Δέκα χρόνια μετά, ο Μπόουι δεν είναι ακόμη ένας μουσικός που θυμόμαστε και του κάνουμε... τα σαράντα μέσω διαδικτυακών μνημοσύνων. Είναι κάτι σαν βασικός εξοπλισμός ζωής και επιβίωσης.
Ακριβώς δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του Ντέιβιντ Μπόουι, στις 10 Ιανουαρίου του 2016, το ημερολόγιο γράφει όχι απλά μια επέτειο, αλλά μια κιθαριστική παραμόρφωση. Ένα πριν και ένα μετά. Όχι με τη γραμμική έννοια της Ιστορίας, αλλά με εκείνη τη στραβή, ηλεκτρισμένη αίσθηση που έχεις όταν κάτι βαθιά οργανικό ξεκουμπώνεται βίαια από τον κόσμο και το κενό του δεν αντικαθίσταται, δεν μπαλώνεται, δεν «διορθώνεται» με καμία αναβάθμιση λογισμικού.
Ο Μπόουι δεν ήταν απλώς ένας μεγάλος καλλιτέχνης που πέθανε. Ο Μπόουι λειτουργούσε σαν μετασχηματιστής υψηλής τάσης: έπαιρνε τον φόβο, την αποξένωση, το φύλο ως ανοιχτή πληγή, το μέλλον ως απειλή, την τεχνολογία ως εφιάλτη, και τα μετέτρεπε σε τραγούδια τριών-τεσσάρων λεπτών. Ποπ και ροκ τραγούδια, υποτίθεται. Αλλά από μέσα τους περνούσαν καλώδια. Και αυτά τα καλώδια κρατούσαν την εποχή συνδεδεμένη με κάτι που έμοιαζε ακόμα ανθρώπινο.
Μια μέθοδος επιβίωσης
Γι' αυτό και η κληρονομιά του σπουδαίου καλλιτέχνη και εικαστικού (και όχι μόνο και αποκλειστικά μουσικού) δεν είναι απλώς δισκογραφική. Δεν είναι μια λίστα άλμπουμ, ούτε μια αλληλουχία από περσόνες. Είναι μια μέθοδος επιβίωσης. Ο Μπόουι μας έμαθε πώς να αλλάζουμε δέρμα χωρίς να χάνουμε το σώμα. Πώς να παίζουμε ρόλους χωρίς να εξαφανιζόμαστε μέσα τους. Πώς να μεταχειριζόμαστε την ταυτότητα όχι ως ομολογία αλλά ως εργαλείο. Όχι ως σημαία, αλλά ως εργαστήριο.
[τα πράγματα πάνε κατά διαόλου μετά τον θάνατο του Μπόουι]
Σε αντίθεση με την τρέχουσα εποχή, όπου η ταυτότητα έχει γίνει είτε branding είτε δικαστήριο, ο Μπόουι την αντιμετώπιζε σαν πρόβα. Σαν μια διαρκή πρόβα μπροστά στον καθρέφτη, με το μακιγιάζ μισοτελειωμένο και το φύλο σε εκκρεμότητα.
Και κάπου εδώ αρχίζει να βγάζει νόημα το γνωστό meme που κυριάρχησε στα social media από τα τέλη του 2017 μέχρι σήμερα. Το «things went to hell after David Bowie died» [τα πράγματα πάνε κατά διαόλου μετά τον θάνατο του Μπόουι] δεν είναι απλώς διαδικτυακή υπερβολή ή συλλογική μελαγχολία. Είναι μια λαϊκή μεταφυσική. Μια διαισθητική ιστορική ανάγνωση. Γιατί ο Ιανουάριος του 2016 δεν ήταν απλώς ο μήνας που χάθηκε ένας καλλιτέχνης. Ήταν ο μήνας που χάθηκε ένας μεσάζων ανάμεσα στο χάος και στη μορφή.
Από εκεί και μετά, τα πράγματα δεν έγιναν απλώς χειρότερα. Έγιναν πιο άγαρμπα. Πιο κυριολεκτικά. Ο κόσμος έχασε το glam φίλτρο του. Η ειρωνεία μετατράπηκε σε κυνισμό. Η απόκλιση σε στρατόπεδο. Η εκκεντρικότητα σε αλγόριθμο. Αυτό που ο Μπόουι έκανε με το σώμα και τον ήχο –να τα «στρετσάρει» μέχρι να πουν την αλήθεια, σαν να τα υποβάλλει αμφότερα σε κάποιον αμφίσημο ανιχνευτή ψεύδους– το αντικατέστησε μια κουλτούρα που στρετσάρει μόνο τα νεύρα μας ως ανθρωπότητα.
