Ο Παρθένης ζήτησε από τους μαθητές του να εφαρμόσουν το σύστημα που τους δίδαξε και να αποτυπώσουν τη φύση.
Ο ένας εξ αυτών, ο πιο απείθαρχος, δυσανασχέτησε στην προοπτική ότι για άλλη μια φορά θα ακούσει την γκρίνια του δασκάλου ότι δεν ακολουθεί τη μέθοδο που έχει διδάξει. «Δεν μπορώ. Δεν θέλω την ευθεία, την καμπύλη, τον τόνο, τη σύνθεση. Δεν είμαι εγώ αυτός. Δεν είναι αυτή η φύση μου», του είχε αντιμιλήσει ο νεαρός από την πρώτη ακόμη γνωριμία τους, δίνοντας το στίγμα μίας προοιωνιζόμενης δύσκολης συνεργασίας. Βλέπεις, ο μαθητής θεωρούσε ότι τέχνη είναι η φύση του ζωγράφου. Ο δάσκαλος, πάλι, θεωρούσε ότι εκτός από φύση τέχνη σημαίνει και μέθοδος.
Για να μην υποστεί πάλι τις επιπλήξεις του δασκάλου του, ο μαθητής αποφάσισε να σταθεί πλάι στον καλύτερο της τάξης. Εκείνον, που ακολουθούσε κατά γράμμα τις δασκαλίστικες υποδείξεις και νουθεσίες. «Θα κάνω ό,τι κάνει αυτός. Έτσι, θα γλυτώσουμε κι εγώ και ο δάσκαλος» είπε και έπραξε ο νεαρός.
Όταν ήρθε η στιγμή των διορθώσεων, οι μαθητές άκουγαν τον χτύπο της καρδιάς τους. Ο Παρθένης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Ήταν αυστηρός, λιγομίλητος, σιβυλλικός. «Σχεδόν με νοήματα των ματιών διόρθωνε» θα γράψει τον Φεβρουάριο του 1966 σε άρθρο του στο περιοδικό «Νέα Εστία» ο Γιάννης Τσαρούχης. «Μας κοιτούσε και από το βλέμμα του καταλαβαίναμε αν το έργο μας ήταν καλό ή κακό. Και σκέψου ότι αυτά συνέβαιναν στην Αθήνα και όχι στην Κίνα ή την Ιαπωνία, όπου γίνονται συναυλίες χωρίς μουσική και ο κόσμος κάθεται και τις ακούει!».
Στάθηκε, λοιπόν, ο δάσκαλος μπροστά στο έργο του καλού μαθητή: «Τι είναι αυτό; Αυτό είναι το σύστημά μου! Μόνο! Πού είναι η φύση; Δεν φτάνει απλώς να γνωρίζετε το σύστημα μου! Θέλω με αυτό να ερμηνεύετε τη φύση!» τον μάλωσε. Ύστερα στάθηκε μπροστά στο έργο του απείθαρχου, του «αντιγραφέα», που έψαχνε γωνιά να χωθεί… «Αφού αυτός που είναι το πρωτότυπο δεν πέτυχε, γύρευε τι έχω ν΄ ακούσω εγώ, που τον αντέγραψα…» σκεπτόταν ο νεαρός. Ο Παρθένης περιεργάστηκε το έργο και φώναξε τους υπόλοιπους μαθητές του: «Ελάτε να δείτε πώς βλέπει κανείς τη φύση». «Μα, αυτός δεν κάνει τίποτ΄ άλλο από το να με αντιγράφει!» διαμαρτυρήθηκε ο καλύτερος. «Ναι, αλλά αυτός είδε αυτό που εσείς δεν είδατε!» σχολίασε ο δάσκαλος.
Για το έμπειρο μάτι του Παρθένη η μία και μόνη κραυγαλέα διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα ήταν πως ο «αντιγραφέας» φαινόταν πως είχε μελετήσει τη φύση και στη διαδικασία της αποτύπωσής της ακολούθησε, έστω εξ αντιγραφής, τη μέθοδο του δασκάλου. Ο καλύτερος, μελετώντας και αφομοιώνοντας τη μέθοδο του δασκάλου, δεν βρήκε χρόνο να μελετήσει τη φύση.
