Η τελευταία λέξη του Βασίλη Αλεξάκη, του Ελληνα που «παντρεύτηκε τις ιστορίες» | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr

Η τελευταία λέξη του Βασίλη Αλεξάκη, του Ελληνα που «παντρεύτηκε τις ιστορίες»

Βασίλης Αλεξάκης
«Χρειάζεται μια αθωότητα για να γράψεις μυθιστόρημα. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ιδιαίτερα ευφυής. Οι έξυπνοι ας γράφουν δοκίμια» /ΑΠΕ

Αθήνα, Παρίσι και εκατομμύρια αναγνώστες ανά τον κόσμο όπου είχε μεταφραστεί, πενθούν για τον χαμό του συγγραφέα Βασίλη Αλεξάκη. Του επίμονου θαυμαστή των λέξεων, που έλεγε ότι η ελληνική γλώσσα αξίζει περισσότερο και από την Ακρόπολη.

Ηταν 17 χρονών, όταν έγραψε την πρώτη του φράση στα γαλλικά, ως συγγραφέας. Τη φράση που ήθελε να γραφτεί στο μνήμα του «δεν υπάρχει θεός. Είμαι σε θέση να το γνωρίζω». Μοιάζει αταίριαστα στομφώδες, φιλοσοφικό για έναν έφηβο, όμως ο Βασίλης Αλεξάκης από νωρίς τάχθηκε στον κόσμο των γραμμάτων, της λογοτεχνίας, του κόσμου της φαντασίας και της ιστορίας. «Παντρεύτηκα την ιστορία, το παραμύθι» έλεγε. Πέθανε τη Δευτέρα, στο σπίτι του στο Κολωνάκι, με τον γιο του στο προσκεφάλι του, μετά από λοίμωξη του αναπνευστικού. Και από την ώρα που έγινε γνωστή η είδηση, το διαδίκτυο έχει γεμίσει με μια φράση του από το «Τάλγκο»: «Έκλεισα πίσω μου την πόρτα του διαμερίσματος, ακούμπησα το πακέτο στο τραπέζι, το κοίταξα κάμποση ώρα. Μετά βάλθηκα να λύσω τον σπάγκο, δεν τα κατάφερα, τον έκοψα μ’ ένα ψαλίδι. Μέσα στο πακέτο βρήκα ένα γυάλινο μπουκαλάκι, σαν αυτά του φαρμακείου, μ’ ένα διαφανές υγρό. Επάνω στο μπουκαλάκι είχες γράψει με σινική μελάνι: ΠΑΡΙΣΙΝΗ ΒΡΟΧΗ. Βρήκα κι αυτό το σημείωμα: Τη μάζεψα με μια κατσαρόλα, απ’ το παράθυρο. Το μανίκι μου έγινε μούσκεμα. Γρηγόρης».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Oταν τον φωτογράφισε το Paris Match μπροστά στην Ακρόπολη το 2015
Oταν τον φωτογράφισε το Paris Match μπροστά στην Ακρόπολη το 2015

17 χρονών, ταξιδεύοντας τρεις μέρες για τη Γαλλία

Ηταν 17 χρονών, όταν ξέροντας ήδη ποια θα ήθελε να είναι η τελευταία φράση της ζωής του, ξεκινούσε για σπουδές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λιλ. Με υποτροφία, από τη Λεόντειο όπου πήγε σχολείο δεν γινόταν αλλιώς αφού η οικογένειά του ήταν εξαιρετικά φτωχή. Ηταν το στερνοπαίδι που γεννήθηκε ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1943, τρία χρόνια μικρότερος από τον αδελφό του Αρη. Ο πατέρας του ήθελε να γίνει ηθοποιός, είχε τελειώσει τη σχολή του Κουν -από τους πρώτους μαθητές του, αφού το χαρτί της αποφοίτησης είχε τον αριθμό επτά. Δεν κατάφερε να γίνει σπουδαίος όπως επιθυμούσε, έτσι το πρωί εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία και το βράδυ δούλευε σε ερασιτεχνικούς θιάσους.

