Σχεδόν 40 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Τζον Ρέμπους, ο μετρ της αστυνομικής λογοτεχνίας Ίαν Ράνκιν αλλάζει πόλη και πρωταγωνιστή. Στο «The Heights», μια νεαρή αστυνομικός ερευνά τον φόνο σε έναν υπερπολυτελή ουρανοξύστη απέναντι από το Χάιντ Παρκ, εκεί όπου διεθνές χρήμα και πολιτική επιρροή συναντιούνται πίσω από κλειστές πόρτες.
Απέναντι από το Χάιντ Παρκ υψώνεται ένα κτίριο από ατσάλι και φιμέ γυαλί, από εκείνα που άλλαξαν τα τελευταία χρόνια τον ορίζοντα αλλά και την ίδια την κοινωνική γεωγραφία του Λονδίνου. Διαμερίσματα που λειτουργούν ως κατοικίες και ταυτόχρονα ως καταφύγια πλούτου με ιδιωτικό σινεμά, γυμναστήριο, πισίνα υπερχείλισης, έργα τέχνης εκατομμυρίων στους κοινόχρηστους χώρους, προσωπικό που γνωρίζει πώς να κάνει τη δουλειά παραμένοντας σχεδόν αόρατο.
Στο ρετιρέ μένει ο άνθρωπος που έχτισε το κτίριο. Στους υπόλοιπους, ένας έμπορος τέχνης, ένας νεαρός ποπ σταρ, μια ξένη κληρονόμος, η σύζυγος ενός γκάνγκστερ και άνθρωποι των οποίων τα χρήματα έχουν διανύσει πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις από τους ίδιους. Το κτίριο λέγεται «The Heights» και δεν υπάρχει. Θα μπορούσε όμως να υπάρχει.
Εδώ μεταφέρει ο Ίαν Ράνκιν το νέο του μυθιστόρημα, αφήνοντας πίσω, τουλάχιστον προσωρινά, τον θρυλικό ήρωά του Τζον Ρέμπους και το Εδιμβούργο που οι δυο τους χαρτογραφούν μαζί από το 1987. Επιπλέον, το «The Heights», που κυκλοφορεί στη Βρετανία στις 8 Οκτωβρίου, είναι το πρώτο αυτόνομο θρίλερ που εκδίδει εδώ και περίπου δύο δεκαετίες.
Έρχεται αμέσως μετά το «Midnight and Blue», το 25ο μυθιστόρημα της σειράς του Ρέμπους (τα βιβλία του Ράνκιν κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), που κυκλοφόρησε στα αγγλικά τον Οκτώβριο του 2024 και έφερε τον ήρωά του σε μια θέση που θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από σχεδόν σαράντα χρόνια: στη φυλακή, καταδικασμένο, χωρίς το αστυνομικό του σήμα, να βρίσκεται ξανά μπροστά σε έναν φόνο όταν ένας κρατούμενος εντοπίζεται νεκρός σε κλειδωμένο κελί.
Από εκεί, τη φυλακή του Ρέμπους, ο Ίαν Ράνκιν περνά σε έναν από τους ακριβότερους δυνατούς τόπους κατοίκησης, από το Εδιμβούργο στο Λονδίνο και από έναν ήρωα που κουβαλά πάνω του τέσσερις δεκαετίες ιστορίας σε μια νέα αστυνομικό, την Τζίλιαν Γκις. Εξακολουθεί όμως να αντιμετωπίζει το έγκλημα ως ρωγμή από την οποία μπορεί κανείς να δει την κοινωνία που το περιβάλλει.
Ένας νεκρός στο λόμπι
Ο Ντουέιν Χόγκαρθ εργάζεται τη νυχτερινή βάρδια ως θυρωρός στο «The Heights». Ένα βράδυ βρίσκεται νεκρός στο λόμπι. Το σύστημα παρακολούθησης, παρά τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας του κτιρίου, ήταν απενεργοποιημένο. Ένα κλειδί διαμερίσματος λείπει. Στον τέταρτο όροφο είχε προηγηθεί ένα πάρτι που κατέληξε σε καβγά.