Ο Τσαρούχης, μαθητής και ο ίδιος του Κωνσταντίνου Παρθένη, θα δώσει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο, τον πυρήνα της τέχνης, έτσι όπως δάσκαλος και μαθητές αντιλαμβάνονταν: «Γιατί τι είναι η ζωγραφική; Είναι μία πολύ ψιλή φλουδίτσα, η θεία χάρις, που με τη δική της επιφοίτηση το ίδιο πράγμα που κάνουν όλοι οι άνθρωποι, μερικοί το κάνουν σωστά. Είναι αυτή η ελάχιστη φλουδίτσα που όμως ποτίζει όλο το σώμα της τέχνης και όλο το πνεύμα του θεατού. Είναι σαν την ομορφιά. Τι είναι η ομορφιά; Μπορεί η ανατομία του ανθρώπου και η φυσιολογία να δώσει κριτήρια της ομορφιάς; Όχι. Γιατί η ομορφιά είναι ένας αιθέρας, ένα πράγμα που δεν πιάνεται…».
Έτσι και ο Παρθένης. Πίστευε στο σύστημά του και θύμωνε όταν κανείς δεν το ακολουθούσε, ήξερε ωστόσο πως πάνω από αυτό είναι η επικοινωνία και ο διάλογος του ανθρώπου με τη φύση. Τη φύση της φύσης, τη φύση του κάθε αντικειμένου, τη φύση του κάθε ανθρώπου, γενικώς τη φύση του ειδώλου που έπρεπε να αποτυπωθεί.
Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ
Όταν εμφανίζεται στην Ελλάδα ο Κωνσταντίνος Παρθένης -Κωστής για τους δικούς- είναι η χρονική στιγμή που ο γεννημένος στη Γαλλία ιμπρεσιονισμός έχει επαναστατήσει δυναμικά. Οι ιμπρεσιονιστές έχουν βγει από τα ατελιέ τους. Προτιμούν να δουλεύουν έξω αποτυπώνοντας με μεταλλικά σωληνάρια χρώματος τη στιγμή, την εντύπωση, τη φευγαλέα πραγματικότητα. Τα έργα τους είναι συνήθως όψεις από τη ζωή στην ύπαιθρο, αλλά και στην πόλη με έμφαση στα εφέ, ακόμα και στα παιχνίδια του φυσικού ή τεχνητού φωτός.
Ο ιμπρεσιονισμός, λοιπόν, διατρέχει σαρωτικά την Ευρώπη και οι καλλιτέχνες που έχουν τολμήσει να συμμετάσχουν σ΄ αυτή την επανάσταση είναι εξαιρετικά δυνατοί. Αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως με τις μεγάλες επαναστάσεις, κάποια στιγμή οι πολλοί φτάνουν να διακρίνουν το περίβλημα, το εύκολο κομμάτι της τέχνης. Έτσι, όλο αυτό το… ηρωικό όργιο του ιμπρεσιονισμού, αυτή η μεγαλόπρεπη έξοδος του ανθρώπου από το εργαστήριο και τις συμβάσεις στη μεγάλη φύση, καταντά μία υπόθεση από πινελιές καμωμένες στα πεταχτά και με χονδρό πινέλο, που αφήνει στην ιστορία το αποτύπωμά της ως σκιά σε γαλάζια ή μενεξεδιά απόχρωση, σε αντίθεση με το καφέ του προηγούμενου, παρωχημένου πια ρεαλισμού.
Είναι οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. Ο Αιγυπτιώτης Κωστής Παρθένης, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια, έχει επισκεφθεί για πρώτη φορά την Ελλάδα το 1903 και μάλιστα έχει τιμηθεί με το αργυρό μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση των Αθηνών. Αυτή τη χρονιά μεταβαίνει στον Πόρο, όπου έχει κληθεί να αγιογραφήσει τον ναό του Αγίου Γεωργίου. Εδώ γνωρίζει και την κατοπινή σύζυγό του, μουσικό Ιουλία Βαλσαμάκη, κόρη του Κεφαλλονίτη πολιτικού Νικόλαου Βαλσαμάκη, που βρίσκεται τυχαία στο νησί. Θα παντρευτούν το 1909 στο Αργοστόλι και θα αποκτήσουν τον Νίκο και τη Σοφία.
Πριν από τον γάμο του, όμως, και για πέντε χρόνια θα περιηγηθεί στη χώρα, θα αποτυπώσει με τον μοναδικό τρόπο του την ελληνικότητα και θα αγιογραφήσει εκκλησιές. Στο διάστημα αυτό επικοινωνεί με την Ιουλία μέσω θερμών επιστολών στη «γλώσσα του έρωτα», όπως λένε, τη γαλλική. Το 1909 βρίσκεται στο Κάιρο, όπου του έχει ανατεθεί η φιλοτέχνηση του τρούλου του ναού του Αγίου Γεωργίου. «Δουλεύω στην εκκλησία σε ύψος 23 μέτρα, ακριβώς στο πιο ψηλό σημείο […] Δουλεύω τον Παντοκράτορα, τον ίδιο που έκανα και στον Πόρο. Αυτή τη φορά επειδή η εκκλησία είναι πολύ μεγάλη ο Παντοκράτορας έχει διάμετρο 5 μέτρα. Σκέψου λοιπόν, ακριβή μου Ιουλία, πόσο κουράζομαι» της γράφει στις 6 Ιουνίου.
Όταν ο Κωστής θα αναχωρήσει για το Παρίσι, όπου πρόκειται να αφήσει ισχυρό καλλιτεχνικό στίγμα σε διάφορα σαλόνια, θα έχει μαζί του τη γυναίκα της ζωής του. Οι δυο τους επιστρέφουν πια οριστικά στην Ελλάδα μέσω Κέρκυρας. Εκεί ο Κωστής εντάσσεται στη «Συντροφιά των εννιά», μία ομάδα διανοουμένων που έχει συσπειρωθεί γύρω από το περιοδικό «Κερκυραϊκή Ανθολογία», κομίζοντας στην Ελλάδα ευρωπαϊκές νεωτερικές τάσεις και προοδευτικές ιδέες.
Το νησί δεν τον χωράει. Εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα το 1917, όπου μαζί με τον Κωνσταντίνο Μαλέα, τον Νικόλαο Λύτρα, τον Περικλή Βυζάντιο και άλλους φερέλπιδες εικαστικούς της εποχής ιδρύουν την «Ομάδα Τέχνη», που ρίχνει τα θεμέλια του ελληνικού μοντερνισμού.
Η νέα τάση στην Ευρώπη και στην Ελλάδα απηχεί την ανάγκη για το κλασικό, το δοκιμασμένο. Το σχέδιο και τη σύνθεση. Οι σοβαροί ζωγράφοι δεν ασεβούν προς τον ιμπρεσιονισμό, αλλά με κοινή αναφορά στα επιτεύγματά του και στην αξιοποίηση του φωτός και των εφέ, δείχνουν τώρα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τη δομική διάσταση των όγκων. Άλλοι πάλι εστιάζουν στα σύμβολα και τις πνευματικές αναζητήσεις. Είναι και κάποιοι που με στιλιζαρισμένες φόρμες προαναγγέλλουν την κατοπινή αφηρημένη τέχνη.
Η ζωγραφική και η ποίηση και η μουσική διαπνέονται από διάθεση επιστροφής όχι μόνο στο κλασικό, αλλά και στο αρχαϊκό, θα έλεγε κανείς στο πρωτόγονο. Αυτή την εποχή εντυπωσιάζει ο Παρθένης με τη δική του, ελληνική, επανάσταση. Η δουλειά του φέρει τη σφραγίδα του ελληνικού, του αττικού φωτός. Ύστερα περνάει σε μία τεχνοτροπία άλλη. Στα έργα του, που δεν ξεφεύγουν από την κλασική δυτική σύνθεση, διακρίνεται και κάτι βυζαντινό, ίσως κι ακόμη πιο ανατολίτικο από το βυζαντινό.