Ο Μπόουι πέθανε έχοντας ήδη γράψει τον επιτύμβιό του. Το άλμπουμ «Blackstar» ήταν μια τελευταία διόρθωση στο σύμπαν. Μια υπενθύμιση ότι ο θάνατος μπορεί να είναι έργο τέχνης, όχι με την αισθητικοποιημένη έννοια, αλλά με τη δομική: να βάλεις τάξη στο χάος της εξόδου σου. Και μετά από αυτό; Σιωπή. Όχι όμως δημιουργική σιωπή. Απλή, ανόθευτη αμηχανία.
Από το 2016 και μετά, η ανθρωπότητα μοιάζει να έχει χάσει τον ρυθμό της. Σαν μπάντα χωρίς ντράμερ. Όλοι παίζουν πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο θυμωμένα, αλλά κανείς δεν κρατάει το τέμπο. Η πολιτική έγινε punk χωρίς χιούμορ. Η τεχνολογία έγινε krautrock χωρίς επανάληψη. Η καθημερινότητα έγινε noise χωρίς κάθαρση.
Το μέλλον πρέπει να έχει ενδιαφέρον
Ο Μπόουι ήταν από τους τελευταίους που καταλάβαιναν ότι το μέλλον δεν χρειάζεται να είναι ειλικρινές. Χρειάζεται να είναι ενδιαφέρον. Ότι ο φόβος δεν αντιμετωπίζεται με διαβεβαιώσεις, αλλά με στυλ. Όχι στυλ ως επιφάνεια, αλλά ως στάση σώματος απέναντι στο αναπόφευκτο. Γι’ αυτό και η απουσία του φάνηκε τόσο έντονα όταν ο κόσμος μπήκε στη φάση των κρίσεων χωρίς μεταμφίεση. Πανδημίες, πόλεμοι, ψηφιακή αποσύνθεση, πολιτισμική κόπωση. Όλα ωμά. Όλα χωρίς σκηνικά.
Η παρακαταθήκη του Μπόουι σήμερα δεν βρίσκεται στους μιμητές του. Βρίσκεται σε όσους καταλαβαίνουν ότι η τέχνη δεν είναι ταυτότητα αλλά κίνηση. Ότι η μουσική δεν είναι δήλωση αλλά διαδρομή. Ότι το να είσαι «διαφορετικός» δεν σημαίνει τίποτα αν δεν είσαι και μεταβλητός. Ο Μπόουι δεν ζητούσε να τον ακολουθήσεις. Ζητούσε να αλλάξεις την πορεία σου μόνος σου, στηριγμένος στον εαυτό σου [«Hang on to yourself», όπως είχε τραγουδήσει έγκαιρα και καίρια μαζί από το 1972 κιόλας] και όχι σε ξένα δεκανίκια.
Και ίσως αυτό είναι που πήγε πραγματικά στραβά μετά τον Ιανουάριο του 2016. Όχι ότι χάθηκε η αισιοδοξία - αυτή έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα ύποπτη. Χάθηκε η κομψότητα της μετάβασης. Η ιδέα ότι μπορείς να περάσεις από το ένα σκοτάδι στο άλλο με μουσική. Με ένα riff. Με μια πόζα που ξέρει ότι είναι πόζα και γι’ αυτό επιβιώνει.
Eγχειρίδιο επιβίωσης γραμμένο με feedback και ταλέντο
Δέκα χρόνια μετά, ο Μπόουι δεν είναι ακόμη ένας μουσικός που θυμόμαστε και του κάνουμε... τα σαράντα μέσω διαδικτυακών μνημοσύνων. Είναι κάτι σαν βασικός εξοπλισμός ζωής και επιβίωσης. Είναι ένα βρώμικο, τσαλακωμένο manual με σημειώσεις στο περιθώριο, για το πώς να κινείσαι σε έναν κόσμο που καταρρέει χωρίς να ζητάς άδεια, χωρίς να ζητάς συγγνώμη και —το πιο δύσκολο— χωρίς να καταντάς γελοίος. Ένα εγχειρίδιο επιβίωσης γραμμένο με eyeliner, feedback και μπόλικο ταλέντο.
Και όσο ο κόσμος συνεχίζει να πηγαίνει κατά διαόλου —με ή χωρίς memes, με ή χωρίς meta ειρωνεία— τόσο πιο καθαρό γίνεται ότι αυτό που χάσαμε δεν ήταν ένας σταρ, ούτε μια φωνή, ούτε μια φιγούρα για αφίσες σε εφηβικά δωμάτια. Χάσαμε τον τρόπο. Τον τρόπο να κάνεις το τέλος να μοιάζει με αρχή, όχι επειδή πιστεύεις στο μέλλον, αλλά επειδή αρνείσαι να φύγεις σιωπηλός. Τον τρόπο να βγαίνεις από τη σκηνή με θόρυβο, με στυλ, και με ένα τελευταίο κιθαριστικό riff που αφήνει τον κόσμο να αναρωτιέται αν αυτό που μόλις τελείωσε ήταν ένας ανθρώπινος θάνατος ή απλώς η εισαγωγή για το επόμενο σπουδαίο τραγούδι.