«Θεέ μου, μη μου δίνεις όσα μπορώ να αντέξω», έγραφε πρόσφατα, στον προσωπικό του λογαριασμό ο Αλέξης Σταμάτης. Ο πληθωρικός, μοναδικός σε ύφος συγγραφέας, έφυγε από τη ζωή στην απόλυτη ακμή του, χτυπημένος από μια σπάνια ασθένεια.
«Αν έφτασες ως εδώ, περπάτησες επάνω μου. Γράφω επειδή υπάρχει χώρος ανάμεσα σε δύο εκλάμψεις — και θέλησα να σταθώ εκεί. Σε ευχαριστώ που άντεξες τη διάρκεια και δεν έφυγες όταν άρχισε να πονά. Ποτέ δεν μίλησα με τον θεό. Ίσως επειδή η γλώσσα μου είχε ήδη χρησιμοποιηθεί σε άλλα στόματα. Αλλά τον ένιωσα. Ως παύση που δεν μου ανήκε». Εχει κάτι το σπαρακτικό το να διαβάζεις λίγες ώρες αφού έγινε γνωστός ο θάνατος του Αλέξη Σταμάτη, αυτό το απόσπασμα, από το τελευταίο ποίημα, του βιβλίου του «Ασθένεια των απαλών πραγμάτων».
Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες έγραφε σαν να φοβόταν περισσότερο την επανάληψη παρά την αποτυχία. Κάθε φορά που έμοιαζε να έχει βρει μια ασφαλή αφηγηματική περιοχή, απομακρυνόταν από αυτήν. Το μυθιστόρημα διαδεχόταν η ποίηση, η ποίηση έδινε τη θέση της στο θέατρο, το παιδικό βιβλίο συνυπήρχε με το δοκίμιο, ο κινηματογράφος με τη λογοτεχνία. Κάθε είδος ήταν ένας νέος δρόμος για να πλησιάσει το ίδιο, επίμονο ερώτημα: πώς συγκροτείται ένας άνθρωπος και πόσες ζωές μπορεί να χωρέσει μέσα σε μία.
Ο ανθηρός κήπος της μνήμης του Αλέξη Σταμάτη
Από τον «Έβδομο Ελέφαντα» και το «Μπαρ Φλωμπέρ»μέχρι την «Αμερικάνικη Φούγκα», τη «Βίλα Κομπρέ», το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς», τα «Μελίσσια», το «Λευκό δωμάτιο», το «Υπήρξα τόσοι άλλοι» και την επιστροφή του στην ποίηση με την «Ασθένεια των απαλών πραγμάτων» την άνοιξη του 2026, δύσκολα βρίσκει κανείς δύο βιβλία που να μοιάζουν πραγματικά μεταξύ τους. Κάθε νέο έργο συνομιλεί με το προηγούμενο μόνο για να απομακρυνθεί από αυτό.
Κι όμως, κάτω από αυτή τη διαρκή αλλαγή υπήρχε μια αξιοσημείωτη σταθερότητα και μια ασυνήθιστη πληθωρικότητα γραφής. Ο Αλέξης Σταμάτης ενδιαφερόταν για τον άνθρωπο τη στιγμή που χάνει τις βεβαιότητές του, όταν μια σχέση διαρρηγνύεται, όταν η μνήμη επιστρέφει απρόσκλητη, όταν η οικογένεια αποκαλύπτει όσα κρατούσε κρυμμένα, όταν ένας ήρωας αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι δεν είναι εκείνος που πίστευε πως ήταν.
Για να καταλάβει όμως κανείς από πού γεννήθηκε αυτή η ανάγκη της διαρκούς μεταμόρφωσης, πρέπει να γυρίσει πολύ πίσω. Όχι στο πρώτο του βιβλίο. Ούτε στις σπουδές του στην αρχιτεκτονική. Πολύ πριν από όλα αυτά, υπήρχε ένα παιδί που μεγάλωνε στα παρασκήνια ενός θεάτρου αφού μητέρα του είναι η θρυλική ηθοποιός Μπέτυ Αρβανίτη.