Εμεναν στην Καλλιθέα, και η μητέρα του έραβε στη ραπτομηχανή κοστούμια για τις παραστάσεις του πατέρα, αλλά και σελίδες που της έδινε ο μικρός Βασίλης για να φτιάξει βιβλία. Από 11 ετών έγραφε, ήξερε ότι θα γίνει συγγραφέας και τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Με την υποτροφία και ένα ελάχιστο κομπόδεμα από τη μητέρα του ξεκίνησε για τη Γαλλία. Ούτε λόγος για αεροπλάνο, βέβαια. Με το πλοίο έφτασε στη Βενετία και από εκεί πήρε τρία τρένα για να φτάσει στη Λιλ -ταξίδευε τρεις μέρες.

Στις νεκρολογίες που γράφονται από αργά το απόγευμα της Δευτέρας για τον Βασίλη Αλεξάκη στο εξωτερικό, αγαπούν να τον αναγράφουν ως Ελληνογάλλο συγγραφέα. Ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα. Εγραψε στα γαλλικά και στα ελληνικά, έζησε από έφηβος ως το 2015 κυρίως στη Γαλλία με μεγάλα διαλείμματα στην Αθήνα και την Τήνο, όμως πατρίδα ένιωθε πάντα την Ελλάδα. Όταν έγινε η χούντα σταμάτησε να γράφει στα ελληνικά και κάθε του λέξη ήταν γαλλική.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το ψέμα για τον Δον Κιχώτη του έφερε στη Le Monde

Κάθε φορά που τον άκουγα να μιλά με αυτό τον χαμηλόφωνο τρόπο, τη μελωδική σχεδόν ροή των λέξεων, μια ήρεμη ροή λέξεων, αλλά και  παρακολουθώντας το ταξίδι του από την Ελλάδα στην Ευρώπη και στην κορυφή του métier του, συχνά μου θύμιζε τον άλλον μεγάλο διεθνή Ελληνα, τον εικαστικό Γιάννη Κουνέλλη. Από τον φτωχό μεταπολεμικό Πειραιά στην Ιταλία και τον κόσμο. Δυο σπουδαίοι Ελληνες παγκόσμιοι αφηγητές, μετανάστες, με τόσους κώδικες κοινούς. Μόνο που ο Αλεξάκης έφτασε στη συγγραφή περνώντας υποχρεωτικά, και για βιοποριστικούς λόγους, πρώτα από μια άλλη παραπλήσια οδό: τη δημοσιογραφία.

Ήταν λίγο μετά τον Μάη του 1968 όταν τηλεφώνησε στην εφημερίδα Le Monde και ζήτησε εργασία, διεκδικώντας μάλιστα, μόλις στα 25 του χρόνια, ένας ξένος, να ασχοληθεί με την κριτική βιβλίων. «Σαν να έπαιρνε ένας Πακιστανός τηλέφωνο σε ελληνική εφημερίδα σήμερα ζητώντας να εργαστεί στο τμήμα της βιβλιοκριτικής», έλεγε για να γίνει κατανοητό το αδιανόητο της υπόθεσης. Τον δέχθηκε η υπεύθυνη του τμήματος βιβλίου Jacqueline Piatier, του πήρε συνέντευξη και τον ρώτησε αν έχει διαβάσει τον Δον Κιχώτη. «Διότι τα πάντα ξεκινούν από εκεί». Είπε ψέματα ότι το έχει διαβάσει -δεν έκρυβε ότι από μικρός έλεγε ψέματα, όχι με δόλιο σκοπό, αλλά για να φτιάξει τους κόσμους που επιθυμούσε. Του έδωσε ένα βιβλίο 500 σελίδων και ζήτησε να γράψει μια κριτική 150 λέξεων, με την Η υποσημείωση ότι ο συγγραφέας ήταν φίλος του εκδότη… Και έτσι άρχισε να εργάζεται στη Le Monde, μια θητεία που διήρκησε δεκαετίες. Και που τον συνόδευε όταν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα «η μόνιμη παρέα μου στα καφέ του Κολωνακίου».