Τα εντυπωσιακά παντρέματα στην τέχνη Παρθένη γοητεύουν τους κριτικούς της εποχής. Είναι Έλληνας, στις φλέβες του κυλάει η Ελλάδα. Δείχνει νεωτεριστής, είναι συνεπής στη χρωματιστή κλίμακα και στις γραμμές του, αλλά ενώ η δουλειά του φαίνεται αντικλασική, στην πραγματικότητα κρύβει μία μεγάλη φροντίδα για την κλασική ισορροπία του 18ου αι., στοιχείο απόλυτα συνυφασμένο με την Ελλάδα. «Ακόμα κι αν είχαν χαθεί όλα τα ίχνη της κλασικής αρχιτεκτονικής κι αν ακόμα ποτέ οι Γερμανοί δεν έφερναν εδώ τον νεοκλασικισμό, οι ευαίσθητοι αρχιτέκτονες θα τον ανεκάλυπταν με άλλη μορφή αλλά με την ίδια ουσία, αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν το ελληνικό φως το οποίο σε μια επιφάνεια λεία σχετικώς δημιουργεί ιστορίες ολόκληρες […] Λοιπόν, υπάρχει μία λεπτότης του φωτός εδώ, που οδηγεί τον καλλιτέχνη στο να κάνει πράγματα τα οποία φαίνονται ήπια και λιγότερο επαναστατικά, αλλά όμως είναι σωστά και ειλικρινή» θα εξηγήσει ο Γιάννης Τσαρούχης.
Αυτή την ταραγμένη περίοδο του μεσοπολέμου, ο Ακαδημαϊσμός, δηλαδή η υπεροχή του σχεδίου έναντι των χρωμάτων, η αυστηρά καθαρή γραμμή και το φινιρισμένο αποτέλεσμα της ζωγραφικής αποτύπωσης, που σχετίζεται με τον πολιτικό συντηρητισμό, παραμένει κυρίαρχος στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Ωστόσο, ένα προοδευτικότερο τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης, που συνδέεται με τον φιλελευθερισμό του Βενιζέλου, διακρίνει και στην τέχνη την ανάγκη της νεωτερικότητας ως έκφρασης εκσυγχρονισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι, η «Ομάδα Τέχνη» των νεωτεριστών εικαστικών βρίσκει θερμούς υποστηρικτές στους κύκλους των φιλελευθέρων, αλλά και τον ίδιο τον Βενιζέλο, ο οποίος μάλιστα το 1919 εγκαινιάζει στο Παρίσι, στην Galerie de “La Boetie”, έκθεση 30 έργων της Ομάδας.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ
Το 1923 ο Παρθένης πείθεται να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών, με έναν εκ των δύο ανθυποψηφίων του τον συνοδοιπόρο του στην Ομάδα Τέχνης, Νικόλαο Λύτρα.
Ο ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης, διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης και καθηγητής στη Σχολή, κατεξοχήν εκπρόσωπος του ώριμου Ακαδημαϊσμού, εισηγείται δια της… πλαγίας την απόρριψη της υποψηφιότητας Παρθένη. «… Κατά μεν την σύνθεσιν υπερτερούσιν της των άλλων δύο υποψηφιοτήτων, παρουσιάζουσιν εξαιρετικά προσόντα εμπνεύσεως… κατά δε τον χρωματισμόν ευγενικάς όλως αρμονίας… όμως… ελευθεριάζουσιν υπό όλως νεωτεριστικήν αντίληψιν μη συνάδουσαν απολύτως προς τα ακαδημαϊκάς παραδόσεις…» γράφει για τα έργα του υποψηφίου στην εισηγητική του έκθεση.
Έτσι, τα έργα του Παρθένη πέφτουν στον… βωμό της «ελευθεριάζουσας» χρωματικής κλίμακά τους και ο ίδιος απορρίπτεται υπέρ του «συντρόφου» του, Λύτρα, που παρότι και οι δύο τους υπηρετούν την ίδια τάση, προκρίνεται για τη θέση. Οι κακές γλώσσες λένε πως οι καλλιτεχνικές καινοτομίες του Λύτρα κρίθηκε ότι «συνάδουν με τας ακαδημαϊκάς παραδόσεις», επειδή όλως τυχαίως ο πατέρας του, Νικηφόρος, κορυφαίος εκπρόσωπος του Ακαδημαϊσμού της Σχολής του Μονάχου, είναι ήδη καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών.
