Πέντε χρόνια μετά την ανάληψη της διεύθυνσης του ΕΜΣΤ, η Κατερίνα Γρέγου μιλά αποκλειστικά στο iefimerida για τις αποφάσεις που διαμόρφωσαν την πορεία του μουσείου και όσα έρχονται, εξηγώντας γιατί δεν πιστεύει στο art for art’s sake και γιατί δεν την ενδιέφερε ποτέ η «καρέκλα» το διευθυντή.
Όταν τελείωσε η συνέντευξη με την Κατερίνα Γρέγου, διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης από την 1η Ιουλίου του 2021, είχε νυχτώσει, οι πόρτες είχαν κλείσει προ πολλού, τα φώτα είχαν σβήσει, μόνο η σκιά του φύλακα φαινόταν στο βάθος, πίσω από το «κόκκινο στόμα» την είσοδο του μουσείου επί της Καλλιρρόης. Εννιά το βράδυ και η Κατερίνα Γρέγου έμπαινε στο γραφείο της με την Εκλέρ, τη σκυλίτσα της στα πόδια της.
Δειπνεί με κάτι που έχει φέρει από το σπίτι και συνεχίζει να δουλεύει, τις πολύτιμες ώρες της απόλυτης σιωπής χωρίς τον απίστευτο φόρτο των e- mails που έχει φροντίσει από το πρωί να ξεκαθαρίσει για να συνεχίσει απρόσκοπτη.
Η συνέντευξή μας γρήγορα, ανεπαίσθητα, βγήκε από το γνωστό καλούπι και απέκτησε έναν δικό της ρυθμό, ένα αφηγηματικό τέμπο που καθορίστηκε από τον τρόπο που η διεθνούς φήμης επιμελήτρια μιλάει και κυρίως σε κοιτάζει διαπεραστικά, σαν να δίνει έναν επιπλέον τονισμό στις λέξεις της με αυτό τον τρόπο.
Μιλά με μια αυτοπεποίθηση που προκύπτει από το πόσο σκληρά έχει εργαστεί, οι φράσεις της δεν αιωρούνται ποτέ, έχουν ένα τέλος σαφές, πριν μπει στην επόμενη έννοια. Ο λόγος της ρέει και αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει ένα ελεγχόμενο πάθος, μια διάθεση να ρισκάρει για αυτό που πιστεύει ότι είναι σωστό.
Σε μια στιγμή, καθώς έχει βραδιάσει και είμαστε μόνες στο καφέ του μουσείου, μου λέει «για χρόνια πίστευα ότι το πιο σημαντικό που μετράει σε έναν καλλιτέχνη είναι το έργο του. Τώρα πια είμαι πεπεισμένη ότι δεν μπορείς να το δεις αυτό χωρίς να λάβεις υπόψιν και τον ηθικό του κώδικα».
Ξεκινήσαμε τη συζήτηση από την αρχή, κυριολεκτικά. Μια αρχή που έγινε σε δύο φάσεις: με την επίσημη, δηλαδή τον διορισμό της ως καλλιτεχνικής διευθύντριας του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) να έρχεται ακριβώς πριν από πέντε χρόνια, για την ακρίβεια την 1η Ιουλίου του 2021.
«Υπήρχε ένα πολύ συγκεκριμένο όραμα για το τι ήθελα να κάνω στο ΕΜΣΤ από την αρχή, δεν διαμορφώθηκε κατά την πορεία. Σίγουρα γίνεται πάντα ένα fine tuning γιατί μαθαίνεις πράγματα, μαθαίνεις το κοινό, τις συνθήκες, τους καλλιτέχνες. Κι εγώ μαθαίνω συνεχώς, γιατί στην πραγματικότητα έλειπα πάνω από τριάντα χρόνια από την Ελλάδα: έφυγα όταν ήμουν δεκαέξι χρονών, έζησα δεκαπέντε χρόνια στην Αγγλία, γύρισα για ένα διάστημα για τη διεύθυνση του Ιδρύματος ΔΕΣΤΕ και μετά ξαναέφυγα 17 χρόνια στις Βρυξέλλες, οπότε, επιστρέφοντας τώρα, ανακαλύπτω πράγματα που δεν ήξερα. Και όμως επιμένω ότι αυτό που ήθελα να χτίσω ήταν πολύ συγκεκριμένο».
