Στέφανος Μάνος: «Μπορεί να απογοήτευσα, αλλά δεν εξυπηρέτησα»- Επίμονος, «δύσκολος», συγκρούστηκε με την αδράνεια - iefimerida.gr

Στέφανος Μάνος: «Μπορεί να απογοήτευσα, αλλά δεν εξυπηρέτησα»- Επίμονος, «δύσκολος», συγκρούστηκε με την αδράνεια

Στέφανος Μάνος
Οι Έλληνες δεν μαθαίνουμε από τα μαθήματά μας έλεγε στο iefimerida o Στέφανος Μάνος / φωτογραφία Γιάννης Παναγόπουλος eurokinissi

Βιομήχανος που εγκατέλειψε την Αλλατίνη για την πολιτική, ο πρώτος υπουργός Περιβάλλοντος, ο άνθρωπος πίσω από την αναμόρφωση της Πλάκας, την απόσυρση των ρυπογόνων αυτοκινήτων και τον σχεδιασμό του μετρό, ο Στέφανος Μάνος υπήρξε η ιδιόμορφη περίπτωση ενός πολιτικού που άφησε ισχυρότερο αποτύπωμα από την εκλογική δύναμη που απέκτησε.

Φιλελεύθερος, αιρετικός, συχνά προκλητικός και αμετακίνητος, πέρασε σχεδόν μισό αιώνα συγκρουόμενος με την ελληνική αδράνεια  και πολλές φορές με την ίδια του την παράταξη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ήμασταν συνομήλικοι. Ο Κώστας Σημίτης ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερος. Ο ξαφνικός θάνατός του είναι μια υπόμνηση ότι πρέπει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου. Όσο προλαβαίνω. Κυρίως τις αναμνήσεις μου που είναι αποθηκευμένες στο κεφάλι μου». Ο Στέφανος Μάνος έγραφε αυτές τις γραμμές στην Καθημερινή τον Ιανουάριο του 2025, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Κώστα Σημίτη. Ήταν 85 ετών και αποχαιρετούσε έναν σχεδόν συνομήλικό του πολιτικό με τον οποίο, όπως ο ίδιος παραδεχόταν, είχε ελάχιστες επαφές και διαφωνούσε «σχεδόν ολοκληρωτικά». Τον χαρακτήριζε όμως «ευγενή, ευπρεπή», έναν «πολιτισμένο αστό» και, στο τέλος εκείνου του απολογιστικού κειμένου, «υπόδειγμα πρωθυπουργού για την Ελλάδα».

Μέσα στον αποχαιρετισμό προς τον Σημίτη είχε παρεισφρήσει απροσδόκητα η σκέψη του δικού του τέλους. Ο χρόνος στένευε και οι αναμνήσεις έπρεπε να διασωθούν. Ένα σημαντικό μέρος τους είχε ήδη προλάβει να το τακτοποιήσει: το 2022 είχε κυκλοφορήσει η «Τομή στην αδράνεια» (εκδόσεις Πρώτη Ύλη), το βιβλίο που προέκυψε από περισσότερες από σαράντα ώρες συνομιλιών του με τον δημοσιογράφο Άρη Πορτοσάλτε, από τον Σεπτέμβριο του 2019 έως τις αρχές του 2021, στο σπίτι του στην Εκάλη.

Ήταν μια συνέντευξη χωρίς τέλος, σχεδόν τετρακοσίων σελίδων, στην οποία ο Στέφανος Μάνος επέστρεφε στα παιδικά του χρόνια, στην οικογένεια και στην Αλλατίνη, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, στους βαρόνους της Νέας Δημοκρατίας, στον Κώστα Σημίτη, στον Γιώργο Παπανδρέου, στον Αντώνη Σαμαρά, στον Κώστα Καραμανλή, στον Αλέξη Τσίπρα και στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Μιλούσε για τα έργα που πρόλαβε να ξεκινήσει, για όσα έμειναν στη μέση, για τις πολιτικές ρήξεις και για τις προσωπικές του ήττες. Και έκανε για τον εαυτό του μια χαρακτηριστικά λιτή διάγνωση: «Δεν θα έλεγα ότι είμαι εύκολος άνθρωπος».

