Ένα πραγματικό οδοιπορικό σε Αθήνα, Αμοργό, Νέα Υόρκη, στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ και στο Τάρπον Σπρινγκς πραγματοποιεί ο Άγγελος Κοβότσος μέσα από τη νέα του ταινία-ντοκιμαντέρ «Στην Αμερική σαν πήγα».
Ουσιαστικά πρόκειται για ένα νοερό ταξίδι στα βήματα του μεγάλου βιρτουόζου της λαϊκής κιθάρας Γιώργου Κατσαρού, στα μέρη όπου έζησε, δημιούργησε, θριάμβευσε.
Η ατμόσφαιρα της εποχής ανασυντίθεται από τον Άγγελο Κοβότσο με δημιουργική αξιοποίηση των φιλμ αρχείου, συναυλιών και μουσικών βίντεο, καθώς και φωτογραφιών που «ζωντανεύουν» με χρήση τεχνολογίας ΑΙ. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε Αμοργό, Αθήνα, Νέα Υόρκη και κατά μήκος της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ έως το «ελληνικό χωριό» Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, όπου ο Κατσαρός έζησε εκεί μέχρι τον θάνατό του το 1997 - κατά δήλωσή του σε ηλικία 107 ετών.
Η ταινία θα προβληθεί την Παρασκευή 13/3 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στην Αίθουσα «Τζων Κασσαβέτης», ενώ προβάλλεται και διαδικτυακά μέσα από το σάιτ του Φεστιβάλ.
Ποιος ήταν ο βιρτουόζος Γιώργος Κατσαρός
Ο Γιώργος Κατσαρός-Θεολογίτης ήρθε από πολύ μικρός σε επαφή με τη μουσική χάρη στον παππού του, ο οποίος ήταν εξαιρετικός τραγουδιστής και αποτέλεσε την πρώτη του πηγή έμπνευσης. Όλα αυτά συνέβησαν στην Αμοργό, τον γενέθλιο τόπο του, στα τέλη του 19ου αιώνα.
Σε ηλικία έξι ετών έφυγε από την Αμοργό για την Αθήνα, προκειμένου να συναντήσει τη μητέρα του, η οποία δούλευε ως οικιακή βοηθός σε διάφορα πλουσιόσπιτα. Οι μαρτυρίες μιλούν για μια ανεπούλωτη πληγή που του προκάλεσαν τα συντηρητικά ήθη της κλειστής νησιώτικης κοινωνίας της εποχής.
Σύμφωνα με αφήγηση του ίδιου, η μητέρα του βρήκε στη συνέχεια δουλειά στα ανάκτορα του βασιλιά Γεωργίου Α΄. Το περιβάλλον της πόλης, με τη στρατιωτική μπάντα των ανακτόρων, τις χορωδίες, τους κανταδόρους και τους πλανόδιους τραγουδιστές που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους στους χωματόδρομους της Αθήνας, επηρέασε βαθιά τον νεαρό Κατσαρό και τον οδήγησε σταδιακά προς τη λαϊκή μουσική.
Λίγα χρόνια αργότερα τον βρίσκουμε να παίζει κιθάρα ως πλανόδιος μουσικός στα παραλιακά κέντρα του Φαλήρου. Παράλληλα, οι επισκέψεις του στον Πειραιά τον έφεραν σε επαφή με τους τεκέδες της περιοχής και με το ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο επηρέασε καθοριστικά τη μουσική του πορεία.
Ακολουθώντας το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα των αρχών του 20ού αιώνα, ο Κατσαρός μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πρώτες εμπειρίες των μεταναστών ήταν δύσκολες: κακοπληρωμένες δουλειές, σκληρές συνθήκες και συχνά έντονος ρατσισμός. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον η μουσική λειτουργούσε ως δεσμός με την πατρίδα. Στα ελληνικά καφενεία και τα καφέ αμάν των μεταναστών, ο Κατσαρός ανέδειξε το ταλέντο του. Με την ιδιότυπη τεχνική του στην κιθάρα και τη χαρακτηριστική φωνή του δημιούργησε ένα τεράστιο ρεπερτόριο που περιλάμβανε ρεμπέτικα, δημοτικά, σμυρναίικα, ρομάντσες και επιθεωρησιακά τραγούδια.