Ο Κωστής γνωρίζει εξαρχής ότι θα συναντήσει αντιδράσεις στο νεωτερικό του έργο. Αυτός ο καλλιεργημένος κοσμοπολίτης, που έχει ζυμωθεί με σπουδαίους της τέχνης στα σαλόνια της Ευρώπης, που μιλά κάμποσες γλώσσες, όπως άλλωστε όλοι οι ομογενείς της Αιγύπτου, έχει έρθει στην Ελλάδα, σε ένα περιχαρακωμένο «τακτοποιημένο» περιβάλλον για να περάσει τις «αντιδραστικές» απόψεις του για τη ζωγραφική. Αντιμετωπίζεται ως υπερόπτης, επηρμένος. Αλλά αυτό που περισσότερο τον απασχολεί είναι ότι οι αγκυλώσεις στην Ελλάδα έχουν επιφέρει μία στρέβλωση για την τέχνη, την οποία ο ίδιος έχει επιχειρήσει από νωρίς να αποκαταστήσει, δημοσιεύοντας ένα λάβρο άρθρο κατά του Φουτουρισμού. Είναι, βλέπεις, τέτοια η σύγχυση με την οποία αντιμετωπίζεται η εδώ η νεωτερικότητα, που ο όρος «φουτουρισμός» αποδίδεται συλλήβδην στο σύνολο της σύγχρονης τέχνης με αρνητικό πάντα πρόσημο. Αν σκεφτεί κανείς ότι το κίνημα του Φουτουρισμού, που αναπτύσσεται αυτή την εποχή στην Ιταλία, στοχεύει σε ρήξη με το παρελθόν και την παράδοση και στη στροφή προς μία τέχνη που εκφράζει την τεχνολογία, τις μηχανές, την ενέργεια, τον θόρυβο της σύγχρονης πόλης, αντιλαμβάνεται ότι ουδεμία σχέση έχει ο Παρθένης και το έργο του με αυτόν. Η αλήθεια είναι πως το έργο του είναι αντισυμβατικό, αλλά όχι και φουτουριστικό. Άλλωστε, αντισυμβατική είναι και η ζωή ολόκληρης της οικογένειας στο σπίτι εκεί στα ριζά της Ακρόπολης. Για παράδειγμα, ο ίδιος με τη σύζυγό του συνομιλούν στα Γαλλικά, ενώ η γλώσσα στην οποία επικοινωνούν με τα παιδιά τους είναι η ιταλική.
Το άρθρο του περί Φουτουρισμού περνάει στα ψιλά για τους αντιπάλους του, αλλά εκείνος δεν παραιτείται από την προσπάθεια να διδάξει. Οι αντιδράσεις που πυκνώνουν, τον πεισμώνουν. Το 1929 καταφέρνει να διοριστεί στη Σχολή με ειδικό νόμο, τον οποίο επεξεργάζεται ο στενός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο οποίος στο μεταξύ έχει διαδεχθεί τον Ιακωβίδη στη διεύθυνση της Εθνικής Πινακοθήκης. Ενισχυτικό ρόλο στην προσπάθεια του καλλιτέχνη παίζει και η στενή φιλία του με τον δημοκράτη Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Στη συντηρητική Σχολή Καλών Τεχνών ο Παρθένης διδάσκει πρώτος τις καλλιτεχνικές κατακτήσεις των νεωτεριστών του 19ου αι., του Τέρνερ (Turner), του Ντελακρουά (Delacroix), του Σεζάν (Cezanne), του Σινιάκ (Signac). Παρά το σκυθρωπό και ενίοτε στρυφνό της όψης του, το μάθημα του Κωστή είναι γοητευτικό. «Είναι ένα μάθημα προσαρμοσμένο στις εθνικές νευρώσεις» θα καταθέσει αργότερα ο Τσαρούχης και θα εξηγήσει: «Οι μαθητές της εποχής του Παρθένη νιώθουμε ότι τα ξέρουμε όλα. Είμαστε πολύ γενναίοι. Ζωγραφίζουμε αμέσως χωρίς να λογαριάσουμε τίποτε. Μπαίνει, λοιπόν, αυτός σαν εμπόδιο. Σαν άνθρωπος που φαίνεται σαν κακή συνείδηση του αυτού του ενθουσιασμού μας, ο οποίος φυσικά είναι ένας κούφιος ενθουσιασμός. Και μας μαθαίνει ένα σωρό υπολείμματα του ηρωισμού του ιμπρεσιονισμού, που η τέχνη τα είχε περιφρονήσει, και βάζει μερικά πράγματα στη θέση τους».