Ο γιος της βιομηχάνου και του χειρουργού

Ο Στέφανος Μάνος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 1939. Πατέρας του ήταν ο Αλέξανδρος Μάνος, χειρουργός, με καταγωγή από την Τρίπολη, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής του νοσοκομείου Ευαγγελισμός. Μητέρα του ήταν η Μαριέττα Πανούτσου, κόρη του επιχειρηματία και πρώην προέδρου του ΣΕΒ Κοσμά Πανούτσου, η οικογένεια του οποίου είχε αποκτήσει την ιστορική βιομηχανία Αλλατίνη στη Θεσσαλονίκη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι γονείς του προέρχονταν από διαφορετικούς κόσμους. Η μητέρα του ήταν βενιζελική, ο πατέρας του βασιλόφρων. Εκείνη είχε χάσει τη μητέρα της σε τροχαίο όταν ήταν μόλις πέντε ετών και μεγάλωσε με μια Ελβετίδα παιδαγωγό, μιλώντας για χρόνια κυρίως γαλλικά. Ο Μάνος περιέγραφε με το χαρακτηριστικό στεγνό του χιούμορ αυτή τη συνύπαρξη:

«Ο πατέρας μου, εκ Τριπόλεως, δεν έδενε πολύ καλά με τη μεγαλοαστή και με τα γαλλικά της. Εν πάση περιπτώσει, έγινε αυτός ο γάμος».

Ο παππούς του πέθανε το 1945 και την περιουσία του κληρονόμησαν οι δύο κόρες του. Το 1951 ο αλευρόμυλος της Αλλατίνη, ο οποίος αντιπροσώπευε το μεγαλύτερο μέρος της επιχείρησης, καταστράφηκε από πυρκαγιά. Όταν τέθηκε το ζήτημα ποιος θα αναλάμβανε να τη διασώσει, η Μαριέττα Πανούτσου βρέθηκε στη θέση της γενικής διευθύντριας, σε μια εποχή κατά την οποία η παρουσία μιας γυναίκας στην κορυφή μεγάλης βιομηχανίας ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη.

Ο γιος της θα τη θυμόταν ως «μια γυναίκα σπάνιας ικανότητας και προσόντων». Από εκείνη φαίνεται πως κληρονόμησε την πίστη στη διοίκηση, την προσήλωση στο χειροπιαστό αποτέλεσμα και τη σχεδόν οργανική απέχθεια απέναντι στη μοιρολατρία.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μεγάλωσε στην Εκάλη, φοίτησε στο Κολλέγιο Αθηνών και σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1966, άρχισε να εργάζεται στην Αλλατίνη ως βοηθός γενικός διευθυντής και στη συνέχεια ανέλαβε διαδοχικά τη γενική διεύθυνση, την αντιπροεδρία και την προεδρία του διοικητικού συμβουλίου.

Έμεινε στην επιχείρηση έντεκα χρόνια. Το 1977, την ημέρα που εξελέγη βουλευτής σε ηλικία 38 ετών, παραιτήθηκε από τη διοίκησή της. «Πολιτεύομαι διότι δεν είμαι ευχαριστημένος και, όντας νέος, μπορώ να αντιδράσω στα κακώς κείμενα». Η δυσαρέσκεια απέναντι σε ό,τι δεν λειτουργούσε έγινε η μόνιμη πολιτική του θέση και, αρκετές φορές, ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόταν ολόκληρη την Ελλάδα. Χρόνια μετά, μου έλεγε εδώ, στο iefimerida Δυστυχώς  «οι Έλληνες δεν μαθαίνουμε, δεν παίρνουμε τα μαθήματά μας».