Η μητέρα του Μπέτυ Αρβανίτη
«Έχοντας ζήσει τη μισή παιδική ζωή μου στα παρασκήνια, σε περιοδείες και στα γυρίσματα ταινιών της Φίνος Φιλμς, όπου γνώρισα τον Κωνσταντάρα, την Αλίκη, τον Παράβα, τον Νίκο Κούρκουλο, τον Παπαγιαννόπουλο και όλους σχεδόν τους σταρ της εποχής, η υποκριτική, η αφήγηση και, σε επέκταση, η ζωή των ηθοποιών μού ήταν πολύ οικεία», θυμόταν. Πρώτος έρωτας της ζωής του, η Νόρα Βαλσάμη…
Μέσα από αυτό το φίλτρο έμαθε να παρατηρεί τους ανθρώπους, υλικό χρήσιμο όταν εκλήθη να φτιάξει τους δικούς του χαρακτήρες για τα βιβλία του. Να προσέχει τις μικρές κινήσεις, τις παύσεις, την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ένας άνθρωπος δείχνει και σε εκείνο που πραγματικά αισθάνεται. Είναι μια δεξιότητα που δύσκολα διδάσκεται, κατακτιέται μόνο όταν μεγαλώνει κανείς ανάμεσα σε ανθρώπους που, από τη φύση της δουλειάς τους, αλλάζουν πρόσωπα χωρίς ποτέ να χάνουν τον εαυτό τους.
Η μητέρα του, η Μπέτυ Αρβανίτη, υπήρξε ήδη μια από τις σημαντικές παρουσίες του ελληνικού θεάτρου. Ο πατέρας του, ο αρχιτέκτονας Κώστας Σταμάτης, ανήκε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, εκείνον του σχεδίου, της γεωμετρίας και της κατασκευής. Ο ίδιος έχει μιλήσει με ειλικρίνεια για μια παιδική ηλικία μοιρασμένη ανάμεσα στους δύο γονείς του. Μεγάλωσε κυρίως με τον πατέρα του, πέρασε στην εφηβεία στο σπίτι της μητέρας του.
Περιέγραφε αυτή τη διαδρομή σαν μια εμπειρία που τον διαμόρφωσε χωρίς να τον καθορίσει. Ίσως όμως εκεί να βρίσκεται η απαρχή μιας θεματικής που θα επέστρεφε ξανά και ξανά στα βιβλία του: οι οικογένειες ως τόποι αγάπης αλλά και σιωπής, οι δεσμοί που δεν λύνονται ακόμη κι όταν αλλάζουν μορφή, οι άνθρωποι που προσπαθούν σε όλη τους τη ζωή να συμφιλιωθούν με όσα έζησαν παιδιά.
Αρχιτεκτονική, μια πρώτη «γλώσσα»
Είναι δελεαστικό να υποθέσει κανείς ότι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και το θέατρο θα γινόταν από νωρίς καλλιτέχνης. Η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη. Ο Αλέξης Σταμάτης δεν ακολούθησε αμέσως τη λογοτεχνία. Επέλεξε πρώτα να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και στη συνέχεια συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο.
Όταν πέρασε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ακολούθησε μια διαδρομή που έμοιαζε σχεδόν φυσική. Ο πατέρας του είχε ήδη χαράξει αυτόν τον δρόμο και ο ίδιος έδειχνε να γοητεύεται από την ιδέα της κατασκευής, της σύνθεσης, της αναζήτησης μιας τάξης μέσα στο χάος. Αργότερα, οι μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο, αρχικά στην αρχιτεκτονική και στη συνέχεια στον κινηματογράφο, άνοιξαν ακόμη περισσότερο το πεδίο των ενδιαφερόντων του. Εκεί ήρθε σε επαφή με μια πόλη όπου η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος και οι εικαστικές τέχνες συνυπήρχαν χωρίς αυστηρά σύνορα.