Είναι αυτό, που σκανδαλίζει πολλούς και από τους μαθητές του και περισσότερους από τους συναδέλφους του. Το μυαλό του είναι πυκνό και η μεθοδολογία του κοπιαστική, έξω από τα αγκυλωτικά δεδομένα. Για τον δάσκαλο, το έργο ολοκληρώνεται σε τρία επίπεδα: α. οργάνωση των γραμμών του σχεδίου, που πρέπει να προετοιμάζει την εντύπωση του φωτός και του χρώματος β. χρωματικές αρμονίες και γ. αρμονίες του τόνου, που πρέπει να βρίσκονται στη σωστή σύνθεση φωτός, δηλαδή να ισορροπούν ανάμεσα στο ανοικτό και το σκούρο.
Οι ακαδημαϊκοί της εποχής ενοχλούνται από την πληθώρα των μαθητών που συρρέουν στο εργαστήριό του. Τσαρούχης, Εγγονόπουλος, Διαμαντόπουλος, Μανουσάκης, Μολφέσης, Μιγάδης, Τέτσης, Μόραλης αφομοιώνουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο τα διδάγματα του δασκάλου τους. Εκείνος επιχειρηματολογεί ανοικτά πλέον υπέρ των νεωτερισμών και της Νέας Τέχνης και η εποχή της ανησυχίας και της αναζήτησης ευνοεί τη δική του, την προσωπική του επανάσταση. Οι συνάδελφοί του στη Σχολή φοβούνται μήπως απωλέσουν την κυριαρχία τους στην αγορά της τέχνης. Έπειτα είναι και τα προνόμια από τα θεσμικά αξιώματά τους, που υπονομεύονται κι αυτά από την αποδοχή του Παρθένη. Η δε στήριξη που απολαμβάνει από κάποιους εύπορους τραπεζίτες και επιχειρηματίες, όπως ο Δ. Μάξιμος και οι αδελφοί Λοβέρδοι, ρίχνει ξύδι στην… πληγή των καλλιτεχνικών αντιπάλων του.
Όσο διαφωνεί με το καθηγητικό περιβάλλον, τόσο κλονίζεται η ψυχική του ισορροπία. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι χάνει την αίσθηση των πραγμάτων. Η Κατοχή παγώνει προσωρινά την αντιπαράθεση στη Σχολή. Γερμανοί αξιωματικοί επιχειρούν να επιτάξουν το σπίτι του. Βλέποντας, ωστόσο, το εντυπωσιακό έργο του καλλιτέχνη απλωμένο στα καβαλέτα μέσα στο εργαστήρι του, αποχωρούν σε ένδειξη σεβασμού. Όταν οι κατακτητές φύγουν από την Αθήνα, ο Παρθένης θα πανηγυρίσει με τον δικό του εκκεντρικό τρόπο. Στις 12 Οκτωβρίου του 1944 οι Γερμανοί εγκαταλείπουν την Αθήνα. Εκείνος, κατά τη μαρτυρία του Σπύρου Βασιλείου, κρεμάει στο ατελιέ του μία τεράστια ελληνική σημαία, στήνεται μπρος την πόρτα ντυμένος με τα γιορτινά του έχοντας εκατέρωθεν τη γυναίκα και την κόρη του και χαιρετά με πλατύ χαμόγελο τους περαστικούς «Πολύ ωραία ημέρα σήμερα!».