 Δεν είχε υπολογιστή δεν είχε κινητό τηλέφωνο, δεν είχε e-mail

Δεν είχε υπολογιστή δεν είχε κινητό τηλέφωνο, δεν είχε e-mail
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο Ταρζάν, η Παναγία της Τήνου, ο Ντ' Αρτανιάν

Παρεμπιπτόντως, μετά από αυτή την πρώτη συνέντευξη της ζωής του που τον έβαλε κατευθείαν στη Le Monde, διάβασε τον Δον Κιχώτη και κατάλαβε ότι όντως όλα ξεκινούν από αυτό το βιβλίο «όλη η μοντέρνα λογοτεχνία». Εγινε η πυξίδα του, και μπήκε στην δεξαμενή που τον τροφοδότησε, πλάι στα παιδικά του αναγνώσματα: Ταρζάν, Ντ’ Αρτανιάν, Μιλαίδη. Μάλιστα ο Ταρζάν πρωταγωνιστεί στο τελευταίο βιβλίο που έγραφε στη ζωή του, μαζί με την Παναγία της Τήνου μεταξύ άλλων και με αντικείμενο τον θάνατο…

Από 11 ετών ονειρευόταν να κάθεται μπροστά σε κόλλες χαρτιού και να γράφει τις λέξεις «Κεφάλαιο Πρώτον».  Όπως έλεγε πάντα ένιωθε, από παιδί, ότι ζει μεταξύ αληθινών προσώπων και επινοημάτων της φαντασίας του. Τον καθόρισαν οι λέξεις, η μνήμη, η έννοια του τέλους. Κυρίως οι λέξεις, η γλώσσα: ανάλογα με το αν οι ήρωες του βιβλίου του ήταν Ελληνες οι Γάλλοι, έγραφε τα μυθιστορήματά του στα ελληνικά ή στα γαλλικά και στη συνέχεια έκανε και τη μετάφραση ο ίδιος! Μόνο το πρώτο του βιβλίο που έγραψε στα γαλλικά, το «Κεφάλι γάτας» το μετάφρασε στα ελληνικά η μητέρα του.

Χωρίς υπολογιστή και κινητό, μόνο με μολύβι και χαρτί

Ο Βασίλης Αλεξάκης υπήρξε απόλυτα δοσμένος στη συγγραφή, τόσο που συχνά έβαζε την προσωπική του ζωή σε δεύτερη μοίρα. Μέρα που δεν είχε γράψει, ήταν μέρα χαμένη για τον ίδιο. Ξυπνούσε στις 4.30 το πρωί και άρχισε να γράφει, έκανε ένα διάλειμμα και συνέχιζε. Σε χαρτί με μολύβι, σπάνια σε γραφομηχανή. Ως το τέλος, χαρτί, μολύβι γομολάστιχα. Δεν είχε υπολογιστή δεν είχε κινητό τηλέφωνο, δεν είχε e-mail. Τα τελευταία χρόνια είχε βάλει στο σπίτι του στην οδό Αναγνωστοπούλου, στο υπόγειο δυάρι με τον υπέροχο κήπο, τη λιτή διακόσμηση, το τραπέζι του πινγκ-πονγκ και το ψυγείο που πάντα είχε δροσερά υπέροχα κρασιά.