Όταν της έγινε η πρόταση να αναλάβει το πολύπαθο μουσείο που ακόμα ως τότε δεν λειτουργούσε πλήρως, έθεσε πρώτα στον ίδιο της τον εαυτό ένα ερώτημα. «Το πρώτο πράγμα που αναρωτιέσαι όταν καλείσαι να αναλάβεις ένα μουσείο είναι τι μουσείο είναι αυτό, τι προφίλ πρέπει να έχει, τι ταυτότητα. Για μένα αυτό ήταν το κεντρικό ερώτημα, γιατί αν δεν το απαντήσεις δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο».
Είχε μια σπάνια ευκαιρία να μελετήσει το μουσείο σε βάθος πριν απαντήσει αν το αναλαμβάνει. «Πριν έρθω εδώ, είχα ζητήσει να κάνω μια μελέτη του μουσείου για να το μάθω εκ των έσω. Πήρα πέντε μήνες από τη ζωή μου, έκανα μια πλήρη ακτινογραφία, μπήκα στη συλλογή, είδα τα έργα ένα-ένα, μίλησα με συναδέλφους στο εξωτερικό για να δω τι κάνουν μουσεία αντίστοιχου μεγέθους, τι budgets έχουν, τι προσωπικό. Έτσι έφτιαξα μια αναφορά σχεδόν εκατό χιλιάδων λέξεων, ένα blueprint για το πώς μπορεί αυτό το μουσείο να σταθεί στα πόδια του». Κάτι σαν διδακτορικό για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, δηλαδή.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που της προσφέρθηκε η θέση της διευθύντριας του Μουσείου. Είχε συμβεί και επί ΣΥΡΙΖΑ, μου λέει, όμως χρειαζόταν τον χρόνο για να κάνει την έρευνά της και να καταθέσει από την αρχή την πρόταση για το όραμά της. «Δεν με ενδιέφερε ποτέ να πάω να κάτσω στην καρέκλα του διευθυντή, με ενδιέφερε να μπορώ να προσφέρω κάτι και να αφήσω ένα legacy, να μπορώ να κάνω τη διαφορά. Και επειδή έχω καεί στο παρελθόν έμαθα ότι όταν πας κάπου δεν σε ρωτάνε μόνο, ρωτάς και εσύ. Πρέπει να ρωτάς, πρέπει να καταλαβαίνεις πού πας».
Η είσοδός της στο μουσείο δεν ήταν ομαλή. Δεν το ωραιοποιεί. «Ξέρεις, υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι θα έρθει κάποιος να μας αξιολογήσει, αντί να πουν έρχεται ένας άνθρωπος να ανοίξει το μουσείο, να λειτουργήσει, να μάθει. Έκατσα και έκανα τη δουλειά γιατί αν δεν μπεις μέσα δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα».
Πριν αναλάβει ζήτησε κάτι καθοριστικό για το μέλλον του ίδιου του μουσείου. «Για μένα ήταν πάρα πολύ σημαντικό να επιστρέψει στη διεύθυνση η ευθύνη για την καλλιτεχνική πολιτική, γιατί πριν ανήκε στο διοικητικό συμβούλιο. Αυτό δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Επίσης έπρεπε να υπάρχει αυστηρή πολιτική στη όποια διάθεση των χώρων, για να υπάρχει συνοχή, στρατηγική, όραμα. Ναι, αυτό ήταν βασικό».
Ο τρόπος που μιλά η Κατερίνα Γρέγου για το εκθεσιακό πρόγραμμα που σχεδίασε τα τελευταία πέντε χρόνια και που τώρα ετοιμάζει για το μέλλον, είναι σαν τον τρόπο που μιλά για τον κόσμο σήμερα. «Ένα μουσείο σύγχρονης Τέχνης αφουγκράζεται την εποχή του, αφουγκράζεται τους καλλιτέχνες, συμβαδίζει με την εποχή του και, στην καλύτερη περίπτωση, είναι πιο μπροστά από αυτή. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που ζει και αναπνέει μαζί με την κοινωνία», λέει.