Η γενική ευφορία φέρνει στον Παρθένη μία ευχάριστη είδηση, που είναι αρκετή για να ισορροπήσει τις δύσκολες ώρες που έχει περάσει μέσα στη Σχολή. Όταν θα φτάσει στην Αθήνα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, θα ανακηρύξει με τιμητικό διάταγμα μέλη της Ακαδημίας τους Σικελιανό, Καζαντζάκη και Παρθένη. Αλλά οι δραματικές εξελίξεις που οδηγούν στα Δεκεμβριανά και τη διάλυση της κυβέρνησης, παγώνουν τα πάντα. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, μέλος της Ακαδημίας αντί του Παρθένη εκλέγεται το αγαπημένο παιδί του αυστηρού Ακαδημαϊσμού Επαμεινώνδας Θωμόπουλος. Ο Παρθένης γίνεται εκ νέου στόχος, αυτή τη φορά απροκάλυπτα και σκληρότερα από κάθε άλλη. Οι φιλοβασιλικοί καθηγητές της συντήρησης τον προσβάλλουν μέσα στη Σχολή. Ένας εξ αυτών μάλιστα χειροδικεί επάνω του!
ΕΝΑ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ
Το κατεστημένο τον πολεμά με νύχια και δόντια και κάποτε τον κάμπτει. Το 1947, ο Κωστής Παρθένης παραιτείται από τη Σχολή Καλών Τεχνών κουρασμένος από τον πόλεμο των συναδέλφων του και τις συνθήκες διδασκαλίας στη Σχολή. Ο Παναγιώτης Τέτσης περιγράφει: «Είδαμε (σ.σ.: οι μαθητές του Παρθένη) το ζευγάρι (σ.σ.: Κωστής και Ιουλία) να έρχεται από το βάθος της κιονοστοιχίας. Τον περιμέναμε τόσο καιρό… Μας χαιρέτησε, όπως συνήθιζε κάθε φορά, με χειραψία όλους, αλλά δεν προχώρησε να ιδεί τη δουλειά μας για μάθημα. Σε μίαν άκρη του εργαστηρίου πήρε επίσημη στάση, τον τριγυρίσαμε, ακολούθησε μία μικρή σιωπή και ακούστηκε η φωνή του “Ήλθα να σας πω ότι παραιτούμαι”. Μετά σιώπησε δίχως να πει τίποτ΄ άλλο. Βρεθήκαμε μετέωροι ξαφνικά. Οι κοπέλες αναλύθηκαν σε δάκρυα».
Δεν έχει συμπληρώσει την απαιτούμενη 20ετία. Του χορηγείται μία πενιχρή σύνταξη. Αποσύρεται στο σπίτι του, στα πόδια του βράχου της Ακρόπολης, όπου εργάζεται ώρες ατελείωτες. Δεν πουλά τα έργα του. Ακόμα κι αν η επιβίωση της οικογένειας γίνεται στην έσχατη ένδεια, εκείνος αρνείται να ζήσει από την τέχνη του, να αφήσει την ψυχή του σε άλλους. Σφραγίζει πόρτες και παράθυρα και επιβάλλει στον εαυτό του απομόνωση και σιωπή. Φωνή του στην επικοινωνία με τον έξω κόσμο γίνεται η Ιουλία του, αλλά εκείνος δεν επικοινωνεί ούτε με την ίδια ούτε με την κόρη του. Ο γιος του έχει φύγει από καιρό, διαφωνώντας με τη στάση του πατέρα του, που συμπαρασύρει τη μάνα και την αδελφή του. Η Σοφία έχει εγκαταλείψει και τη Νομική, που αγαπούσε. Ασχολείται και εκείνη με τη ζωγραφική, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που κλείστηκε στο σπίτι με τους γονείς της. Θέλει να τους φροντίζει. «Ξυπνούσε στις 6 το πρωί. Πολλές φορές ανέβαινε στο ατελιέ να πάρη το ρόφημά του. Δεν ήθελε να τον ενοχλεί κανένας όταν ζωγράφιζε. Ούτε η μητέρα ούτε εγώ. Κατέβαινε το μεσημέρι για λίγο ίσα ίσα μόνο για να φάη. Και ύστερα ξαναγύριζε στο εργαστήρι του. Σταματούσε μονάχα όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει. Πολλές φορές κοιμόταν εδώ. Του άρεσε να βρίσκεται ανάμεσα στα έργα του…» θα περιγράψει αργότερα ένα κομμάτι της καθημερινότητας του πατέρα της.
