναρίου παραμένει διαχρονική.
Ο Πέτρι, μεταφέρει, παραπλανητικά, την ιστορία του ως αστυνομικό θρίλερ, για να επικρίνει τα δρακόντεια μέτρα καταστολής της αστυνομίας, την ισχύ της εξουσίας, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, μέσω του πρόθυμου Τύπου και τη σύνδεση του κοινού εγκλήματος και της διαφθοράς με τα επαναστατημένα νιάτα και τους αντικομφορμιστές.
Το στόρι ανατριχιαστικό: Ένας επιθεωρητής της αστυνομίας, που χρίζεται υπεύθυνος των μυστικών υπηρεσιών για την κατάπνιξη κάθε ανατρεπτικού στοιχείου, επισκέπτεται την ερωμένη του, με την οποία διατηρεί μία σαδομαζοχιστική ερωτική σχέση και ενώ ερωτοτροπούν τη σκοτώνει, κόβοντας τον λαιμό της, με παγερή ψυχραιμία. Θα τοποθετήσει εσκεμμένα στον τόπο του εγκλήματος ενοχοποιητικά στοιχεία για τον ίδιο, πεπεισμένος ότι αποτελεί έναν πολίτη υπεράνω πάσης υποψίας. Και θα επιστρέψει, με την άνεση του ανθρώπου που νιώθει άτρωτος, στην επίσημη ιδιότητά του, χειραγωγώντας τους συναδέλφους του και τον Τύπο, κατασκευάζοντας μάρτυρες και σπρώχνοντας στα άκρα την υπόθεση.
Ο ήρωας, καθώς βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στην τρέλα και στην εμμονή του ότι τίποτα δεν μπορεί να τον αγγίξει, ο Πέτρι βρίσκει ευκαιρία να θέσει φρικιαστικά όσο και σαρκαστικά ερωτήματα γύρω από την ψυχοπάθεια της ισχύς και της εξουσίας, ενώ δεν είναι λίγες φορές που βάζει στον ήρωά του λόγια, που σήμερα μοιάζουν συνηθισμένα για την κρατική καταστολή.
Η εμπνευσμένη μουσική του Ένιο Μορικόνε δένει μοναδικά με την αεικίνητη κάμερα πάνω στον Βολοντέ, που αποτυπώνει, με τη αξέχαστη σαρδόνια ερμηνεία του, το ψυχολογικό πορτρέτο ενός χαρισματικού ψυχοπαθή, κυριευμένου από την τρέλα της εξουσίας.
«Η Γκαρσονιέρα»
(«The Apartment») Το διάσημο μελαγχολικό αριστούργημα του Μπίλι Γουάιλντερ, με τους ανεπανάληπτους Τζακ Λέμον και Σίρλεϊ ΜακΛέιν, σε επανέκδοση. Γλυκόπικρη ρομαντική κομεντί, συνδυασμένη άψογα με την κοινωνική σάτιρα, που κέρδισε πέντε Όσκαρ και ανάμεσά τους αυτά της καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου - όλα για τον Γουάιλντερ.
Ένας υπάλληλος γραφείου εξυπηρετεί τους συναδέλφους του, δίνοντάς τους το κλειδί της γκαρσονιέρας του για τις εξωσυζυγικές τους περιπέτειες και από μία σύμπτωση ερωτεύεται τη φιλενάδα του αφεντικού του.
Ακολουθώντας κατά γράμμα το στιλ του μέντορά του Ερνστ Λιούμπιτς, ο Γουάιλντερ, των αμέτρητων τεράστιων καλλιτεχνικών επιτυχιών, φτάνει στο μεδούλι του θέματός του, την υποταγή του ανθρώπου με στόχο την αναρρίχηση και βεβαίως ταυτόχρονα, για ό,τι κρύβεται πίσω απ’ την επιφάνεια της κυνικής απανθρωπιάς: την ανθρώπινη ανάγκη, τη συνειδητοποίηση της πτώσης και τη θέληση για επανεκκίνηση της ζωής από την πιο χαμηλή αφετηρία.
Η εκρηκτική χημεία των πρωταγωνιστών Τζακ Λέμον και Σίρλεϊ ΜακΛέιν, δίνει μια μοναδική σπιρτάδα στον ρυθμό, τις ατάκες, την κίνηση, την εσωτερικότητα και φέρνει ως κάτι απολύτως φυσιολογικό την τραγωδία, που κρύβεται πίσω από τις αστείες καταστάσεις και τη γιορτινή ατμόσφαιρα.
«Η Ζούγκλα της Ασφάλτου»
(«The Asphalt Jungle») Επηρεασμένος από τον ιταλικό νεορεαλισμό, ο Τζον Χιούστον κι ενώ έχει ήδη καταγράψει τεράστιες επιτυχίες (ανάμεσά τους «Το Γεράκι της Μάλτας» και «Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε») παραδίδει το 1950 ακόμη ένα έξοχο φιλμ νουάρ, που ήταν υποψήφιο για τέσσερα Όσκαρ (μεταξύ των οποίων και αυτά της σκηνοθεσίας και σεναρίου).
Ένας διαβόητος ληστής προετοιμάζει μια ληστεία, που θα του αλλάξει τη ζωή, με την υποστήριξη ενός δικηγόρου που συμφωνεί να τον χρηματοδοτήσει. Όλα λειτουργούν ρολόι μέχρι τη στιγμή που η λεπτομερώς σχεδιασμένη ληστεία παίρνει άσχημη τροπή και η νηφαλιότητα αντικαθίσταται από τον πανικό.
Κατά βάση ταινία χαρακτήρων, με τους ήρωες του υποκόσμου να μετατρέπονται σε τραγικούς πρωταγωνιστές, με κρυμμένη τη βαθιά ανθρώπινη πλευρά τους, μέσα στους φόβους και τις φιλοδοξίες τους. Ήρωες, αποτυπωμένοι ρεαλιστικά, χωρίς φιοριτούρες και οξυδερκές σενάριο, δίχως ηθικά διλήμματα και διδακτισμούς.
Το έξοχο καστ, από Στέρλινγκ Χέιντεν και Σαμ Τζάφε, μέχρι Λούις Κάλχερν, Τζιν Χάγκεν και Τζέιμς Γουίτμορ, προσφέρει τα μέγιστα, ενώ στα αξιοσημείωτα και η ολιγόλεπτη εμφάνιση της Μέριλιν Μονρόε, πριν εκτοξευθεί ως το απόλυτο σύμβολο του σεξ.
ΑΠΕ-ΜΠΕ