Η σχέση με τον Καραμανλή, πώς έγινε ο πρώτος Υπουργός Περιβάλλοντος της Ελλάδας

Πριν πολιτευθεί είχε σκεφθεί αν θα έπρεπε να ενταχθεί στη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Καραμανλή ή στην Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Μαύρου. Επέλεξε τη Νέα Δημοκρατία, χωρίς ποτέ να αναπτύξει με το κόμμα μια ανέφελη σχέση.

«Με αντιμετώπισαν με δισταγμό. Έλεγαν από τότε “τι τον θέλουμε τον βιομήχανο;”», θυμόταν. Εξελέγη βουλευτής στη Β΄ Αθηνών τον Νοέμβριο του 1977. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τον τοποθέτησε αμέσως υφυπουργό Δημοσίων Έργων, αρμόδιο για θέματα Οικισμού. Το 1980, έπειτα από δική του εισήγηση, ιδρύθηκε αυτοτελές υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και ο Μάνος έγινε ο πρώτος υπουργός Περιβάλλοντος της χώρας.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στην πρώτη αυτή υπουργική του περίοδο συνδέθηκε με παρεμβάσεις που εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της καθημερινής ζωής της Αθήνας. Ξεκίνησε την αναμόρφωση της Πλάκας, απομάκρυνε από την περιοχή τα νυχτερινά κέντρα και τις ασύμβατες χρήσεις, προώθησε την αποκατάσταση των κτιρίων και τις πεζοδρομήσεις. Είχε προηγηθεί η πρώτη πεζοδρόμηση στο εμπορικό κέντρο, στη Βαλαωρίτου, ένα πείραμα που αντιμετωπίστηκε αρχικά με δυσπιστία. Προώθησε την προστασία εκατοντάδων παραδοσιακών οικισμών, δημιούργησε 186 παιδικές χαρές και εισήγαγε έναν νέο τρόπο αντιμετώπισης της άναρχης αστικής επέκτασης.

Δεν σε αντέχει άλλο η Νέα Δημοκρατία

Κατάρτισε επίσης ένα ρυθμιστικό σχέδιο για την Αθήνα, στο οποίο προβλέπονταν το μετρό, το νέο αεροδρόμιο στα Σπάτα και ο οδικός άξονας που αργότερα θα γινόταν η Αττική Οδός. Δεν επρόκειτο μόνο για έργα. Ήταν η απόπειρα να ιδωθεί η πρωτεύουσα ως ενιαία πόλη που χρειαζόταν μακροχρόνιο σχεδιασμό.

Τον Μάιο του 1980, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Γεώργιος Ράλλης ανέθεσε στον Μάνο το υπουργείο Βιομηχανίας και Ενέργειας. Σύμφωνα με την αφήγηση του ίδιου, η μετακίνηση συνοδεύτηκε από μια αφοπλιστική εξήγηση: «Δεν σε αντέχει άλλο η Νέα Δημοκρατία».

Ως υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας παρέμεινε έως τις εκλογές του Οκτωβρίου 1981. Σε εκείνη την αναμέτρηση, που έφερε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία, ο Μάνος δεν εξελέγη. Έμεινε επίσης εκτός Βουλής μετά τις εκλογές του 1985 και επανήλθε τον Ιούνιο του 1989.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τον Απρίλιο του 1990, στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, επέστρεψε στο υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Η Αθήνα ασφυκτιούσε τότε από το νέφος και τα παλαιά, ρυπογόνα αυτοκίνητα. Ο Μάνος εισήγαγε το μέτρο της απόσυρσης, δίνοντας οικονομικό κίνητρο για την αντικατάστασή τους. Παρά τις επιμέρους στρεβλώσεις του, το μέτρο συνέβαλε στην ανανέωση του στόλου των αυτοκινήτων και στον περιορισμό της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Μετρό, αεροδρόμιο, Αττική Οδός, Γέφυρα Ρίου Αντιρρίου

Κατά τη δεύτερη θητεία του στο ΥΠΕΧΩΔΕ επιτάχυνε τις διαπραγματεύσεις και υπέγραψε τη σύμβαση για το μετρό της Αθήνας. Συνέβαλε στον σχεδιασμό της Αττικής Οδού, του νέου αεροδρομίου και της γέφυρας Ρίου–Αντιρρίου, εισάγοντας στην Ελλάδα το μοντέλο της κατασκευής μεγάλων έργων με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων και την αποπληρωμή τους από τους χρήστες.

