Το άστρο του Τσίπρα τρεμοπαίζει το τελευταίο διάστημα. Η προσπάθειά του να επανέλθει στο προσκήνιο ευοδώθηκε μεν, το νέο κόμμα ΕΛΑΣ που ίδρυσε έφτασε ήδη δεύτερο στις δημοσκοπήσεις. Αλλά δεν δείχνει την απαραίτητη δυναμική για έναν νέο κύκλο εξουσίας. Ούτε ο ίδιος ο Τσίπρας κατόρθωσε να αναστήσει τον μύθο του χαρισματικού παιδιού της Αριστεράς.
Σήμερα τα ποσοστά του κόμματός του πλησιάζουν μετά βίας την επίδοση της ήττας του 2023. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφεται μεν προβάδισμα της ΕΛΑΣ, αλλά με ελαφρώς πτωτική τάση, ενώ το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει ελαφρά άνοδο. Η αναμέτρηση για τη δεύτερη θέση δείχνει να μην έχει κριθεί, ενώ τα ποσοστά που χωρίζουν το κόμμα Τσίπρα από την πρώτη ΝΔ παραμένουν διψήφια.
Επομένως, αν διαβάσουμε ψύχραιμα τις πρώτες μετρήσεις μετά τη ΔΕΘ, το μόνο κόμμα που δεν κέρδισε είναι η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη. Κι αυτό παρότι τον τελευταίο χρόνο οι κινήσεις Τσίπρα έφεραν αποτέλεσμα για τον ίδιο: το πολιτικό εγχείρημα του rebranding, το λανσάρισμα της «Ιθάκης», η εμφάνιση στο Παλλάς (με τη δημόσια ταπείνωση των πρώην συντρόφων), η φιέστα του Μαΐου στο Θησείο και οι ύμνοι στο πρόσωπό του περί «Τζοκόντας» προκάλεσαν μεν σχόλια και ερωτηματικά, αλλά ήταν αρκετά για να επαναφέρουν τον πρώην πρωθυπουργό στο πολιτικό παιχνίδι και την ΕΛΑΣ στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Ωστόσο με την εμφάνιση Τσίπρα στη ΔΕΘ ξεκίνησε η σταδιακή απομυθοποίησή του: εκεί μάλλον χάθηκε το νήμα μεταξύ κατάσχεσης τραπεζικών θυρίδων, ασαφούς φορολόγησης πλουσίων και τεράστιας παροχολογίας. Για παράδειγμα, τα μέτρα που πρότεινε ήταν 7 δισ. ευρώ το έτος, ενώ είπε τετραετία. Δεν μπόρεσε στη ΔΕΘ να πείσει για τις ρεαλιστικές του επιδιώξεις, ούτε να προσδώσει προφίλ κυβερνησιμότητας στο νεότευκτο κόμμα του.
Ακολούθησαν κάποιες εβδομάδες θολούρας, με διαφορετικά ποσά κοστολόγησης του γενικόλογου προγράμματος, που άλλαζαν ανάλογα με το ποιο στέλεχος της ΕΛΑΣ έβγαινε στα κανάλια να μιλήσει. Φάνηκε να μη διαθέτει επεξεργασμένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα, ούτε τα στελέχη να το υλοποιήσουν. Κυρίως δεν έπεισε ότι ο ίδιος διόρθωσε αυτά που είχε υποδείξει -στο πλαίσιο της περίφημης αυτοκριτικής του- ως λάθη της προηγούμενης φάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Εξακολούθησε να επαναλαμβάνει τον παλιό του εαυτό.
Το αποτέλεσμα ήταν το ιδεολογικό στίγμα που το νέο κόμμα εξέπεμπε να θολώσει. Τη μια φαινόταν να στηρίζει τα ιδιωτικά ΑΕΙ, την άλλη να τοποθετείται κατά της 13ης σύνταξης, με αποτέλεσμα να κατηγορείται ακόμη και για δεξιά στροφή. Ταυτόχρονα, η ΕΛΑΣ εκτός του ότι παρέμενε χωρίς σαφή οργανωτική δομή, έδειχνε κόμμα εντελώς προσωποπαγές και τα στελέχη του πιο άπειρα απ' ό,τι στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα άρχισε πλέον να μη συσπειρώνει όσο παλιά το αριστερό ακροατήριο που σταθερά ακολουθούσε τον Τσίπρα από το 2015. Ούτε να προσελκύσει καινούργιο προς την κεντρώα κατεύθυνση.
Φάνηκε ότι το πολυσυζητημένο πολιτικό χάρισμα του κ. Τσίπρα, ακόμα και αν είναι υπαρκτό, έχει ένα όριο, ένα ταβάνι.
Αυτά βέβαια δεν εμπόδισαν τον πρώην πρωθυπουργό, με τη φόρα των πρώτων δημοσκοπήσεων, να δώσει ραντεβού για την... εξουσία στη δεύτερη Κυριακή, βέβαιος ότι θα είναι εκείνος που θα απαιτήσει να φύγει ο Μητσοτάκης. Σε μια στιγμή ακατανόητης παρόρμησης, μάλιστα, έφτασε να αναφωνήσει «ή εμείς ή κανείς», όπου στο «κανείς», προφανώς, κατέταξε τον Ανδρουλάκη.
Οι μετρήσεις ωστόσο δείχνουν ότι η αισιοδοξία του δεν διαθέτει στέρεη βάση. Το ΠΑΣΟΚ επιδεικνύει αντοχές, μπορεί να διεκδικήσει ψηφοφόρους τόσο από τα αριστερά όσο και από την Κεντροδεξιά, ενώ η ΕΛΑΣ βρίσκεται σε στασιμότητα. Κατά συνέπεια, η μάχη για τη δεύτερη θέση δεν έχει ακόμη κριθεί. Και αν η μείωση της διαφοράς συνεχιστεί στις επόμενες μετρήσεις και ο Ανδρουλάκης από «κανείς» μετατραπεί σε ανταγωνιστή, τότε ο Τσίπρας θα έχει πρόβλημα.