Το 1919 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο για την RCA Victor με τίτλο «Ελληνική απόλαυσις». Με έδρα τη Νέα Υόρκη πραγματοποίησε πολυάριθμες περιοδείες σε όλη την Αμερική αλλά και σε πολλά μέρη του κόσμου, από τις Ινδίες και τη Νότια Αφρική έως την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική, όπου οι ελληνικές κοινότητες τον καλούσαν να εμφανιστεί. Συνεργάστηκε με σημαντικούς Έλληνες μουσικούς της διασποράς, όπως η Μαρίκα Παπαγκίκα, η κυρία Κούλα κ.ά., και απέκτησε μεγάλη φήμη.
Στη διάρκεια του συναρπαστικού βίου του γνώρισε σημαντικές προσωπικότητες της εποχής, ανάμεσά τους τον μεγάλο Ισπανό βιρτουόζο της κιθάρας Αντρέ Σεγκόβια, τον «Ανδρέα Ζακόβια», όπως τον αποκαλούσε ο Κατσαρός, αλλά και τον διαβόητο γκάνγκστερ Αλ Καπόνε, τον οποίο αποκαλούσε «Αλέκο Καπόνη». Πολύ συχνά ο «Καπόνης» προσκαλούσε τον Κατσαρό και τους μουσικούς του να παίζουν γι’ αυτόν στο Σικάγο και τους πλήρωνε αδρά.
Εκ πεποιθήσεως εργένης, δεν είχε θελήσει ποτέ να παντρευτεί, ώσπου γνώρισε την ηθοποιό του βωβού κινηματογράφου Ρίτα Ρίο, με την οποία δημιούργησε μια παθιασμένη ερωτική σχέση και έφτασε πολύ κοντά στον γάμο. Ωστόσο δίστασε να πάρει την τελική απόφαση.
Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 εγκαταστάθηκε στο ελληνικό σφουγγαράδικο χωριό Τάρπον Σπρινγκς της Φλόριντα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, συνεχίζοντας περιστασιακά να εμφανίζεται.
Το 1988 επέστρεψε στην Ελλάδα, σε προχωρημένη πλέον ηλικία, χάρη στις προσπάθειες του Παναγιώτη Κουνάδη, για εμφανίσεις στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και στο Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, μαζί με τον Αργύρη Μπακιρτζή, την Μπάντα της Φλώρινας και τους Χειμερινούς Κολυμβητές.
Ξαναήρθε τον Δεκέμβριο του 1995 στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού ως τιμώμενο πρόσωπο.
Πέθανε, σύμφωνα με τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του, σε ηλικία 107 ετών, αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία διαδρομή στη μουσική ιστορία του Ελληνισμού της διασποράς.
«Στην Αμερική σαν πήγα» του Άγγελου Κοβότσου. Επίσημη συμμετοχή στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Πρεμιέρα: Παρασκευή 13/3/2026, 21:00 Αίθουσα «Τζων Κασσαβέτης», Θεσσαλονίκη και online.
Από την Αμερική ως την Ασία, την Αφρική, την Αυστραλία και την Ευρώπη, εκεί όπου οι ελληνικές κοινότητες τον καλούσαν να δώσει, με την κιθάρα και τη φωνή του, ώθηση στο χορό, στο γλέντι, στο πανηγύρι -σε εκείνη τη συγκολλητική ουσία που ενώνει, ψυχαγωγεί και γεννά νέες ταυτότητες.
Το πιο ουσιαστικό, χάρη στο Αρχείο Κουνάδη και στον ίδιο τον Παναγιώτη Κουνάδη, που διέσωσε τη φωνή και την εικόνα του, ο Κατσαρός δεν είναι απλώς θέμα της ταινίας. Είναι ο πρωταγωνιστής της. Συνομιλεί μαζί μας. Ξεδιπλώνει ο ίδιος τις απίστευτες ιστορίες του: το τραύμα, τους έρωτες, τα ταξίδια, τις διασημότητες. Από τους τεκέδες του Πειραιά στη Νέα Υόρκη κι από εκεί σε όλη την Αμερική και στον κόσμο. Με τον Al Capone. Με τον Andrés Segovia. Με τη σταρ του βωβού κινηματογράφου Rio Rita. Με τον Nick the Greek. Και με τόσους ακόμη.
Δείτε το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