Τα έργα ολοκληρώθηκαν και εγκαινιάστηκαν αργότερα, κυρίως κατά την περίοδο του Κώστα Σημίτη. Ο Μάνος δεν αμφισβήτησε ποτέ τη συμβολή εκείνης της κυβέρνησης στην ολοκλήρωσή τους, αλλά διεκδικούσε τη δική του θέση στην αφετηρία τους.

«Ό,τι άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων έχει την υπογραφή μου», είχε πει το 2019, αναφερόμενος στην Πλάκα, στο μετρό, στην Αττική Οδό, στο αεροδρόμιο και στη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο «τσάρος» της κυβέρνησης Μητσοτάκη

Τον Φεβρουάριο του 1992 ανέλαβε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και από τον Αύγουστο του ίδιου έτους και υπουργός Οικονομικών, διατηρώντας και τα δύο χαρτοφυλάκια έως την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τον Οκτώβριο του 1993.

Ήταν η περίοδος κατά την οποία η φιλελεύθερη οικονομική του σκέψη βρέθηκε στο κέντρο της κυβερνητικής πολιτικής. Επεδίωξε περιορισμό των ελλειμμάτων, αποκρατικοποιήσεις, εξυγίανση των προβληματικών επιχειρήσεων, απελευθέρωση αγορών και περιορισμό του πελατειακού κράτους. Διαμόρφωσε το θεσμικό πλαίσιο για την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, η οποία δεν ολοκληρώθηκε τότε λόγω των πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων.

Ο Μάνος θεωρούσε ότι το ελληνικό κράτος είχε οικοδομηθεί πάνω σε μια αντίστροφη ηθική: προστάτευε την αδράνεια, επιβράβευε την παρανομία και φόρτωνε το κόστος σε εκείνους που εργάζονταν και φορολογούνταν. Στο προσωπικό του ιστολόγιο είχε τοποθετήσει ως μόνιμη διακήρυξη:

«Η προσπάθεια, η τήρηση των νόμων και η επιχειρηματικότητα πρέπει να ανταμείβονται. Η τεμπελιά και η παρανομία, όχι». Για τους υποστηρικτές του, έλεγε αλήθειες τις οποίες το πολιτικό σύστημα απέφευγε. Για τους αντιπάλους του, μετέφερε στη διακυβέρνηση τη λογική του διευθύνοντος συμβούλου και αντιμετώπιζε το κράτος σαν επιχείρηση, παραβλέποντας τις κοινωνικές ανισότητες και τις συνέπειες μιας απότομης προσαρμογής.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο ίδιος δεν φαινόταν να θεωρεί την ικανότητα πρόκλησης πολιτικού κόστους ελάττωμα. Πίστευε ότι η δουλειά του πολιτικού δεν ήταν να αποκρύπτει το κόστος, αλλά να εξηγεί γιατί είναι αναγκαίο. Η αδυναμία του βρισκόταν αλλού: συχνά δεν εξηγούσε, αλλά ανακοίνωνε· δεν προσπαθούσε να πείσει, αλλά να αποδείξει.