Την έρευνα αναλαμβάνει η Τζίλιαν Γκις, μια νέα αστυνομικός, γέννημα-θρέμμα του Λονδίνου, την οποία ο ίδιος ο Ράνκιν περιγράφει ως «streetwise», μαθημένη δηλαδή να καταλαβαίνει γρήγορα ανθρώπους και καταστάσεις. Η επιλογή της έχει από μόνη της ενδιαφέρον. Ύστερα από σχεδόν σαράντα χρόνια με τον Ρέμπους, ο Ράνκιν δίνει το καινούργιο του μυθιστόρημα σε μια γυναίκα. Είχε βέβαια ήδη δημιουργήσει τη Σιβόν Κλαρκ, έναν από τους σημαντικότερους χαρακτήρες της σειράς, εδώ όμως η Γκις δεν μοιράζεται τον χώρο με τον Ρέμπους: είναι δική της η υπόθεση, δικό της και το Λονδίνο που ξεδιπλώνεται γύρω της. Μετά τον ηλικιωμένο, δύστροπο, βαθιά σημαδεμένο Ρέμπους, ξεκινά από την αρχή με μια νεότερη γυναίκα που γνωρίζει αυτή την πόλη ως δική της.
Ανάμεσα στους ενοίκους βρίσκονται άνθρωποι του χρήματος, της τέχνης, της ποπ κουλτούρας και του οργανωμένου εγκλήματος. Ένας από αυτούς έχει δημιουργήσει την περιουσία του στη Ρωσία μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Και κάποια στιγμή ακόμη και το βρετανικό Φόρεϊν Όφις ενδιαφέρεται για το πόσο βαθιά σκοπεύει να ψάξει η αστυνομία, επειδή μία ένοικος συνδέεται με ευαίσθητες εμπορικές διαπραγματεύσεις της βρετανικής κυβέρνησης.
Το αστυνομικό μυστήριο αρχίζει έτσι να αποκτά διαφορετική κλίμακα. Το ερώτημα δεν είναι μεν το ποιος σκότωσε τον υπάλληλο της νυχτερινής βάρδιας αλλά κυρίως το τι συμβαίνει όταν η αστυνομία περνά το κατώφλι ενός κόσμου στον οποίο η ιδιωτικότητα αγοράζεται, η πρόσβαση ελέγχεται και η ισχύς μπορεί να φτάσει μέχρι τα κυβερνητικά γραφεία. Οι ένοικοι του «The Heights» έχουν συνηθίσει να πληρώνουν ώστε ο εξωτερικός κόσμος να μένει έξω. Ο φόνος φέρνει αυτόν τον κόσμο μέσα.
Αυτό είναι γνώριμο έδαφος για τον Ράνκιν, ακόμη κι αν η ταχυδρομική διεύθυνση στον τόπο του εγκλήματος έχει αλλάξει.
Ο Ρέμπους είχε το κλειδί ολόκληρης της πόλης
Όταν ο Ίαν Ράνκιν έγραψε το «Knots and Crosses» ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ουσιαστικά ξεκινούσε μία από τις μακροβιότερες σειρές της σύγχρονης βρετανικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1987 χωρίς την πρόθεση να γίνει ένας ήρωας που θα επιστρέψει στα επόμενα βιβλία. Ο Ράνκιν δεν φανταζόταν τον εαυτό του ως συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων. Είχε σπουδάσει αγγλική λογοτεχνία, είχε αρχίσει διδακτορικό πάνω στη Μίριελ Σπαρκ (από τις σημαντικότερες Σκωτσέζες συγγραφείς του 20ού αιώνα, γνωστή για την κοφτερή ειρωνεία, το μαύρο χιούμορ και την ψυχρή, ακριβή παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της εξουσίας) και ήθελε να γράψει λογοτεχνία για τη Σκωτία.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες και 25 μυθιστορήματα αργότερα, ο Ρέμπους έχει γεράσει μαζί με τον δημιουργό και τους αναγνώστες του, έχει φύγει από την αστυνομία και, στο «Midnight and Blue», έχει περάσει στην άλλη πλευρά του συστήματος που υπηρέτησε: βρίσκεται πλέον ο ίδιος πίσω από τα κάγκελα.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή, το Εδιμβούργο ήταν βασικό υλικό της πλοκής. Η κομψότητα της Νιου Τάουν και οι εργατικές συνοικίες, τα πανεπιστήμια και οι παμπ, η πολιτική τάξη, οι παλιές βιομηχανίες που χάνονταν και τα καινούργια χρήματα που έφταναν, η εξάρτηση, η θρησκευτική διαίρεση, η μετανάστευση, η χρηματοπιστωτική ισχύς, η δημιουργία του σκωτσέζικου Κοινοβουλίου, ακόμη και η σύνοδος των G8 πέρασαν μέσα στις υποθέσεις του Ρέμπους. Η εγκληματική ιστορία τού έδινε έναν τρόπο να παρακολουθεί την πόλη καθώς άλλαζε και, μαζί της, τις σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό της.