Αυτή ήταν η ελληνική του γεωγραφία. Το δεύτερο υπόγειο στην Αναγνωστοπούλου και το παλιό δίπατο σπίτι στην Τήνο με τη θέα στη θάλασσα. Αν και η καταγωγή του ήταν από τη Σαντορίνη. Στην Ελλάδα επέστρεψε μόνιμα το 2015 μετά την τρομερή περιπέτεια της υγείας του με τον καρκίνο -το 2018 πέρασε μια βαριά πνευμονία και νοσηλεύτηκε για μήνες στο Σωτηρία. Ο καρκίνος τον αποσταθεροποίησε, τον αποξένωσε πρώτη φορά στη ζωή του από τη διαδικασία της συγγραφής -στο κομοδίνο υπήρχε πάντα χαρτί και μολύβι αλλά ήταν αδύνατον να γράψει. Του στέρησε ακόμα και τη γαλλική γλώσσα για λίγο: όταν συνήλθε από το πρώτο μεγάλο χειρουργείο δεν μπορούσε να μιλήσει στα γαλλικά, ούτε τα αναγνώριζε. Δραματικό για έναν άνθρωπο που αγάπησε, ερεύνησε, συνδέθηκε με τις λέξεις. Αλλωστε το υπέροχο βιβλίο του «Η πρώτη λέξη» είχε σχέση με την αναζήτηση της πρώτης λέξης που ειπώθηκε στην ιστορία του ανθρώπου. Και την διατρέχει η απώλεια του αδελφού του, του Αρη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
 Εχει πει ότι αν η ζωή του ήταν βιβλίο «ούτε εγώ ο ίδιος δεν θα διάβαζα πέρα από τις πρώτες 10-15 σελίδες»
Εχει πει ότι αν η ζωή του ήταν βιβλίο «ούτε εγώ ο ίδιος δεν θα διάβαζα πέρα από τις πρώτες 10-15 σελίδες»

Η ελληνική γλώσσα αξίζει περισσότερο από την Ακρόπολη

Τον Αρη που όπως έλεγε τον ονειρευόταν ο Βασίλης Αλεξάκης όταν ήταν βαριά άρρωστος. Όπως και την μάνα του. Αυτοί ήταν οι πυλώνες της ζωής του τα περισσότερα χρόνια. Παντρεύτηκε μια φορά και έμεινε παντρεμένος σχεδόν 20 χρόνια, απόκτησε δυο γιους στο Παρίσι. Εκανε μια ακόμα μεγάλη σχέση για 15 χρόνια. Και μετά επέλεξε να μείνει μόνος, απολύτως αφοσιωμένος στη συγγραφή. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, η σαρωτική, το «Τάλγκο» που έγινε και ταινία, γράφτηκε αμέσως μετά το διαζύγιό του, ενώ ήταν φορτισμένος συναισθηματικά και έχοντας λίγο πριν βιώσει το σοκ μιας αποτυχημένης έκδοσης (Το Σάντουιτς). Το «Τάλγκο» είναι φορτισμένο με αυτοβιογραφικά στοιχεία και ο ίδιος ο Αλεξάκης είναι η γυναίκα αφηγήτρια. Μια ακόμα φορά έγινε η γυναίκα αφηγήτρια βιβλίου του, στο «Η πρώτη λέξη».

Ελεγε στην εκπομπή της Εύης Κυριακοπούλου στην ΕΡΤ ότι η ελληνική γλώσσα αξίζει περισσότερο από την Ακρόπολη. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Κλαρινέτο» προέκυψε από ένα σοκ που είχε πάλι σχέση με την απώλεια της σχέσης με τη γλώσσα. Καθόταν στον καναπέ του στο Παρίσι και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν θυμάται την λέξη που αντιστοιχεί στο μουσικό όργανο που γνωρίζουμε ως κλαρινέτο. Βγήκε στους δρόμους ανήσυχος, είδε τον Πύργο του Αϊφελ και του θύμισε κλαρινέτο. Γύρισε να ρωτήσει τον διπλανό του ποια είναι η σωστή λέξη και αυτός ήταν Κινέζος τουρίστας.