Τι κατάφερε η Νέα Δημοκρατία; Να μείνει εν ζωή

Μετά το 1993, η σχέση του με τη Νέα Δημοκρατία έγινε ολοένα πιο δύσκολη. Το 1997 διεκδίκησε την ηγεσία του κόμματος στο συνέδριο που εξέλεξε πρόεδρο τον Κώστα Καραμανλή. Έναν χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1998, διαγράφηκε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα επειδή αρνήθηκε να ακολουθήσει την κομματική γραμμή σε ψηφοφορία. Μαζί του διαγράφηκαν ή απομακρύνθηκαν και άλλα στελέχη, ανάμεσά τους ο Βασίλης Κοντογιαννόπουλος και ο Γιώργος Σουφλιάς.

Το 1999 ίδρυσε το κόμμα Οι Φιλελεύθεροι, με έμβλημα έναν μαινόμενο ταύρο. Στις ευρωεκλογές της ίδιας χρονιάς το κόμμα συγκέντρωσε 1,62% και δεν εξέλεξε ευρωβουλευτή. Στις βουλευτικές εκλογές του 2000 συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία και ο Μάνος εξελέγη ξανά βουλευτής στη Β΄ Αθηνών. Οι Φιλελεύθεροι ανέστειλαν τη λειτουργία τους το 2001.

Η επιστροφή του δεν σήμανε και συμφιλίωση. Παρέμεινε επικριτικός απέναντι στην παράταξη, στην κρατικιστική πλευρά της και στη δυσκολία της να συγκρουστεί με οργανωμένα συμφέροντα. Χρόνια αργότερα, το 2024, όταν ρωτήθηκε από τον Παύλο Παπαδόπουλο στην Καθημερινή τι κατάφερε τελικά η Νέα Δημοκρατία στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, απάντησε: «Να μείνει εν ζωή. Κινείται με έναν τρόπο που της επιτρέπει να υπάρχει. Παίζει έναν ρόλο στην ιστορία μας, οπωσδήποτε».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Για τον ιδρυτή της παράταξης διατηρούσε μια σύνθετη κρίση. Αναγνώριζε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή το γεγονός ότι τον έβαλε νέο στην κυβέρνηση και του επέτρεψε να δράσει, χωρίς όμως να τον εξιδανικεύει. Με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αισθανόταν μεγαλύτερη πολιτική και οικονομική συγγένεια, αλλά και εκεί δεν έλειψαν οι διαφωνίες. Ο Μάνος δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος της προσωπικής αφοσίωσης σε έναν αρχηγό. Η πίστη του κατευθυνόταν στις ιδέες του, πράγμα που τον καθιστούσε απρόβλεπτο μέσα σε ένα κόμμα εξουσίας.

Από το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ στη Δράση

Το 2004 αποδέχθηκε την πρόταση του Γιώργου Παπανδρέου και εξελέγη βουλευτής Επικρατείας με το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ. Η παρουσία ενός εμβληματικού φιλελεύθερου της Κεντροδεξιάς στο ψηφοδέλτιο της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν μια από τις κινήσεις με τις οποίες ο νέος τότε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να σηματοδοτήσει ένα ευρύτερο άνοιγμα.

Ο Μάνος δεν έγινε ποτέ οργανικά μέρος του ΠΑΣΟΚ. Η συνεργασία του με τον Γιώργο Παπανδρέου επιβεβαίωνε μάλλον την πεποίθησή του ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν ανήκουν υποχρεωτικά σε ένα κόμμα και ότι ο ίδιος μπορούσε να τις υπηρετήσει όπου έβρισκε διαθέσιμο χώρο. Παρέμεινε βουλευτής έως το 2007.

Τον Μάρτιο του 2009 ίδρυσε τη Δράση, μαζί με τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο, τον Γιάννη Μπουτάρη και προσωπικότητες από την οικονομία, τις επιστήμες και τα γράμματα. Η Δράση υποστήριζε τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, τις μεταρρυθμίσεις, τον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας, την αξιολόγηση, την οικονομική ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν κατάφερε όμως να περάσει το εκλογικό όριο. Στις εκλογές του Ιουνίου 2012 συνεργάστηκε με τη Δημιουργία Ξανά του Θάνου Τζήμερου και τη Φιλελεύθερη Συμμαχία. Ο συνασπισμός έλαβε 1,59% και έμεινε εκτός Βουλής. Λίγες ημέρες αργότερα ο Μάνος παραιτήθηκε από την προεδρία της Δράσης, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του αποτελέσματος.

