Τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους που χάρισαν το κρίσιμο ποσοστό επιτυχίας στη Νέα Δημοκρατία κάποιοι τους αποκαλούν (μισο-ειρωνικά) Kyriakistas -γιατί ψηφίζουν ΝΔ μόνο επειδή είναι ο Μητσοτάκης πρωθυπουργός, όχι γιατί ανήκουν σε αυτήν ή γιατί συμφωνούν με τις αρχές της.
Και είναι ενδιαφέρον ότι προσωπικά ο ίδιος ο Μητσοτάκης, όχι η Νέα Δημοκρατία, κατόρθωσε να έχει απήχηση σε αυτό το τμήμα των ψηφοφόρων που χαρακτηρίζονται κάπως γενικευμένα «κεντρώοι». Οφείλεται κυρίως στον εκσυγχρονιστικό πολιτικό του λόγο και στη μεταρρυθμιστική συνέπεια που έχει δείξει, είτε ως υπουργός της κυβέρνησης Σαμαρά, είτε ως πρωθυπουργός. Κρατούσε πάντα αποστάσεις από τον εθνικιστικό και λαϊκιστικό λόγο των περισσότερων στελεχών της ΝΔ. Και ως πρωθυπουργός συγκρότησε την κυβέρνησή του αξιοποιώντας στελέχη και από τον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο, ακόμα και με θητεία σε κορυφαίες θέσεις του ΠΑΣΟΚ. Ενίσχυσε έτσι τη γαλάζια ομάδα με υπουργούς που στην πορεία αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι και αποτελεσματικοί, όπως οι Πιερρακάκης, Μενδώνη, Φλωρίδης, Γεραπετρίτης, Σκέρτσος, Χρυσοχοΐδης κλπ. Μάλιστα δύο εξ αυτών εκλέγονται πρώτοι στις περιφέρειές τους, σε μια παράταξη που τους έχει πλήρως αγκαλιάσει και αποδεχθεί.
Επομένως η κεντρώα διεύρυνση υπήρξε -εκ του αποτελέσματος- μια από τις πιο επιτυχημένες κινήσεις πολιτικής στρατηγικής του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι αυτή που απογείωσε τα ποσοστά της ως το 41% και έκανε την Νέα Δημοκρατία κυρίαρχη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα την τελευταία επταετία. Προσέδωσε μάλιστα μια πολιτική αντοχή στον Μητσοτάκη που παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά στη Μεταπολίτευση. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, για παράδειγμα, έμεινε μόνο πεντέμισι χρόνια πρωθυπουργός και στη συνέχεια μετακόμισε στην προεδρία της Δημοκρατίας. Πεντέμισι χρόνια υπήρξε πρωθυπουργός και ο Κώστας Καραμανλής, πριν χάσει τις εκλογές του 2009 και αποχωρήσει από την ηγεσία. Ενώ ο Σαμαράς όχι μόνο δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει αυτοδυναμία, αλλά με κυβέρνηση συνεργασίας άντεξε μόνο μια τετραετία.
Όπως επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα μόνο όσοι είχαν ή έχουν την πολιτική ευφυία να καλέσουν σε βοήθεια το Κέντρο παίρνουν εκλογές. Μόνο με τη «λαϊκή δεξιά» η Νέα Δημοκρατία δεν θα είχε αριθμητικά τη δυνατότητα να γίνει πλειοψηφία και να κυβερνήσει. Ακόμη και ο Κ. Καραμανλής στη Μεταπολίτευση διεύρυνση προς το Κέντρο έκανε προκειμένου να ιδρύσει μια μεγάλη παράταξη. Και ο ανιψιός του το 2004 στον «μεσαίο χώρο» απευθύνθηκε για να κερδίσει τον Σημίτη.
Σήμερα η λαϊκή δεξιά παρότι δεν έχει καμία δυνατότητα να κυβερνήσει γιατί απευθύνεται σε ένα μειοψηφικό ακροατήριο, έχει μετατρέψει τους συμμάχους Kyriakistas σε εχθρούς. Τους κατηγορεί συνήθως για όλα τα δεινά της παράταξης και θέλει να τους εξοβελίσει. Οι χειρότεροι επικριτές του μεσαίου χώρου βρίσκονται στη Δεξιά. Παρότι οι κεντρώοι τους ξελάσπωσαν το 2019 και βοήθησαν να απαλλαγεί η χώρα από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και στη συνέχεια χάρισαν απανωτές εκλογικές νίκες στην παράταξή τους, τώρα τους βλέπουν ως ανεπιθύμητους. Αυτούς βάζει συνεχώς στο στόχαστρο κυρίως ο Σαμαράς όταν κατηγορεί τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι έχει μετατρέψει τη Νέα Δημοκρατία σε ...Ποτάμι. Με τη μεγαλύτερη συχνότητα στο στόχαστρό τους βρίσκεται ο Άκης Σκέρτσος, παρότι είναι από τους πιο διακριτικούς και αποτελεσματικούς υπουργούς του επιτελικού κράτους. Ως πούροι Δεξιοί ενοχλούνται από την εμμονή των κεντρώων για μεταρρυθμίσεις, καινοτομίες και ρήξεις, όπως έγινε ειδικά στην περίπτωση με τον γάμο ομοφύλων. Δεν ανέχονται ότι το Κέντρο δηλώνει φανατικά αντίθετο στον παλαιοκομματισμό, τον πελατειασμό και τον λαϊκισμό. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι η ΝΔ ιδεολογικά και κοινωνικά παραμένει στον άκρως συντηρητικό χώρο, ειδικά η λαϊκή δεξιά του Αντώνη Σαμαρά.
Το εκλογικό στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα κριθεί ακριβώς από το πόσο συνεπής θα φανεί απέναντι στο κεντρώο ακροατήριό του. Όπως η μάχη στις τελευταίες εκλογές κρίθηκε στο Κέντρο, το ίδιο θα συμβεί και με τις επόμενες. Υπάρχει βέβαια η κρίσιμη διαφορά ότι από τις εθνικές εκλογές (2023) μέχρι τις ευρωεκλογές (2024) η ΝΔ έχασε περίπου ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους, οι περισσότεροι από τους οποίους θεωρείται ότι ανήκουν στις τάξεις των κεντρώων. Πρόκειται για τεράστια απώλεια και ο Κ. Μητσοτάκης θα ταλαιπωρηθεί πολύ να την αναπληρώσει, παρότι Τσίπρας και Ανδρουλάκης δεν έχουν εύκολη πρόσβαση σε αυτό το ακροατήριο. Ο μεν πρώτος απευθύνεται σε άλλο κοινό και ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός. Το δε ΠΑΣΟΚ έπαψε να αποτελεί φυσικό καταφύγιο των κεντρώων από τη στιγμή που συριζοποίησε την αντιπολιτευτική του στρατηγική.
Επομένως η προσεχής εκλογική αναμέτρηση αναμένεται πολύ δυσκολότερη από τις προηγούμενες γιατί η ΝΔ προσέρχεται σε αυτήν με τα χαμηλά ποσοστά των ευρωεκλογών -όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις- και αναζητώντας ένα χαμένο ακροατήριο. Για άλλη μια φορά οι Kyriakistas θα κληθούν να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά.