Υπόθεση Marfin: Δεν σκότωσαν μόνο 3 ανθρώπους αλλά και μια Δημοκρατία - iefimerida.gr
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Υπόθεση Marfin: Δεν σκότωσαν μόνο 3 ανθρώπους αλλά και μια Δημοκρατία

Σε κοινωνικό επίπεδο, η ταραγμένη μνημονιακή δεκαετία σημαδεύτηκε κυρίως από δύο μείζονα εγκλήματα και έναν διχασμό: από το σοκαριστικό έγκλημα της Marfin το 2010 που στοίχισε την ζωή σε τρεις εργαζόμενους της τράπεζας εκ των οποίων μια έγκυος∙ από την επικίνδυνη άνοδο της Χρυσής Αυγής που συνδέθηκε και με την δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013∙ καθώς και από τον τοξικό διχασμό που επέφερε το εντελώς αχρείαστο και με υπερβολικό οικονομικό κόστος δημοψήφισμα του 2015.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Από τα τρία αυτά σημαντικά γεγονότα, η μεν δολοφονία Φύσσα κατάφερε να βρει δικαίωση με την εξάρθρωση και φυλάκιση της συμμορίας των νεοναζιστών, ο δε διχασμός του δημοψηφίσματος ξεπεράστηκε με την ορθότατη, κατά την γνώμη μου, επιλογή του Κυρ. Μητσοτάκη το 2019 να μην ανοίξει ζητήματα τυχόν ευθυνών για τα γεγονότα του πρώτου εξαμήνου του 2015, περιορίζοντας την κριτική του σε πολιτικό επίπεδο και μόνο. Η χώρα μπόρεσε έτσι να επιστρέψει στην κανονικότητα της ανάπτυξης που συνεχίζεται έκτοτε και που ήταν το μείζον ζητούμενο μετά από δέκα χρόνια οικονομικής καταστροφής.

Ένα όμως φρικτό έγκλημα συνέχιζε να μένει αδικαίωτο, το έγκλημα της Marfin, αποτελώντας ένα μεγάλο αγκάθι στις συνειδήσεις μας. Όχι όλων μας, πάντως. Διότι ενώ στην δολοφονία Φύσσα από τους νεοναζί ήμασταν όλοι οι δημοκράτες στην ίδια πλευρά ορθώνοντας στιβαρό τείχος στον χρυσαυγιτισμό, στην περίπτωση της Marfin, το έγκλημα αντιμετωπιζόταν με ένοχη σιωπή ή μισόλογα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος. Γιατί; Διότι είχε διαπραχθεί από δήθεν αντιμνημονιακούς «αγανακτισμένους» και επίσης αφορούσε μια τράπεζα -με άλλα λόγια, έναν θεσμό της “κλεπτοκρατίας”, όπως χαρακτηριζόταν τότε. Συνεπώς, είχε στην συνείδησή πολλών συμπολιτών μας μια κάποια νομιμοποιητική βάση. Οι τρεις εργαζόμενοι (που έφθασαν να αντιμετωπιστούν άλλωστε και ως “απεργοσπάστες” εκείνην την ημέρα του Μαϊου της γενικής απεργίας κατά των μνημονίων) θεωρήθηκαν οι παράπλευρες απώλειες μιας κατά τα άλλα «δίκαιης αντισυστημικής αγανάκτησης». Και οπότε, καλύτερα θα ήταν να ξεχαστούν. Αφού δεν ήταν θύματα της ακροδεξιάς, δεν ήταν εντέλει και τόσο θύματα. Προκειμένου να μετατοπίσουν τις ευθύνες στο πουθενά, πολλά κόμματα της αντιπολίτευσης έκαναν άλλωστε λόγο για “προβοκάτσια”, υπονοώντας έτσι ότι τα επεισόδια ήταν στημένα.