Οι ιδέες του είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη επικαιρότητα από ποτέ, αλλά ο ίδιος δεν είχε καταφέρει να τους δώσει μαζική πολιτική εκπροσώπηση. Αυτό υπήρξε το μεγάλο παράδοξο της διαδρομής του: ο Στέφανος Μάνος επηρέασε τον πολιτικό διάλογο πολύ περισσότερο από όσο επηρέασε τις κάλπες.

«Μπορεί να απογοήτευσα, αλλά δεν εξυπηρέτησα»

Ο Μάνος αναγνώριζε την τραχύτητα του χαρακτήρα του και την αδυναμία του να οικοδομήσει τις συμμαχίες που απαιτεί η πολιτική. Γνώριζε ότι συχνά εξόργιζε ακόμη και ανθρώπους που συμφωνούσαν μαζί του. Όταν όμως έκανε τον απολογισμό του στο βιβλίο του, επέμενε σε μια διάκριση που θεωρούσε ουσιώδη: «Μπορεί να απογοήτευσα, αλλά δεν εξυπηρέτησα».

Υπήρξε επίσης ένας πολιτικός που δεν δίσταζε να στραφεί εναντίον της παράταξης από την οποία προερχόταν. Κατηγόρησε τον Κώστα Καραμανλή ότι με την οικονομική πολιτική της περιόδου 2004–2009 οδήγησε τη χώρα προς τη χρεοκοπία. Άσκησε κριτική στον Κυριάκο Μητσοτάκη για την οικονομία, τις καθυστερήσεις των μεταρρυθμίσεων και την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων. Απέρριπτε τη λογική ότι η κριτική προς μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ισοδυναμούσε με ενίσχυση του αντιπάλου της.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τον Δεκέμβριο του 2022 άρχιζε άρθρο του στην «Καθημερινή» μεταφέροντας την παρατήρηση μιας φίλης του: «Πολύ της τα χώνεις της κυβέρνησης τελευταία! Τι θέλεις, να ξανάρθει ο Τσίπρας;». Ο Μάνος απαντούσε ότι, αν έπρεπε να επιλέξει, θα προτιμούσε κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά πρόσθετε: «Μεταξύ δύο κακών, διαλέγεις το λιγότερο κακό». Και εξηγούσε ότι δεν θα μπορούσε να σιωπά απέναντι σε αποφάσεις τις οποίες θεωρούσε βλαπτικές ή λαϊκιστικές μόνο και μόνο επειδή πλησίαζαν εκλογές.

Η διακήρυξή του παρέμενε αμετάβλητη: «Η ωμή αλήθεια και η απόλυτη ειλικρίνεια είναι βασικές προϋποθέσεις για την οικοδόμηση μιας νέας σχέσης μεταξύ του πολίτη και των αντιπροσώπων του».

Η Ελλάδα που δεν τον άκουσε και εκείνη που δεν άκουσε ο ίδιος

Υπάρχει η εκδοχή σύμφωνα με την οποία ο Στέφανος Μάνος είχε πάντοτε δίκιο, αλλά η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη να τον ακούσει. Δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια. Πράγματι, μίλησε νωρίς για τη δημοσιονομική εκτροπή, το ασφαλιστικό, τις προβληματικές δημόσιες επιχειρήσεις, το κλειστό σύστημα επαγγελμάτων, την ανάγκη αξιολόγησης και την καταστροφική σχέση των κομμάτων με το κράτος. Πολλά από όσα θεωρούνταν ακραία όταν τα έλεγε έγιναν, μετά τη χρεοκοπία της χώρας, κεντρικά ζητήματα της δημόσιας συζήτησης.

