fbpx Το iefimerida είδε στη Λυρική την όπερα Βότσεκ που ήδη εκθειάζουν τα διεθνή μέσα [εικόνες] | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΣΕ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΟΛΙΒΙΕ ΠΙ

Το iefimerida είδε στη Λυρική την όπερα Βότσεκ που ήδη εκθειάζουν τα διεθνή μέσα [εικόνες]

Βότσεκ
25|01|2020 | 11:15
Ο Τάσης Χριστογνιαννόπουλος ως Βότσεκ τη στιγμή που ήδη έχει μπει στην παραφροσύνη / Φωτογραφία Ανδρέας Σιμόπουλος

Η πλήρης, ιδανική συνθήκη. Η στιγμή που όλα μέσα στο χάος μιας όπερας λειτούργησαν με υψηλή ακρίβεια, συναντήθηκαν για να δημιουργήσουν μια εμπειρία αψεγάδιαστη. Η στιγμή της όπερας Βότσεκ του Μπεργκ στη Λυρική, με την ανάγνωση του ιδιοφυούς Ολιβιέ Πι.

Η αυλαία έχει πέσει, όλοι οι συντελεστές βρίσκονται στη σκηνή καταχειροκροτούμενοι. Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ο βαρύτονος που ερμήνευσε τον ρόλο του Βότσεκ πυρετικά, καθηλωτικά, επί μιάμιση ώρα, σπεύδει να φέρει στη σκηνή τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον σπουδαίο Ολιβιέ Πι. Και αυτός, λίγο πριν ενώσουν τα χέρια για να έρθουν μπροστά και να υποκλιθούν, φιλά το χέρι του Χριστογιαννόπουλου. Του ερμηνευτή του. Η κίνηση αυτή, μέσα στην κατάμεστη αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στην πρεμιέρα της παράστασης, ήταν ο τονισμός όλου αυτού που συντελέστηκε μπροστά στα μάτια μας, της καθολικής επιτυχίας του Βότσεκ. Μιας παγκόσμιας νέας ανάγνωσης του έργου.

Καθηλωτικός ο βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως Βότσεκ / Φωτογραφία Βαλέρια Ισάεβα

Αυτό που «γεννιέται» στη Λυρική με τον Βότσεκ

Ενα έργο τόσο δύσκολο, απροσπέλαστο σχεδόν για ορχήστρες και φωνές, ένα έργο που θεματικά και κυρίως μουσικά είναι σαν να βάζει διαρκή εμπόδια στον θεατή μέχρι να τον κατακτήσει ολοκληρωτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ ως τώρα στα 80 χρόνια της ιστορίας της Λυρικής δεν είχε ανέβει αυτή η όπερα του Αλμπαν Μπεργκ. Και έγινε τώρα -δικαιώνοντας σκέφτομαι- και τον τίτλο της παγκόσμιας καμπάνιας της Λυρικής. Αυτό το «γεννιέται». Η υπόσχεση της Λυρικής για τη γέννηση, όχι την αναγέννηση αλλά ουσιαστικά την παρουσίαση του πρωτόφαντου, πέτυχε με τον Βότσεκ απόλυτα. Και ταυτόχρονα έβαλε την μεγάλη πρόκληση τού να μείνει ο πήχης εκεί, να τροφοδοτηθεί το κοινό με εμπειρίες πλήρεις, άρτιες, μέσα από τη συνεχή εξέλιξη του οργανισμού και των δυνάμεών του.

Το σκηνικό που διαρκώς άλλαζε όψη και οδηγούσε σχεδόν τη δράση / Φωτογραφία Βαλέρια Ισάεβα

Διότι το επίσης θαυμαστό – και αγρίως ευχάριστο- ήταν ότι οι ελληνικές δυνάμεις υπήρξαν κυρίαρχες και επιτυχείς. Πλάι στον συγκλονιστικό Ολιβιέ Πι –καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν από το 2003-, πλάι στον συνεπή συνεργάτη του στα σκηνικά Πιερ Αντρέ Βάιτς (τα σκηνικά του ήταν σαν ένας νέος ρόλος πλάι στον Βότσεκ), στάθηκαν ως θηρία ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος ως Βότσεκ, ο Βασίλης Χριστόπουλος διευθύνοντας την Ορχήστρα της Λυρικής, οι ίδιοι οι μουσικοί που δεν παρασύρθηκαν αλλά αντίθετα έθεσαν υπό την πειθαρχία τους τα κύματα της μουσικής του Μπεργκ. Αλλά και οι τεχνικοί της Λυρικής. Οι «αθέατοι», που αυτή τη φορά έλαμψαν, θριάμβευσαν δίνοντας υπόσταση, νόημα και ψυχή στο τεράστιο σκηνικό που άλλαζε διαρκώς όψεις, άνοιγε, συσπόταν χωρίς διάλειμμα, παράλληλα με τη σκηνική δράση, ως μέρος της δράσης, σώμα και ψυχή – όπως ένας χορευτής σε μια χορογραφία.

Ο Βότσεκ και το αμλετικό ερώτημα

Ο Πι δεν έκανε τίποτα λιγότερο απ’ ότι προσδοκούσαμε, δεν έδωσε μια στερεοτυπική ανάγνωση του έργου. Το στράγγιξε από αναφορές σαφείς στην εποχή που διαδραματίστηκε, όταν ο φασισμός άρχισε να στραγγαλίζει την Ευρώπη. Δημιούργησε μια σχεδόν βιομηχανική ατμόσφαιρα κενή ταυτότητας, με αναφορές πλάγιες σε στολές των SS, με συμπλέγματα εργατικών κατοικιών, με αστικά τοπία που στερούνται νοήματος και ομορφιάς όπως και οι ζωές του προλεταριάτου. Εικόνες που θυμίζουν Βισκόντι (η σκηνή στο μπαρ), ριπές που θυμίζουν το Τρούμαν Σόου (όταν από σκάλες, διαμερίσματα, δρόμους παρακολουθούν τη ζωή του Βότσεκ). Ηδη από την εκκίνηση, κυνικά και περιπαικτικά ο Πι τοποθετεί ένα κρανίο στη σκηνή, το αμλετικό «να ζει κανείς ή να μη ζει» γίνεται μια υπόμνηση που σαν ρυάκι διατρέχει το έργο και δίνει το τέμπο σε αυτό το έργο που καταλήγει σε διπλό θάνατο. Να μη ζει...

Στο βάθος το σκηνικό θυμίζει όψεις απρόσωπων πολυκατοικιών / Φωτογραφία Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο απροσπέλαστος Βότσεκ παραδόθηκε στον Χριστογιαννόπουλο

Δεν ξέρω ειλικρινά τι θα ήταν η παράσταση αυτή αν είχε ένα άλλο σκηνικό και όχι αυτό το Βάιτς που ήταν σαν ένας κύβος του Ρούμπικ, με αρθρώσεις που γυρνούσαν και σε κάθε κλικ αποκάλυπταν νέα σπηλαιώδη βάθη για να διεξαχθεί το έργο. Οι φωτισμοί του Μπερτράν Κιγύ ακολούθησαν ιδανικά αυτές τις αλλαγές, όπως και κάθε μορφασμό, έκφραση, σύσπαση του προσώπου του Βότσεκ. Του ιδανικού Βότσεκ που έχτισε ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος κάνοντας το γαλλικό περιοδικό Diapason να μιλά για έναν προσωπικό του θρίαμβο. Ο Χριστογιαννόπουλος, δεν παρασύρθηκε ούτε για κλάσμα δευτερολέπτου από την συντριβή ή την μανία του ήρωά του: από την απόλυτη υποταγή στη μοίρα του (πρέπει να είναι ωραίο πράγμα η αρετή, κύριε Λοχαγέ. Αλλά εγώ είμαι φτωχός!) ως την παραφροσύνη που τον οδηγεί στον σφαγιασμό της Μαρί και στον πνιγμό του.

Συμπαγής, με απόλυτο μέτρο, κοφτερός σε κάθε του στιγμή ο διεθνής Χριστογιαννόπουλος κατόρθωσε να μας καταπλήξει και μαζί να καταπλήξει το παγκόσμιο κοινό, καθώς εκπρόσωποι από 20 σημαντικά διεθνή μέσα βρέθηκαν στην αίθουσα, ενώ το Mezzo βιντεοσκόπησε την παραγωγή (στο πλαίσιο της εξωστρέφειας της Λυρικής που στηρίζεται και από τη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος). Ο Βασίλης Χριστόπουλος, για μια ακόμα φορά αναδείχθηκε στον ιδανικό διευθυντή της ορχήστρας σε ένα έργο απροσπέλαστο. Και τα κατάφερε να τιθασέψει αυτή την όπερα που από την ατονικότητα περνά σε ξεσπάσματα που θυμίζουν Βάγκνερ, μέσα από μια διαρκή ροή αδιάλειπτης δύναμης (με τους Financial Times να προτείνουν στη Λυρική να προσλάβουν τον Χριστόπουλο στην κενή θέση του αρχιμουσικού του οργανισμού). Ακριβής, ρωμαλέος, φωνητικά και σωματικά απολύτως παρών ο Βρετανός τενόρος Πίτερ Χόαρ ως λοχαγός-δυνάστης. Το ίδιο ο γιατρός επίσης δυνάστης του μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης. Ερωτική, παραδομένη στην επίκληση μιας άλλης ζωής, θύμα και θύτης, η Μαρί που έχτισε η Γερμανίδα υψίφωνος Ναντίνε Λένερ.

H κατάμεστη αίθουσα Σταύρος Νιάρχος / Φωτογραφία Ανδρέας Σιμόπουλος

Τίποτα δεν πετάς, τίποτα δεν περισσεύει, όλα ακουμπούν χωρίς χάσματα στους αρμούς του έργου που έφτιαξε ο Πι.Συμπαγή, αδιάσπαστα. Επόμενες παραστάσεις στις 26, 31 Ιανουαρίου και 2 Φεβρουαρίου.

ΣΧΟΛΙΑ