Ο ίδιος ο Ίαν Ράνκιν έχει πει ότι ο αναγνώστης, δεν αγοράζει ένα πολιτικό δοκίμιο αλλά μια καλή ιστορία. Ο αστυνομικός όμως διαθέτει κάτι σαν «πάσο για παντού»: μπορεί να κινηθεί από τον πλούτο στη στέρηση, να χτυπήσει πόρτες που οι υπόλοιποι δεν μπορούμε και να θέσει ερωτήματα χωρίς ο συγγραφέας να προσποιείται ότι γνωρίζει όλες τις απαντήσεις. Αυτό το «πάσο για παντού» είναι ίσως η πραγματική κληρονομιά του Ρέμπους στο «The Heights».
Από την οριζόντια πόλη στην κάθετη
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα αλλαγή κλίμακας. Επί δεκαετίες ο Ράνκιν έβαζε τον Ρέμπους να διασχίζει μια πόλη. Τώρα κλείνει την Τζίλιαν Γκις μέσα σε ένα κτίριο. Το «The Heights» συγκεντρώνει σε λίγους ορόφους διαφορετικές εκδοχές της σύγχρονης εξουσίας. Ο πλούτος δεν χρειάζεται πια μια έπαυλη πίσω από ψηλούς τοίχους. Μπορεί να βρίσκεται εκατό μέτρα πάνω από τον δρόμο, να αντικρύζει ένα δημόσιο πάρκο μέσα από πανοραμικά τζάμια και να διαθέτει θυρωρούς, κάμερες, ιδιωτικές εγκαταστάσεις και ελεγχόμενη είσοδο. Η αρχιτεκτονική γίνεται μέρος της κοινωνικής συνθήκης: όσο ψηλότερα ανεβαίνει κανείς, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την πόλη που βρίσκεται από κάτω.
Το ποιος κατέχει την πόλη, ποιος πραγματικά κατοικεί σε αυτήν και ποιος έχει δικαίωμα πρόσβασης στους χώρους της είναι ερωτήματα πολύ μεγαλύτερα από ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά ο Ράνκιν δεν χρειάζεται να τα μετατρέψει σε πραγματεία. Του αρκεί να αφήσει έναν νεκρό στο λόμπι και να αναγκάσει όσους κατοικούν από πάνω του να κατέβουν. Υπάρχει εδώ και κάτι από την παλιά αγγλική παράδοση του κλειστού μυστηρίου, εκεί όπου ένας φόνος συμβαίνει σε μια εξοχική έπαυλη και ο δολοφόνος πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους που ήταν ήδη μέσα.
Το «The Heights» ξεκίνησε από το «The Rise», ένα μικρότερο κείμενο του Ράνκιν. Όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, όταν το τελείωσε αισθάνθηκε ότι το σκηνικό, η πλοκή και οι χαρακτήρες δεν είχαν εξαντληθεί. Κυρίως, υπήρχε η Τζίλιαν Γκις, μια ηρωίδα που άξιζε περισσότερο χώρο. Η ιστορία άρχισε να μεγαλώνει μέχρι που έγινε μυθιστόρημα.
Για σχεδόν σαράντα χρόνια ο Ρέμπους έδινε στον Ράνκιν τη δυνατότητα να μπαίνει σε παμπ, αστυνομικά τμήματα, σπίτια πολιτικών, φτωχά διαμερίσματα και γραφεία ανθρώπων που είχαν μάθει να μην απαντούν σε ερωτήσεις. Η Τζίλιαν Γκις χρειάζεται απλώς να πάρει το ασανσέρ. Στο «The Heights», όσο ανεβαίνει, τόσο ακριβότερα γίνονται τα διαμερίσματα. Και τόσο ισχυρότεροι οι άνθρωποι που πρέπει να ανακρίνει.