«Δεν κάνουμε εκθέσεις που δεν έχουν σχέση μεταξύ τους, υπάρχει πάντα ένας κεντρικός θεματικός άξονας γύρω από τον οποίο συμβαίνουν πολλά πράγματα, μικρότερες και μεγαλύτερες εκθέσεις, δράσεις, δημόσιο πρόγραμμα. Aυτό δημιουργεί μια συνοχή και ένα αφήγημα.
Ξεκίνησε με το «Statecraft» με επίκεντρο θέματα πολιτειότητας, συνέχισε με το «Modern Love: H Aγάπη στα Χρόνια της Ψυχρής Οικειότητας» που αφορούσε την επίδραση της τεχνολογίας στις ανθρώπινες σχέσεις, μετά το αφιέρωμα στις γυναίκες, τώρα με τα ζώα, ενώ ήδη εργάζονται εντατικά στο ΕΜΣΤ για το αφιέρωμα στον κοσμοπολιτισμό. «Πάντα ξεκινάμε από ένα θέμα που θεωρούμε ότι είναι επιτακτική ανάγκη να συζητηθεί».
Το «Modern Love» ήταν η έκθεση που βγήκε τρίτη καλύτερη στον κόσμο από το Hyperallergic με πρώτη τη θρυλική έκθεση του Vermeer στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ. «Αυτό για μένα δείχνει ότι μπορείς να κάνεις κάτι εδώ που να συνομιλεί διεθνώς χωρίς να μιμηθείς τίποτα».
Η έκθεση για τα ζώα «Why Look at Animals: Δικαιοσύνη για τη μη-ανθρώπινη ζωή» ήταν ένα έργο ζωής για την Κατερίνα Γρέγου. «Tο είχα όνειρο πολλά χρόνια να το κάνω, και ήθελα να ξεκινήσω έναν διάλογο γύρω από τις ηθικές και πολιτικές διαστάσεις της μεταχείρισης των ζώων από τον άνθρωπο. Να δούμε τα ζώα ως ενσυναίσθητα όντα. Ήθελα να δημιουργήσω μια έκθεση που να μην είναι μόνο για την κατάσταση των ζώων αλλά για το πώς συνυπάρχουμε, το πώς σκεφτόμαστε τον κόσμο, πώς έχουμε αποκοπεί από τη φύση και από τα άλλα είδη. Ζούμε σε μια εποχή οικολογικής και ηθικής κρίσης, και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε έξω ή πάνω από τη φύση. Aυτό είναι και αλαζονικό και επικίνδυνο. Το να επανεξετάσουμε αυτή τη σχέση είναι ηθική επιταγή».
Και συνεχίζει: «Η οικολογική κρίση είναι και κρίση αντίληψης, κρίση αξιών, και τα μουσεία μπορούν να λειτουργήσουν ως χώροι όπου αρχίζουμε να σκεφτόμαστε διαφορετικά».
Για την έκθεση αυτή, η Κατερίνα Γρέγου τιμήθηκε με το διεθνές Βραβείο Nancy Regan για τις Τέχνες 2025 από το Culture & Animals Foundation στις ΗΠΑ. Μια διάκριση που αναγνωρίζει όχι μόνο την κλίμακα της έκθεσης αλλά και την επιμονή της να θέσει στο κέντρο της καλλιτεχνικής συζήτησης τη μη ανθρώπινη ζωή ως φορέα δικαιωμάτων μέσα σε έναν βαθιά ανθρωποκεντρικό κόσμο.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε όταν ανέλαβε ήταν να αλλάξει την έκθεση της μόνιμης -αμετακίνητης- Συλλογής του ΕΜΣΤ, που για τη Γρέγου δεν είναι απλώς μια σειρά έργων προς θέαση. Είναι εργαλείο παραγωγής γνώσης. Ένα αρχείο που ενεργοποιείται μέσα από τις επιλογές, τις εκθέσεις, τις συνδέσεις που δημιουργούνται. Ένας χώρος όπου μπορεί να ξαναγραφτεί η ιστορία της τέχνης μέσα από άλλες οπτικές, να επανέλθουν πρόσωπα και έργα που έμειναν στο περιθώριο, να δημιουργηθούν νέες αφηγήσεις.