Δεν εγκατέλειψε ποτέ πραγματικά την αρχιτεκτονική. Απλώς άλλαξε το υλικό με το οποίο δούλευε. Αντί να σχεδιάζει κτίρια, άρχισε να σχεδιάζει χαρακτήρες. Αντί να υπολογίζει φορτία και ισορροπίες, αναζητούσε τις αόρατες δυνάμεις που κρατούν ενωμένη ή διαλύουν μια οικογένεια, έναν έρωτα, μια φιλία, μια ζωή.
Χρόνια αργότερα, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει πώς γεννιέται ένα μυθιστόρημα, χρησιμοποίησε μια φράση που ακούγεται περισσότερο σαν αρχιτεκτονικός ορισμός παρά σαν λογοτεχνική θεωρία. «Ο συγγραφέας δεν είναι παρά ένας επιμελητής χάους», είπε. «Στην αρχή υπάρχει ένα αταξινόμητο υλικό, εικόνες, εμπειρίες, πρόσωπα, λέξεις. Η δουλειά του είναι να ανακαλύψει τις σχέσεις τους».
Τα μυθιστορήματά του δεν ξεκινούν από μια μεγάλη ιδέα αλλά από μια λεπτομέρεια που επιμένει, μια οικογενειακή πληγή που δεν έκλεισε ποτέ, μια ανάμνηση που επιστρέφει τη στιγμή που κανείς δεν την περιμένει. Και γύρω από αυτά τα θραύσματα χτίζει, αργά και μεθοδικά, έναν ολόκληρο κόσμο.
Ο άοκνος, επίμονος, συγγραφέας
Έχει μιλήσει πολλές φορές για τη σημασία της επεξεργασίας, της αμφιβολίας, της επιστροφής στο ίδιο κείμενο. Δεν πίστευε στην έμπνευση ως κεραυνό που λύνει όλα τα προβλήματα. Πίστευε στη δουλειά. Στη δεύτερη, στην τρίτη, στην τέταρτη γραφή. Στην υπομονή που χρειάζεται για να αποκτήσει μια ιστορία τον δικό της ρυθμό.
Η λογοτεχνία, για τον Σταμάτη ήταν μια μορφή οικοδόμησης. Και όταν αισθάνθηκε ότι είχε πια τα εργαλεία της, εμφανίστηκε το βιβλίο που έμελλε να τον συστήσει σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό, για την ακρίβεια στο μεγάλο διεθνές κοινό (αν και ο «Εβδομος Ελέφαντας» είχε μεταφραστεί στα αγγλικά). Το «Μπαρ Φλωμπέρ».
Ήταν το βιβλίο που καθιέρωσε τον Αλέξη Σταμάτη ως μία από τις πιο διακριτές φωνές της γενιάς του. Μεταφράστηκε σε επτά γλώσσες, κυκλοφόρησε στο εξωτερικό, γνώρισε μια διαδρομή που λίγα ελληνικά μυθιστορήματα της εποχής κατάφεραν να διαγράψουν. Ήταν από εκείνα τα βιβλία που αλλάζουν τη θέση ενός συγγραφέα στον λογοτεχνικό χάρτη.
Αμέσως μετά αποφάσισε να κάνει συνειδητά μια στροφή, χωρίς να αναζητήσει την ασφάλεια μιας αναγνωρίσιμης συνταγής, χωρίς να οικοδομήσει μια συγγραφική περσόνα γύρω από την επιτυχία του.
Η «Αμερικάνικη Φούγκα» στράφηκε στην Ιστορία και τη διασπορά, αναζητώντας τη θέση του ατόμου μέσα σε γεγονότα που το υπερβαίνουν και κατόρθωσε να βραβευθεί με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών. Στη «Βίλα Κομπρέ» η κίνηση είναι αντίστροφη. Η Ιστορία υποχωρεί και στο προσκήνιο έρχεται η μνήμη· όχι ως νοσταλγία, αλλά ως δύναμη που επιμένει να αναδιαμορφώνει το παρόν. Το «Σκότωσε ό,τι αγαπάς» στρέφεται στις σκοτεινότερες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας, εκεί όπου η επιθυμία, η ενοχή και η αυτοκαταστροφή συνυπάρχουν χωρίς εύκολες ηθικές απαντήσεις.
