Το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση για να θεωρεί την Θεοδώρα Τζάκρη σοβαρή μεταγραφή. Αλλιώς δεν εξηγείται γιατί σκέφτεται να επαναφέρει στις τάξεις του μια βουλευτή που το εγκατέλειψε στην δύσκολη εποχή των μνημονίων και από τότε περιφέρεται σε διάφορα κόμματα.
Εκτός και αν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, τώρα που οι δημοσκοπήσεις κατρακυλάνε και οι εσωκομματικοί αντίπαλοι καραδοκούν, θέλει να περιστοιχίζεται και από κάποιους χειροκροτητές κόλακες. Από στελέχη δηλαδή που του ανεβάζουν το ηθικό και του κάνουν ενέσεις αυτοπεποίθησης, αντί συνεχώς να τον αμφισβητούν και να τον επικρίνουν. Κατανοητό.
Προφανώς στον τομέα αυτό η Θεοδώρα Τζάκρη είναι αυθεντία. Στο τελευταίο κόμμα που βρέθηκε, του Κασσελάκη, έλυωνε μονίμως για τον αρχηγό και ακκιζόταν δίπλα του ασύστολα. Παρεμπιπτόντως, αυτό το ντουέτο θα άξιζε μια θέση στα άπαντα των πιο διασκεδαστικών στιγμών της ελληνικής πολιτικής σκηνής -πλάσαραν ως αντιμνημονιακή κουλτούρα τα αστεία ναρκισσιστικά τους σύνδρομα. Αν δεν είχε γνωρίσει τον Στέφανο, είπε κλαίγοντας η Τζάκρη σε κάποιο Συνέδριο, ίσως κι εκείνη να τα είχε παρατήσει. Ισως να είχε εγκαταλείψει τον αγώνα της ενάντια σε αυτούς που ...«τρώνε τα χρήματα του ελληνικού λαού από το 1821». Δυο μήνες μετά από αυτή την σπαραξικάρδια δήλωση, η Τζάκρη τα βρόντηξε, καταγγέλλοντας τον Κασσελάκη με τα χειρότερα λόγια!
Δυστυχώς στην Ελλάδα, όπως φυσικά και παντού στον κόσμο, ευδοκιμεί ένα είδος πολιτικών που είναι ικανοί για όλα, προκειμένου να ξεχωρίσουν στην αγορά της δημόσιας προσοχής. Ακολουθούν μεθόδους για τις οποίες κάποιοι άλλοι θα ντρέπονταν. Δεν περιμένουν υπομονετικά να διακριθούν για τις ιδέες, το πολιτικό μυαλό ή για τις ρητορικές τους ικανότητες. Αντίθετα, προβάλλουν τις περσόνες τους λες και είναι σημαντικές, χωρίς ντροπή μπροστά στον αυτοεξευτελισμό. Συνήθως πουλάνε αντίσταση στο «σύστημα», ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που επιζητούν είναι οι προβολείς και οι χορηγοί του συστήματος. Άλλοι πλασάρονται ως αντιμνημονιακοί ήρωες, ενώ ουσιαστικά ψάχνουν ένα κόμμα για να τακτοποιηθούν. Εκπέμπουν ένα μόνιμο «κατηγορώ», χωρίς οι ίδιοι να προσφέρουν παρά θεωρίες και παραμύθια. Και η Θεοδώρα Τζάκρη, τι θα ήταν χωρίς τα πλατινέ μαλλιά, τις ψηλοτάκουνες γόβες Louboutin και τις τσιρίδες στα κανάλια; Μια άγνωστη βουλευτής, ένας αριθμός στα έδρανα των νεοαγανακτισμένων, εκεί όπου υπάρχουν τόσοι και τόσοι άλλοι.
Το ερώτημα είναι γιατί το ΠΑΣΟΚ πιστεύει ότι θα κερδίσει κάνοντας νεύμα σε πολιτικούς με αυτό το προφίλ. Πλέον, στο πολιτικό παζάρι των μεταγραφών μόνο κάποιοι γυρολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ και μειωμένης εκλογικής βαρύτητας πρόσωπα έχουν απομείνει. Ακόμη και ο Τσίπρας τους έχει πετάξει στην εξέδρα, ως ανεπιθύμητους ή πολιτικά φθαρμένους και αρνείται να τους συμπεριλάβει στις τάξεις του κόμματός του. Είναι ευτελιστικό για το ΠΑΣΟΚ να τους παρακαλάει για μεταγραφή.
Εξίσου προβληματικές είναι οι χαλαρές αντιστάσεις που δείχνει το ΠΑΣΟΚ σε άτομα που ως χθες ήταν υβριστές του. Όλοι αυτοί που κατήγγειλαν τον ΓΑΠ για το μνημόνιο και τον περιγελούσαν ως «Ολαντρέου» ή οι δεδηλωμένοι εχθροί της εποχής Σημίτη και των μεταρρυθμίσεων πώς θα επανακάμψουν για να καθίσουν με τους χθεσινούς αντιπάλους στα ίδια έδρανα; Μπορεί να σβήσει με μονοκονδυλιά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση του ΠΑΣΟΚ και την νεοαριστερά του Τσίπρα;
Και είναι εντέλει αδιανόητο να πολιτευθούν οι άνθρωποι αυτοί δίπλα σε κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, όπως η Άννα Διαμαντοπούλου, ο Παύλος Γερουλάνος, η Νάντια Γιαννακοπούλου, ο Μιχάλης Χριστοδουλάκης. Όχι μόνο γιατί αποσκίρτησαν στα δύσκολα, αλλά γιατί το χάσμα ηθικής στάσης, πολιτικής αξιοπρέπειας και ιδεολογικής κατεύθυνσης είναι τεράστιο. Αφήστε που σε κάποιες περιπτώσεις, όπως είπαμε, μπαίνουν και κριτήρια αισθητικής.