fbpx Γιώργος Κοτανίδης: Ο νηφάλιος αφηγητής της τέχνης και της σύγχρονης ιστορίας - Η συγκλονιστική ζωή του που ποτέ «δεν πούλησε» | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ ΣΕ ΗΛΙΚΙΑ 75 ΕΤΩΝ

Γιώργος Κοτανίδης: Ο νηφάλιος αφηγητής της τέχνης και της σύγχρονης ιστορίας - Η συγκλονιστική ζωή του που ποτέ «δεν πούλησε»

Γιώργος Κοτανίδης
28|01|2020 | 19:59
Η αγαπημένη φωτογραφία του Γιώργου Κοτανίδη από τα πρώτα του βήματα στο θέατρο. Είναι η φωτογραφία που είχε εξώφυλλο στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook

Δεν έκανε ποτέ την ιστορία του, τους αγώνες του, σημαία. Δούλεψε άοκνα, μελέτησε με αφοσίωση, εντατικά χωρίς να περιφέρει αυτή του την εικόνα. Τρυφερός, με χιούμορ και μια απαράμιλλη ηρεμία ο Γιώργος Κοτανίδης έφυγε απροσδόκητα, αφήνοντας θλιμμένο ένα ασυνήθιστα πολυσυλλεκτικό κοινό.

Ενας εστέτ, αυθεντικός ιδεολόγος και ακτιβιστής της Αριστεράς που ποτέ δεν νταραβερίστηκε με την εξουσία, πολίτης του κόσμου, αθεράπευτος υποκινητής δημιουργίας ομάδων, κοινοτήτων στην κοινωνία και στις τέχνες. Ο Γιώργος Κοτανίδης, ο ηθοποιός με το ιδιοσυγκρασιακό ύφος που δημιούργησε μοναδικούς τύπους στον κινηματογράφο και έσκαψε μια ολόκληρη διαδρομή στο θέατρο ως ηθοποιός, σκηνοθέτης αλλά και συγγραφέας, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών. Πλήρως παραγωγικός με κείμενα και παρουσία στο θέατρο διαρκή. Η είδηση του ξαφνικού χαμού του προκάλεσε μια θλίψη καθολική, αν και αυτός, σε όλη τη ζωή, υπήρξε πάντα άνθρωπος των χαμηλών τόνων, της ήρεμης διαπίστωσης. Ενας νηφάλιος αφηγητής.

Η είδηση για τον θάνατο του Γιώργου Κοτανίδη έγινε γνωστή το πρωί της Τρίτης. Οπως πάντα στη ζωή του, η πρόσφατη περιπέτεια της υγείας του είχε κρατηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας

18 χρονών ο Κοτανίδης είδε να δολοφονούν τον Λαμπράκη

Ο βαθιά ευγενής, γοητευτικός Γιώργος Κοτανίδης, πίσω από τη διαρκή ηρεμία του, τη γαλήνη, τα οξυδερκή μάτια, τη βελούδινη φωνή που συχνά είχε μικρές δονήσεις, απολήξεις σαρκασμού, έζησε έναν βίο αρκούντως επεισοδιακό. Μοιάζει να καθορίστηκε η πορεία του ως πολίτη κυρίως, από το γεγονός ότι παραμονή των 18ων γενεθλίων του, βρέθηκε τυχαία μπροστά στη στιγμή της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Μια στιγμή που κλείδωσε καθοριστικά στο μυαλό του, ενεργοποίησε την επιτακτική ανάγκη να είναι παρών στους αγώνες υπέρ της Δημοκρατίας και του Δικαίου. Πάντα υπέρ του αδυνάμου, πάντα υπέρ του δικαίου – αυτή η αντίληψη που είχε ενσταλάξει μέσα του από την στενή επαφή που είχε η οικογένειά του και ο ίδιος με την εκκλησία. Μέχρι που γύρω στα 16 του χρόνια διάβασε Νίτσε, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» και όλα μετατοπίστηκαν μέσα του.

Οσο άλλοι έκαναν καριέρα, εξαργύρωσαν με κάθε δυνατό τρόπο – κυρίως με θέσεις εξουσίας- τον αγώνα εναντίον της χούντας, ο ίδιος δεν καταδέχθηκε στιγμή να μπει σε αυτή τη διαδικασία. Φυλακίστηκε, ανακρίθηκε, πέρασε εβδομάδες στην Ασφάλεια. Πρωτοστάτησε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου, ήταν μέσα όταν πλησίασε το τανκ, έσπρωχνε με τα γυμνά του χέρια τα κάγκελα συντονίζοντας τους συναγωνιστές του με το σύνθημα «Ολοι μαζί τώρα». Αυτή η απεγνωσμένη και αποφασισμένη κραυγή του φοιτητή της Κτηνιατρικής που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στη Δράμα, έγινε και ο τίτλος του αυτοβιογραφικού βιβλίου του «Ολοι μαζί τώρα!» (Καστανιώτη, 2011). Αλλά και μια φράση κλειδί στην ιστορική πρώτη παράσταση του Ελεύθερου Θεάτρου, του οποίου ήταν συνιδρυτής.