Και έρχεται κάποτε η στιγμή να ανοίξει ένας νέος κύκλος διαμάχης, αυτή τη φορά με το ελληνικό Δημόσιο. Τη δεκαετία του ΄50 η πολιτεία αποφασίζει να προχωρήσει στην ανάπλαση του χώρου πέριξ του βράχου της Ακρόπολης. Μέσα στον σχεδιασμό βρίσκεται και η απαλλοτρίωση και κατεδάφιση της κατοικίας του, στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου στο ύψος της Ροβέρτου Γκάλλι. Είναι ένα σπίτι σε λιτή γραμμή Bauhaus, που σχεδίασε ο Δημήτρης Πικιώνης, κατά το δυνατόν διακριτικό για να μην αποσπά το βλέμμα από τον μεγαλόπρεπο βράχο. Το ποσό της αποζημίωσης μάλιστα, 2.850.000 δραχμές, έχει ήδη κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Αλλά ο Παρθένης δεν το εισπράττει, αρνούμενος να εγκαταλείψει το σπίτι του. Από το υπουργείο Οικισμού εκδίδεται εντολή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και έξωσης των ιδιοκτητών. Όταν δικαστικοί κλητήρες και αστυνομικοί φτάνουν μπροστά στην πόρτα, ο ταμπουρωμένος μέσα στο σπίτι ζωγράφος απειλεί να αυτοπυρποληθεί μαζί με τα έργα του. Στην προοπτική να χρεωθεί τον θάνατο ενός σπουδαίου καλλιτέχνη και την απώλεια των έργων του η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υποχωρεί και αναστέλλει την κατεδάφιση.
Στο μεταξύ, ο γηραιός πλέον καλλιτέχνης έχει αρχίσει να παραλύει. Η ζωή του επιδεινώνεται και μαζί και η ζωή της γυναίκας και της κόρης του. Τον Ιούνιο του 1966 η Ιουλία αφήνει την τελευταία της πνοή. Ο Κωστής εξακολουθεί να μένει κλεισμένος στο σπίτι με τη Σοφία, που τον φροντίζει σαν μωρό. Ο γιος του, με αίτηση στο πρωτοδικείο και με τη συνδρομή δικηγόρων και γιατρών, επιχειρεί να θέσει υπό επιτροπεία τον πατέρα του ως πάσχοντα από άνοια και να τον απομακρύνει από τη Σοφία, η οποία είναι παθολογικά προσκολλημένη επάνω του. Ο Νίκος προσκομίζει ιατρικές βεβαιώσεις ότι η αδελφή του πάσχει από «ψυχωτική συνδρομή παρανοϊκού τύπου». Τον Απρίλιο του 1967 το πρωτοδικείο αποφασίζει να θέσει τον Κωστή Παρθένη υπό δικαστική απαγόρευση, διότι «δεν είναι εις θέσιν να επιμεληθεί του εαυτού του και της περιουσίας του». Στις 18 Ιουλίου εισάγεται στον «Ευαγγελισμό». Δεν θα αντέξει περισσότερο από εβδομάδα. Λένε πως η τελευταία του λέξη ήταν «φως».
Μετά τον θάνατό του τα παιδιά του μοιράζουν την περιουσία του, αποδέχονται την απαλλοτρίωση του σπιτιού και εισπράττουν την αποζημίωση από το Ταμείο Παρακαταθηκών. Το 1968, η αγαπημένη κατοικία του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη στα ριζά του βράχου κατεδαφίζεται.
ΑΠΕ-ΜΠΕ