Δεν υπάρχει κοινό αφηγηματικό καλούπι που να ενώνει αυτά τα βιβλία. Υπάρχει όμως μια κοινή εμμονή. Ο Αλέξης Σταμάτης ενδιαφερόταν λιγότερο για όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους και περισσότερο για όσα συμβαίνουν μέσα τους όταν ο κόσμος τους τελειώνουν οι βεβαιότητες. Οι ήρωές του βρίσκονται διαρκώς σε μια κατάσταση μετάβασης, αλλάζουν, διαψεύδονται, επιστρέφουν στις μνήμες τους, ξαναδιαβάζουν τη ζωή τους από την αρχή. Η ταυτότητα, στα βιβλία του, δεν είναι ποτέ δεδομένη. Είναι μια ανοιχτή διαδικασία.
Ίσως γι' αυτό ο τίτλος «Υπήρξα τόσοι άλλοι» ακούστηκε σε πολλούς σαν μια προσωπική εξομολόγηση του ίδιου του συγγραφέα, επειδή συμπύκνωνε μια ιδέα που διαπερνούσε σχεδόν όλη την εργογραφία του: ότι ο άνθρωπος δεν είναι μία σταθερή εκδοχή του εαυτού του. Είναι το σύνολο όλων όσων υπήρξε, όλων όσων εγκατέλειψε και όλων όσων δεν πρόλαβε να γίνει.
Γράφω για να αφομοιώσω
Όταν ρωτήθηκε για εκείνο το βιβλίο, απάντησε με τη φράση που ίσως συνοψίζει καλύτερα ολόκληρη τη δημιουργική του πορεία: «Θα μου ήταν αφόρητο να έχω κατασταλάξει σε έναν καλλιτεχνικό εαυτό». Ανατρέχοντας σήμερα στο έργο του, δύσκολα μπορεί κανείς να βρει πιο ακριβή αυτοπροσωπογραφία.
«Γράφω για να αγκαλιάσω, να αφομοιώσω, να καταλάβω κάτι», έλεγε το 2020 με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Αθώα Πλάσματα» (άρχισε να το γράφει το 2021 μέσα στην πανδημία, κυκλοφόρησε το 2023). Τα τελευταία χρόνια αυτή η αναζήτηση έγινε ακόμη πιο εσωτερική. Στο «Υπήρξα τόσοι άλλοι», βιβλίο που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία, επιστρέφει στη δική του ζωή χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την πεποίθηση ότι η μνήμη είναι μια αδιάκοπη ανακατασκευή. Ο άνθρωπος που αφηγείται δεν είναι ποτέ ακριβώς ο ίδιος με εκείνον που έζησε τα γεγονότα.
Λίγο αργότερα ακολούθησε η επιστροφή του στην ποίηση, ύστερα από σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα. Παράλληλα συνέχισε να γράφει για το θέατρο, ένα πεδίο που ποτέ δεν αισθάνθηκε ξένο. Αυτή η διαρκής μετακίνηση από το ένα είδος στο άλλο εξέφραζε την ανάγκη του να προστατεύει τη δημιουργική του ελευθερία. Κάθε φορά που ένιωθε ότι γνώριζε καλά ένα λογοτεχνικό έδαφος, αναζητούσε το επόμενο. Δεν τον ενδιέφερε να επαναλάβει μια επιτυχία. Τον ενδιέφερε να θέσει στον εαυτό του μια καινούργια δυσκολία. Αρθρογραφούσε συστηματικά, σχεδόν εντατικά στο Βήμα.