«Ήθελα από την αρχή να αμφισβητήσω την έννοια της μόνιμης συλλογής, γιατί είναι ένα οξύμωρο σχήμα σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης», λέει. «Η συλλογή αλλάζει, οι εκθέσεις αλλάζουν, υπάρχει κινητικότητα. Δεν ήθελα να μιμηθώ κανένα μοντέλο, ήθελα να δημιουργήσω ένα μοντέλο που να αντικατοπτρίζει το πού βρισκόμαστε, γεωπολιτικά και γεωγραφικά, και να μπορεί να μιλήσει σε ένα ευρύτερο κοινό χωρίς λαϊκισμό. Διότι, είναι πολύ εύκολο να κάνεις κάτι που κόβει εισιτήρια. Εμένα με ενδιέφερε να κόβουμε εισιτήρια με περιεχόμενο».
Εστίασε με την ομάδα της σε μια γεωπολιτική ζώνη και στα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενά της: Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική, Μεσόγειος, «εκεί υπάρχουν αφηγήματα που δεν έχουν ειπωθεί στο βάθος που θα έπρεπε». Χαράζει έναν γεωπολιτικό και πολιτισμικό άξονα που έχει νόημα από τη θέση της Ελλάδας στον χάρτη, χωρίς ίχνος εξωτισμού.
Η συζήτηση επιστρέφει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο, σαν να υπάρχει μια εσωτερική γραμμή που διαπερνά όλο το πρόγραμμα, τη συλλογή, τον τρόπο που μιλά για το κοινό. Και εκεί, χωρίς περιστροφές, το λέει καθαρά: «Δεν πίστευα ποτέ σε αυτό που λέμε art for art’s sake. Σε αυτή την κλειστή συζήτηση όπου η Τέχνη μιλάει για τον εαυτό της και μιλάμε όλοι για τον εαυτό μας. Εμένα με ενδιαφέρει πραγματικά η Τέχνη που μπορεί να έχει ένα κοινωνικό αποτύπωμα, ένα κοινωνικό στίγμα και μπορεί να επηρεάσει συνειδήσεις πάντα μέσα από το φιλτράρισμα της τέχνης».
Και συνεχίζει, ανοίγοντας τη σκέψη της χωρίς να την απλοποιεί: «Δηλαδή, το κομμάτι της αισθητικής διαμεσολάβησης είναι πολύ σημαντικό. Δεν με ενδιαφέρει μια Τέχνη που είναι διδακτική ή που σου λέει τι να σκεφτείς. Με ενδιαφέρει μια Τέχνη που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: στο οπτικό, στο γνωστικό, στο συναισθηματικό. Που δεν μένει στην επιφάνεια».
Υπάρχει μια λέξη που της αρέσει, σε σχέση με το συναίσθημα που θέλει να διεγείρει η Τέχνη μέσα στον πολίτη. «Μου αρέσει πολύ η λέξη που χρησιμοποιούν οι Αγγλέζοι, moving. Είναι κάτι που δεν είναι απλώς συγκινητικό. Είναι κάτι που σε μετακινεί. Σε μετακινεί από εκεί που είσαι. Σε κάνει να δεις αλλιώς, να σκεφτείς αλλιώς, να αισθανθείς αλλιώς».