Με τον αγαπημένο του φίλο Κωνσταντίνο Τζούμα. Οι δυο τους ήταν για δεκαετίες από τις κλασικές φιγούρες στο Ντόλτσε -τότε Φίλιον- στην οδό Σκουφά / (EUROKINISSI/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ)

Ο μαοϊστής Κοτανίδης και η Ομπίντα του Ζαχαριάδη

Διάβαζε ακατάπαυστα, ενημερωνόταν από ελληνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, επηρεαζόταν από τα κύματα της διανόησης, πολιτικής και καλλιτεχνικής του Παρισιού. Αριστερός, που ασπάστηκε τον Μαοϊσμό – τον γοήτευε και η ακτιβιστική διάσταση που είχαν οι μαοϊστές σε σχέση με τους Λαμπράκηδες που ανήκε πριν- μελέτησε τον Τρότσκι. Αναζητούσε σε όλη τη ζωή, από φοιτητής ως το τέλος, ανθρώπους που θα πυροδοτούσαν μαζί του συζητήσεις σε νέα αχαρτογράφητα νερά, θα προκαλούσαν τις γνώσεις, τον τρόπο σκέψης του. Στο διαμέρισμά του, οι βιβλιοθήκες διέτρεχαν τους τοίχους, και το γραφείο του είχε χιλιάδες σημειώσεις – ζούσε εκεί σαν ασκητής διανοούμενος, όταν δεν φρόντιζε τα φυτά στο κατάφυτο μπαλκόνι του.

Δημιούργησε ιδιαίτερους κινηματογραφικούς χαρακτήρες – στο Βίος και Πολιτεία ερμήνευσε έναν τύπο που χρόνια μετά είδαμε να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή- αλλά στο θέατρο έφτιαξε ένα δικό του niche με τη συγγραφή ή προσαρμογή σημαντικών έργων γύρω από σημαντικές μορφές. Ηταν μεταξύ άλλων τα «QED ή Τι απέδειξε ο κύριος Φάυνμαν» του Πήτερ Παρνέλ, (Φάυνμαν) (2004-2005), «BAL-TRAP» του Xavier Durringer, (2005) και «Low Level Panic Clare McIntyre» (2006). Ομως ένα έργο ζωής, ένα τιτάνιο έργο, ήταν αυτό που αφορούσε την τελευταία μέρα στη ζωή του Νίκου Ζαχαριάδη. Το Ομπίντα – που σημαίνει πίκρα. Εργο σταθμός που έκρυβε βαθιά σε χρόνο και ένταση έρευνα. Το magnum opus του Γιώργου Κοτανίδη. Αλλωστε αυτή την ικανότητα στο τιτάνιο και την επιμονή στην ολοκλήρωση του έργου φαίνεται ότι την είχε κληρονομήσει και από τον πατέρα του Παύλο, ο οποίος είχε μεταφράσει την Οδύσσεια του Ομήρου στα Ποντιακά. Μάλιστα, ο Γιώργος Κοτανίδης είχε διαβάσει το κείμενο αυτό στο Φεστιβάλ Φιλίππων στην Καβάλα.

Tον περασμένο Μάρτιο στην παρουσίαση του απολογισμού του καλού του φίλου Γιώργου Καμίνη/ (EUROKINISSI/ ΛΥΔΙΑ ΣΙΩΡΗ)

Το εμείς του Μακρυγιάννη και οι μικρές χούντες

Θύμωνε πολύ όταν έβλεπε σταρ της στιγμής, νέους, να κάνουν τα πάντα για να παίξουν σε μεγάλες σκηνές ή στην Επίδαυρο και μνημόνευε τον Δημήτρη Χορν που ποτέ δεν ένιωσε αρκετά ασφαλής για να παίξει στην Επίδαυρο... Γύρω στα εβδομήντα του ο Κοτανίδης έγινε επί σκηνής ο Νίκος Ζαχαριάδης, κορυφώνοντας μια πολιτική και καλλιτεχνική πορεία συνέπειας. Από τότε που στη δευτέρα δημοτικού είπε ένα ποίημα στην κορυφή της σκάλας του σχολείου του στη Δράμα – ήταν ο πατέρας του δικαστής εκεί- και κέρδισε ακαριαία το «κοινό» του, ως την τελευταία παράσταση της ζωής του, το Δείπνο όπου έπαιζε μέχρι τον Δεκέμβριο. Τότε που άρχισε η περιπέτεια της υγείας του που του στέρησε τη ζωή.

Δεν έγινε ποτέ ο σταρ που θα μπορούσε να γίνει. Επειδή δεν το θέλησε ποτέ. Αφήνει όμως μια παρακαταθήκη, έναν τρόπο δράσης μοναδικό για τους Ελληνες καλλιτέχνες. Οπως έγραφε στο βιβλίο του: «Πώς από το "εμείς" του Μακρυγιάννη, που μας οδήγησε σε ό,τι καλό πετύχαμε, ξεπέσαμε στο θλιβερό "εγώ" της σκατομοιρασιάς, που οδήγησε στη σημερινή χρεοκοπία των αξιών, των ιδεών, και της χώρας ολόκληρης; Πώς φτάσαμε στις πολλές μικρές χούντες, στον κάθετο διαχωρισμό από τα κόμματα και στο οριζόντιο κομμάτιασμα από κάθε λογής οργανωμένες ομάδες και "παράγκες"; Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι άνθρωποι που τότε αγωνίζονταν μαζί μας θα ισχυρίζονταν όταν απέκτησαν εξουσία ότι "η μίζα είναι θεσμοθετημένη"; Αν υποστήριζαν κάτι τέτοιο τότε που αγωνιζόμασταν να ρίξουμε τη χούντα, δεν θα είχαν προλάβει να ζήσουν, θα τους είχαμε δαγκώσει το λαιμό».

ΣΧΟΛΙΑ