Χιούμορ με τον τρόπο του Ντίκενς

Ετσι του άρεσε να αφηγείται την ιστορία που οδήγησε στον τίτλο του βιβλίου. Απόγνωση, ένα προσωπικό δράμα που τον έκανε να ιδρώνει και χιούμορ. Πάντα το χιούμορ του Αλεξάκη, υποδόριο, ιδιοφυές, συχνά απαιτητικό προς τον αναγνώστη. Το κληρονόμησε από τον αγαπημένο του Ντίκενς: τόσα ανθρώπινα δράματα και κάθε τόσο μικρές εκρήξεις χιούμορ. Το υιοθέτησε. Του ταίριαζε.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η δημοσιογραφία τον όπλισε με τη συνήθεια του εξαντλητικού ρεπορτάζ και της έρευνας πάνω σε κάθε θέμα που επέλεγα για τα μυθιστορήματά του. Περνούσε δραματικές μέρες μετά την ολοκλήρωση κάθε βιβλίου, μέσα στο άγχος και τη μοναξιά που έπρεπε να προηγηθούν πριν φτάσει ξανά στην επόμενη ιδέα. Προτιμούσε λίγο περισσότερο ίσως αυτόν τον κόσμο από την πραγματική ζωή, άλλωστε έχει πει ότι αν η ζωή του ήταν βιβλίο «ούτε εγώ ο ίδιος δεν θα διάβαζα πέρα από τις πρώτες 10-15 σελίδες». Τον ενοχλούσε που στην ταυτότητά του το μικρό του όνομα αναγραφόταν ως Βασίλειος και είχε ξοδέψει πολλές ώρες σε δημόσιες υπηρεσίες για να τους πείσει να μετατραπεί το όνομα σε Βασίλης.

Εχει πάρει μεταξύ άλλων τα βραβεία του: Αλμπέρ Καμί, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis, αλλά και το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ." / Φωτογραφία εκδόσεις Μεταίχμιο
Εχει πάρει μεταξύ άλλων τα βραβεία του: Αλμπέρ Καμί, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis, αλλά και το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ." / Φωτογραφία εκδόσεις Μεταίχμιο

Η ανάκτηση της παιδικής ηλικίας

Το «Κλαρινέτο» έφερε πολλαπλές φορτίσεις. Ο ήρωας ήταν ο επί 40 χρόνια εκδότης του και στενός του φίλος  Jean-Marc Roberts που πέθανε από καρκίνο. Όταν γνωρίστηκαν σε ένα καφέ του Παρισιού και άρχισαν να συνεργάζονται ο εκδότης ήταν μόλις 19 ετών και ο Αλεξάκης 28. Μια σχέση ζωής. Οι νεκροί του, πάντα είχαν λόγο και μορφή στα βιβλία του. Και στα όνειρά του. Ο Βασίλης Αλεξάκης, ντυμένος σχεδόν πάντα με καρό πουκάμισα σε διάφορα χρώματα και ένα φαρδύ γιλέκο από πάνω, με μια πίπα στα χέρια, σχεδόν ένιωθε ενόχληση όταν τον κολάκευαν, τον επαινούσαν, απαριθμούσαν τις επιτυχίες και τα βραβεία του: Αλμπέρ Καμί, Αλεξάντρ Βαιλάτ, Σαρλ Εσμπραγιά, Medicis, αλλά και το Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας το 2007, για το βιβλίο του "μ.Χ.". Επίτιμος διδάκτωρ στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, η χαρά και η συγκίνησή του πήγαζαν κυρίως από τα εγγόνια του. Τρία αγόρια στη Γαλλία και η μικρή Ελένη στην Ελλάδα, που μαζί της επέστρεψε σε μια παιδική ηλικία που σχεδόν δεν είχε ζήσει, γεύθηκε και δοκίμασε στιγμές ανεμελιάς -όπως το να τρώει ένα παγωτό. Η απώλειά του Βασίλη Αλεξάκη είναι μεγάλη, όχι μόνο εξαιτίας του σημαντικού έργου του, αλλά και του γεγονότος ότι συνέχιζε ως τέλους να γράφει. Με μια διαρκή αθωότητα και παιδικότητα. «Χρειάζεται μια αθωότητα για να γράψεις μυθιστόρημα. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ιδιαίτερα ευφυής. Πρέπει να πιστεύεις στην ιστορία που λες, αλλιώς δεν θα λειτουργήσει. Άρα πρέπει να είσαι λίγο παιδί διότι φτιάχνεις ένα παραμύθι. Εγώ είμαι αφελής. Οι έξυπνοι άνθρωποι ας γράφουν δοκίμια».

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