Αυτή η μετακίνηση δεν είναι δεδομένη. Και δεν είναι αυτονόητη μέσα στην ιστορία της σύγχρονης Τέχνης, όπως τη διαβάζει η ίδια: «Υπάρχει αυτή η εμμονή με το conceptualism και το αμερικανικό μοντέλο που ουσιαστικά αφαίρεσε κάθε ίχνος συναισθήματος. Πήραν τον Duchamp, που ήταν παιχνιδιάρης, είχε χιούμορ, έπαιρνε ρίσκα, και τον αποστείρωσαν. Αφαίρεσαν όλα αυτά τα στοιχεία. Και κάπως έτσι δημιουργήθηκε μια αντίληψη ότι η Τέχνη πρέπει να είναι αποστασιοποιημένη, ότι το συναίσθημα είναι κάτι γλυκερό, κάτι δευτερεύον».
Σταματά για λίγο, σαν να μετρά τις λέξεις που θα χρησιμοποιήσει, και τις επιλέγει με ακρίβεια: «Το συναίσθημα είναι παρεξηγημένο στην Τέχνη. Όπως και το χιούμορ. Θεωρούμε ότι αν υπάρχει χιούμορ είναι επιφανειακό. Δεν ισχύει. Για να έχεις χιούμορ πρέπει να είσαι πολύ ευφυής. Και για να δουλέψεις με το συναίσθημα χωρίς να γίνει γλυκερό, πρέπει να ξέρεις πολύ καλά τι κάνεις».
Κάπως έτσι μετατοπίζει το ζήτημα από την αισθητική στην ευθύνη: «Δεν πιστεύω ότι οι καλλιτέχνες υποχρεούνται να ασχολούνται με το πολιτικό περιεχόμενο (παρότι, αποφεύγοντας την πολιτική, είναι και αυτό πολιτική θέση). Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει την ελευθερία να ασχοληθεί με αυτό που τον ενδιαφέρει. Από εκεί και πέρα, αν με ρωτάς εμένα, ο ρόλος της Τέχνης στην κοινωνία είναι πιο δυνατός όταν αρθρώνει λόγο για την κοινωνία. Είναι πιο επιδραστικός. Αλλά αυτό είναι δική μου θέση και πεποίθηση».
Πρόσφατα το μουσείο απόκτησε μέρος έργων της Συλλογής του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Ο κορυφαίος συλλέκτης και ιδρυτής του ΝΕΟΝ δώρισε 350 έργα της συλλογής τους σε EMΣΤ, Tate, MCA Chicago και Guggenheim. Για τη δωρεά Δασκαλόπουλου η Κατερίνα Γρέγου μιλά με έναν τρόπο που αποφεύγει τον ενθουσιασμό της «μεγάλης χειρονομίας» και πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία: επιλογή, ευθύνη, ένταξη στο αφήγημα.
Περιγράφει πολύ συγκεκριμένα τη διαδικασία. Δεν ήρθε μια έτοιμη συλλογή που απλώς ενσωματώθηκε. «Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μας έφερε ένα ντοσιέ με πάνω από 200 έργα και από αυτά πήραμε τα 136». Η φράση είναι κομβική γιατί δείχνει ακριβώς τη στάση της: δεν αποδέχεται το σύνολο, δεν λειτουργεί με λογική ευγνωμοσύνης, λειτουργεί με επιμελητικό κριτήριο.
Εξηγεί καθαρά τους λόγους. «Δεν τα δεχτήκαμε όλα, είτε γιατί δεν ταίριαζαν με την ήδη υπάρχουσα συλλογή είτε γιατί ήταν έργα τόσο δύσκολα που δεν μπορούσαμε να τα διαχειριστούμε». Φέρνει και ένα σχεδόν απτό παράδειγμα: ένα έργο που απαιτεί τεράστιο αποθηκευτικό χώρο, η είναι τόσο μεγάλων διαστάσεων που πρακτικά δεν μπορεί να παρουσιαστεί. Εκεί η απόφαση δεν είναι τόσο αισθητική όσο πρωτίστως πρακτική.