Αλλά πιο χαρακτηριστική του τότε κυρίαρχου αντισυστημικού κλίματος που διαπερνούσε οριζόντια θεσμούς, κοινωνία και ελίτ ήταν η ανακοίνωση της ΟΤΟΕ που σημείωνε: “Όμως, το τραγικό αυτό γεγονός που στέρησε τη ζωή σε τρεις συναδέλφους μας (2 γυναίκες και 1 άνδρας) είναι η θλιβερή συνέπεια των αντιλαϊκών μέτρων που ξεσήκωσαν τη λαϊκή οργή και τη διαμαρτυρία εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων, το οποίο, όμως, έχει φυσικούς αλλά και ηθικούς αυτουργούς. Οι φυσικοί αυτουργοί πρέπει να βρεθούν και να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Οι ηθικοί αυτουργοί, όμως, πρέπει να αναζητηθούν στην ασκούμενη πολιτική, στην επιχειρησιακή στάση της αστυνομίας αλλά και στις Διοικήσεις των Τραπεζών που με την εκβιαστική τους πρακτική εμποδίζουν τη συμμετοχή των εργαζομένων στις κινητοποιήσεις και με την ανευθυνότητά τους δεν λαμβάνουν έγκαιρα όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας, για να προστατευθούν οι ανθρώπινες ζωές των εργαζομένων και των πολιτών στα τραπεζικά καταστήματα, που αποτελούν γνώριμους και διαχρονικούς στόχους σε όλη την διαδρομή που ακολουθούν κάθε φορά οι εργατικές πορείες και οι διαδηλώσεις. Όμως, σοβαρότατες πολιτικές ευθύνες έχει και η Κυβέρνηση η οποία όπως φαίνεται δεν υπολόγισε το μέγεθος και την έκταση των συνεπειών που έχουν για την ελληνική κοινωνία και τους πολίτες οι αποφάσεις της που αφορούν στην οικονομική παράδοση της χώρας μας στην τρόικα του Δ.Ν.Τ., της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ε.Κ.Τ., αλλά και στις διαχρονικές απαιτήσεις του ντόπιου κεφαλαίου.”

Κοντολογίς, πιο πολύ έφταιγαν τα “Μνημόνια”, η Ε.Ε. και το “ντόπιο κεφάλαιο” παρά όσοι τους έκαψαν ζωντανούς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για το ότι τα θύματα της Marfin ήταν “δεύτερης κατηγορίας θύματα” δεν χρειάζεται άλλη απόδειξη παρά το πως αντιμετωπίστηκε η μαρμάρινη τιμητική πλάκα που στήθηκε κοντά στο σημείο της δολοφονίας τους, το Μάιο του 2020 και είχε εγκαινιαστεί από την τότε ΠτΔ Κατερίνα Σακελλαροπούλου και τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, χωρίς πάντως την παρουσία τής τότε αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ που είχε αρνηθεί να παραστεί. Η τιμητική πλάκα βεβηλώθηκε έκτοτε δύο φορές ενώ την μία εξ αυτών καταστράφηκε κι ένα μέρος της, το οποίο θα αποκαθίσταντο αργότερα. Κάποιοι προφανώς θεωρούσαν ότι η αποτρόπαια αυτή τρομοκρατική πράξη δεν άξιζε να έχει θέση στην συλλογική μας μνήμη.

Χρειάστηκαν εντέλει 16 χρόνια για να ανακινηθεί ξανά η υπόθεση φθάνοντας στις πρώτες 3 συλλήψεις υπόπτων. Το τεκμήριο της αθωότητας είναι δεδομένο και αν δεν αποφανθεί τελεσίδικα η δικαιοσύνη, κανέναν δεν μπορούμε να καταδικάσουμε εκ των προτέρων. Αφήνουμε δε το γεγονός ότι κάποιες από τις κατηγορίες πιθανότατα να έχουν παραγραφεί μετά την αδικαιολόγητη καθυστέρηση τόσων χρόνων.

Αλλά τα προφίλ των μέχρι τώρα τριών υπόπτων που έχουν συλληφθεί επιβεβαιώνουν κάτι που είχε επισημανθεί από την αρχή της κρίσης: αφορά τον μηδενιστικό αυτό ριζοσπαστισμό της περιόδου, που έμεινε γνωστός ως βία των μπαχαλάκηδων. Πρόκειται για μια τυφλή βία που εμφανίστηκε πιο εμβληματικά μετά την τριήμερη καταστροφική εξέγερση στην Αθήνα το 2008, και δεν προέρχονταν από τους φτωχούς ή τους αδικημένους, όπως πάντα αρέσκονται να λένε οι λαϊκιστές αλλά συχνότατα από μέλη των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων ή και των υποτιθέμενων ελίτ τα οποία δρούσαν σε οργανωμένες και ιεραρχημένες ομάδες του αντεξουσιαστικού χώρου. Ένας «θυμός» των ευνοημένων δηλαδή και των προνομιούχων που εξηγείται μόνο με ψυχολογικούς και οικογενειακούς όρους. Και όμως, αυτή την λατρεία της καταστροφής ήταν που όπως είδαμε τότε υπερασπίζονταν τυφλά τα υποτιθέμενα αντισυστημικά κόμματα καβαλώντας το κύμα του γενικευμένου θυμού και εντέλει ποντάροντας στο χάος και την πολιτική αναστάτωση που νόμιζαν ότι θα τους ευνοούσε. Ας το επαναλάβουμε: αφού δεν ήταν «ακροδεξιά βία», όλα μπορούσαν να γίνουν ανεκτά.