Όσοι τον γνώριζαν καλά περιγράφουν έναν άνθρωπο που έμοιαζε να ζει συνεχώς μέσα σε μια δημιουργική εγρήγορση. «Η συγγραφή δεν είναι εκτόνωση. Είναι ανεύρεση, ανασκαφή, εξόρυξη», έλεγε περιγράφοντας τη διαδικασία ως μια επίμονη κατάδυση σε όσα βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια.
Γι' αυτό και οι άνθρωποι που τον συναντούσαν συχνά έβλεπαν δύο διαφορετικές εκδοχές του ίδιου προσώπου. Από τη μία ήταν εξωστρεφής, πρόθυμος να συζητήσει για την πόλη, την πολιτική, το θέατρο, τον κινηματογράφο ή τα βιβλία που διάβαζε. Από την άλλη, όταν άρχιζε να δουλεύει, αποσυρόταν στον δικό του κόσμο. Η γραφή απαιτούσε συγκέντρωση, πειθαρχία και χρόνο.
Τα τελευταία χρόνια μιλούσε όλο και συχνότερα για την οικογένειά του. Για τη λατρεμένη του σύζυγό του, την ηθοποιό Εύα Σιμάτου, δεν χρησιμοποιούσε τις συνηθισμένες λέξεις ενός ανθρώπου που απλώς περιγράφει τον γάμο του. Την αποκαλούσε «my mystical wife» και έλεγε ότι του χάρισε σταθερότητα και μια διαφορετική ματιά στη ζωή. Η γέννηση του γιου τους, του Ερμή, άλλαξε ριζικά την αίσθηση του χρόνου και της καθημερινότητας. Η πατρότητα, έλεγε, δεν ήταν μια μεταφυσική εμπειρία αλλά «η πιο φυσική και πραγματική μορφή αγάπης» που είχε γνωρίσει.
Η απόφασή του για την οποία ένιωθε σιγουριά
Παρέμενε βαθιά δεμένος και με τη μητέρα του, τη Μπέτυ Αρβανίτη. Η σχέση τους είχε ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της οικογένειας και είχε αποκτήσει μια δημιουργική διάσταση. Όταν έβλεπε εκείνη ή την Εύα Σιμάτου να ερμηνεύουν έργα του, μιλούσε για μια συγκίνηση που δύσκολα περιγραφόταν με λόγια, γιατί πάνω στη σκηνή συναντιούνταν οι δύο μεγάλες σταθερές της ζωής του: οι άνθρωποί του και η γραφή του.
Ανέτρεξα σε ένα κείμενο που έγραψε για το iefimerida ο Αλέξης Σταμάτης μέσα στην πανδημία, τις μέρες της καραντίνας. Μιλάει για την συγγραφή, φυσικά. «Η συγγραφή είναι ωστόσο από τις λίγες –ίσως η μόνη – απόφαση της ζωής μου για την οποία αισθάνομαι σιγουριά. Ανεξάρτητα από το όποιο αποτέλεσμα. Εξάλλου στην τέχνη, όπως και στη ζωή, σημασία έχει η διαδικασία, όχι το αποτέλεσμα. Επέλεξα αυτό το ρίσκο, αυτήν την ανασφάλεια, γιατί ίσως μπορεί και να ’ναι κι η μόνη μου ελπίδα. Κάθε κύκλος ζωής μου το επιβεβαιώνει. Σκάσε και προσαρμόσου. Αντιδρώντας διαρκώς στις αέναα μεταλλασσόμενες συνθήκες δημιουργείται και η εκάστοτε συγκυρία. Έτσι διατηρεί την όποια αυθεντικότητά της. Υπάρχουν τα δεδομένα και υπάρχουν και τα απρόβλεπτα. Το δαχτυλικό σου αποτύπωμα μπορεί να είναι ίδιο για πάντα, αλλά ποιος ξέρει τι ταραχή συμβαίνει υποδόρια». Ρίσκαρε, έμεινε αυθεντικός και δεν έκρυψε ποτέ τις ταραχές και τις σεισμικές δονήσεις που έκρυβε το αποτύπωμά μου.