«Μια δωρεά δεν είναι ποτέ δωρεάν», λέει. Γιατί πίσω από κάθε έργο υπάρχει συντήρηση, αποθήκευση, ασφάλιση, φροντίδα, δυνατότητα παρουσίασης. Υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός που πρέπει να το υποστηρίξει. Αν αυτός ο μηχανισμός δεν υπάρχει, το έργο καταλήγει αδρανές. Κι αυτό, για εκείνη, ακυρώνει τον ίδιο τον λόγο ύπαρξης της συλλογής.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο λεπτό στη στάση της: η ισορροπία ανάμεσα στη συνεργασία και την ανεξαρτησία. Αναγνωρίζει ότι ο Δασκαλόπουλος «ξέρει πολύ καλά πώς λειτουργούν τα διεθνή μουσεία», ότι η πρόταση ήρθε με μελέτη, γνώση και προεργασία. Την ίδια στιγμή, κρατά απόλυτα τον ρόλο του μουσείου ως τελικού κριτή. Δεν παραχωρεί το δικαίωμα της επιλογής.
Συνολικά, η δωρεά λειτουργεί στο λόγο της ως παράδειγμα. Όχι για να δείξει τι πήρε το μουσείο, αλλά για να δείξει πώς πρέπει να λειτουργεί ένα μουσείο. Με φίλτρο, με στρατηγική, με επίγνωση των ορίων του. Με την ικανότητα να λέει και «όχι», ακόμη και όταν το «ναι» θα ήταν πιο εύκολο. «Έχω αρνηθεί δωρεές». Και το εξηγεί χωρίς καμία αμηχανία: «Το μουσείο δεν είναι αποθετήριο τέχνης».
Η λογική της είναι αυστηρά επιμελητική και βαθιά θεσμική. «Υπάρχει γραπτή πολιτική της συλλογής, με τι κριτήρια αγοράζουμε, δεχόμαστε δωρεές και ενσωματώνουμε έργα». Δεν πρόκειται για προσωπικό γούστο. Πρόκειται για ένα σύστημα αρχών που έχει ήδη διατυπωθεί και στο οποίο οφείλει να υπακούει κάθε απόφαση. Αν ένα έργο δεν συνάδει με αυτό, δεν έχει θέση ανεξάρτητα από το ποιος το προσφέρει».
Σε τι πιστεύει άραγε η ίδια; «Πιστεύω στη γενναιοδωρία, και πιστεύω ότι η γενναιοδωρία είναι πολιτική πράξη. Προσπαθώ να κάνω ένα γενναιόδωρο μουσείο.
Η λέξη επιστρέφει ξανά, με διαφορετικούς τρόπους, σε διαφορετικά σημεία της κουβέντας, σαν να είναι ένας άξονας που οργανώνει όλο το υπόλοιπο. Γενναιοδωρία ως άνοιγμα, ως διάθεση να μοιραστείς, ως επιλογή να μην κρατήσεις την τέχνη για λίγους.
«Για μένα η πρόσβαση είναι πολύ σημαντική. Και όταν λέω πρόσβαση δεν εννοώ μόνο να μπορεί κάποιος να μπει στο μουσείο. Εννοώ να μπορεί να καταλάβει, να αισθανθεί, να συνδεθεί. Δεν με ενδιαφέρει να κάνουμε εκθέσεις που είναι κλειστές, που απευθύνονται μόνο σε έναν κύκλο ανθρώπων που ήδη γνωρίζουν. Με ενδιαφέρει να ανοίξει το μουσείο, να γίνει χώρος όπου κάποιος μπορεί να έρθει χωρίς να νιώθει ότι δεν ανήκει».
Το λέει ως κάτι που έχει ήδη δοκιμαστεί. Οι ξεναγήσεις, οι δράσεις, το δημόσιο πρόγραμμα, η επιμονή να ενεργοποιείται το κτίριο ως ζωντανός οργανισμός, δεν είναι απλώς αριθμοί, είναι τρόποι να χτιστεί μια σχέση. Οι ξεναγήσεις αυξάνονται σταθερά, από 21 την περίοδο 2021–2022 σε 74 την επόμενη διετία και σε 76 σήμερα. Οι αριθμοί αυτοί αφορούν μόνο το ανοιχτό κοινό, χωρίς να περιλαμβάνουν τις ξεναγήσεις κατόπιν αιτήματος και τα σχολεία, εκεί όπου η επαφή είναι ακόμη πιο άμεση.
«Αν δεν έρθει ο κόσμος, αν δεν νιώσει ότι μπορεί να μπει, να ρωτήσει, να συμμετέχει, τότε δεν έχεις καταφέρει τίποτα».
Η ίδια κίνηση συνεχίζεται και εκτός του μουσείου. Στο διεθνές πρόγραμμα επισκέψεων επιμελητών, 42 επιμελητές έρχονται στην Αθήνα και συναντούν περισσότερους από 360 Έλληνες καλλιτέχνες μέσα από σχεδόν 400 επισκέψεις και 260 portfolios, που συγκροτούν σταδιακά ένα ζωντανό αρχείο της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής. «Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δημιουργούνται συνδέσεις. Να ανοίγουν δρόμοι».
Τα προγράμματα φιλοξενίας διαμορφώνουν μια διαρκή ροή: 8 Έλληνες καλλιτέχνες εργάζονται σε residencies στο εξωτερικό, στο Künstlerhaus Bethanien, στη Cité internationale des arts και στο WIELS, ενώ 17 καλλιτέχνες υλοποιούν residencies στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα mentorship φέρνει 9 μέντορες σε διάλογο με 8 καλλιτέχνες, σε μια διαδικασία που δεν επιδιώκει την έκταση αλλά την εμβάθυνση. Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού τα πρόγράμματα αυτά συνεχίζονται.
Το εκθεσιακό πρόγραμμα κινείται με ένταση μέσα στα χρόνια, μαζί με τα in situ έργα που ενεργοποιούν τον χώρο, το ΕΜΣΤ έχει οργανώσει 52 εκθέσεις και in situ έργα από το 2021 μέχρι σήμερα. Το δημόσιο πρόγραμμα ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό.
«Το μουσείο πρέπει να είναι ζωντανό. Να συμβαίνουν πράγματα. Να έχεις λόγο να ξανάρθεις. Το μουσείο είναι δημόσιος χώρος, έχει μια ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Δεν είναι ουδέτερο. Δεν μπορεί να είναι ουδέτερο. Από το τι εκθέτεις μέχρι το πώς λειτουργείς, όλα έχουν πολιτική διάσταση. Ακόμη και η απόφαση να μην πάρεις θέση, είναι θέση».
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα του «γενναιόδωρου μουσείου» που ανέφερε νωρίτερα αποκτά άλλο βάρος. «Γενναιόδωρο μουσείο σημαίνει να δίνεις χώρο. Να δίνεις χρόνο. Να δίνεις προσοχή. Να στηρίζεις καλλιτέχνες, να πληρώνεις σωστά τους συνεργάτες σου, να δημιουργείς συνθήκες όπου μπορεί να υπάρξει δουλειά. Δεν είναι μόνο τι δείχνεις, είναι πώς το κάνεις».
Σταματά για λίγο, σαν να ελέγχει αν η λέξη έχει ειπωθεί σωστά, και συνεχίζει «Και είναι και κάτι άλλο. Είναι και το πώς φέρεσαι. Η φιλοξενία. Η φροντίδα. Αυτά είναι πολιτικά για μένα».
Εκεί, σχεδόν αδιόρατα, η κουβέντα μετατοπίζεται από τη δομή στην ηθική. Από το πρόγραμμα στον τρόπο. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της συνομιλίας: όχι μόνο στο τι έχει κάνει τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά στο πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο ενός θεσμού σήμερα.
Ως κάτι που λειτουργεί μέσα στον κόσμο, που επηρεάζει και επηρεάζεται, που παίρνει θέση ακόμη και όταν απλώς επιλέγει. Και τελικά, αυτό που μένει από ένα απόγευμα μαζί της δεν είναι μόνο η διαδρομή ενός μουσείου που απέκτησε κατεύθυνση. Είναι η επιμονή στην ιδέα ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να μετακινεί. Και ότι το μουσείο, αν το αφήσεις, μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου μαθαίνεις να βλέπεις αλλιώς.