Μόνο που η τρομοκρατική βία αυτής της γενιάς των προνομιούχων δεν έχει πρόσιμο. Δεν υπηρετεί κανένα ιδανικό και δεν έχει κανέναν πολιτικό στόχο πέραν της μπαχαλοποίησης της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Και οδηγεί στην πλήρη ήττα της Πολιτικής και στην σοβαρή υποβάθμιση της Δημοκρατίας -και μάλιστα από εκείνους που διακηρύσσουν ότι δήθεν την υπερασπίζονται. Θα πρέπει εδώ να θυμίσουμε δηλώσεις από προβεβλημένα στελέχη της αντιπολίτευσης του 2010-15 που δεν δίσταζαν δημόσια να δικαιολογήσουν περιστατικά βίας ισχυριζόμενα ότι το επιτρέπει ή και το επιτάσσει ακόμη το σύνταγμα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το θύμα λοιπόν εκείνου του ακόμη αδικαίωτου εγκλήματος δεν ήταν μόνο οι τρεις αθώοι άνθρωποι και το αγέννητο έμβρυο. Ήταν και η ίδια η Δημοκρατία μας που δεν έχει πάψει έκτοτε να παλεύει με τις δυνάμεις της λουμπενοποίησης που απελευθερώθηκαν ανεξέλεγκτες εκείνη την περίοδο από το λύχνο του αντισυστημισμού. Η επικίνδυνη αυτή κληρονομιά συνέχισε μάλιστα να προσδιορίζει την πολιτική μας ζωή ακόμη και μετά το τέλος των μνημονίων, οδηγώντας σε μια σταθερή υπονόμευσή της μέσω της καθημερινής τοξικότητας και της υποβάθμισης του επιπέδου της αντιπαράθεσης. Η πρόσφατη επίθεση με γκαζάκια σε σπίτια κομματικών στελεχών της Ν.Δ. που στοίχισαν την ζωή σε μια αθώα γυναίκα είναι ένα κραυγαλέο αλλά όχι το μόνο παράδειγμα αυτής της κουλτούρας της βίας.

Το παρήγορο είναι ότι η Δημοκρατία μας όλο αυτό το διάστημα έχει δείξει και καλά αντανακλαστικά, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο. Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται μια θρυλική μορφή της ελληνικής πολιτικής ζωής που του οφείλονται πολλά: ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης. Αν εξυχνιαστεί και η υπόθεση της Marfin, ο μακροβιότερος υπουργός Προστασίας του Πολίτη στην μεταπολίτευση, αν όχι και πιο πριν, θα έχει συνδεθεί με την επίλυση των δύο πιο πολύκροτων υποθέσεων τρομοκρατίας τα τελευταία 50 χρόνια: της “17Ν” και αυτής εδώ. Η βασικότερη συνεισφορά του Μ. Χρυσοχοϊδη είναι ότι έδειξε (στην μακρά του θητεία σε ένα υπουργείο που έφερε παραδοσιακά αρνητικές συμπαραδηλώσεις λόγω των αμαρτιών του προ του 1974) πως η αστυνομία σε μια ώριμη Δημοκρατία μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως υπερασπιστής της, και όχι απλώς ως μηχανισμός κρατικής καταστολής. Αν αυτή η κουλτούρα εμπεδωθεί, θα είναι και το καλύτερο αντίδοτο στην κουλτούρα της βίας που θέλησε να επιβάλει ο τυχοδιωκτισμός των μπαχαλάκηδων και των υπερασπιστών τους.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ Marfin δημοκρατία
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