Όμως και ο ίδιος δεν άκουγε πάντοτε την Ελλάδα στην οποία απευθυνόταν. Η γλώσσα του μπορούσε να γίνει σκληρή, κοινωνικά άκαμπτη και αδιάφορη για τον φόβο όσων ένιωθαν ότι θα πλήρωναν το κόστος των μεταρρυθμίσεων. Αντιμετώπιζε συχνά την κοινωνική αντίδραση ως προϊόν άγνοιας, συντεχνιακού συμφέροντος ή λαϊκισμού, χωρίς να αναγνωρίζει αρκετά καθαρά ότι πίσω της μπορούσαν να υπάρχουν πραγματική ανασφάλεια και ανισότητες.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σκεφτόταν όπως είχε εκπαιδευτεί: ως μηχανικός και διοικητής επιχείρησης. Εντόπιζε τη βλάβη, υπολόγιζε το κόστος, σχεδίαζε τη λύση. Η κοινωνία όμως δεν λειτουργεί σαν μηχανή και η πολιτική δεν εξαντλείται στην ορθότητα ενός σχεδίου. Χρειάζεται να οικοδομήσεις εμπιστοσύνη, να πείσεις, να προστατεύσεις εκείνους που θα βρεθούν εκτεθειμένοι στη μετάβαση. Σε αυτό ο Μάνος δεν υπήρξε πάντοτε επαρκής.

Η αδυναμία αυτή δεν αναιρεί τη συνέπεια ή το έργο του. Εξηγεί όμως γιατί ένας πολιτικός με ισχυρή σκέψη, καθαρό πρόγραμμα και συγκεκριμένα πεπραγμένα δεν μπόρεσε να δημιουργήσει μια παράταξη ανάλογη της επιρροής των ιδεών του.

Η τελευταία κρίση για τη Μεταπολίτευση

Τον Μάρτιο του 2024, γράφοντας για τα πενήντα χρόνια της Μεταπολίτευσης, επέστρεψε στη φράση με την οποία είχε αρχίσει την πολιτική του διαδρομή. Ο τίτλος του άρθρου ήταν: «Γιατί εξακολουθώ να μην είμαι ευχαριστημένος».

Σχεδόν μισό αιώνα μετά το «πολιτεύομαι διότι δεν είμαι ευχαριστημένος» του 1977, η βασική του κρίση για τη χώρα παρέμενε ίδια. Θεωρούσε ότι η Ελλάδα είχε προοδεύσει, είχε ενταχθεί σταθερά στην Ευρώπη, είχε αποκτήσει υποδομές και είχε ξεπεράσει κρίσεις που απείλησαν την ίδια της την υπόσταση. Εξακολουθούσε όμως να βλέπει ένα κράτος αργό, δαπανηρό, συχνά αναξιόπιστο, μια κοινωνία πρόθυμη να απαιτήσει δικαιώματα αλλά απρόθυμη να αναλάβει το αντίστοιχο κόστος.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τον Ιανουάριο του 2025, σε μία από τις τελευταίες μεγάλες συνεντεύξεις του, συνόψισε το πρόβλημα με μια ακόμη φράση που έμοιαζε να συμπυκνώνει ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή: «Η Ελλάδα δυστυχώς έχει ένα μεγάλο πρόβλημα: είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας».

Ο Στέφανος Μάνος δεν ήταν ποτέ ευχαριστημένος, ούτε με την Ελλάδα ούτε με τα κόμματα ούτε, πιθανότατα, με όσα κατάφερε ο ίδιος. Αυτός ο επίμονος εκνευρισμός υπήρξε η κινητήρια δύναμή του. Τον έκανε δημιουργικό, παραγωγικό, συχνά διορατικό. Τον έκανε επίσης δύσκολο, απόλυτο και πολιτικά μοναχικό.

Στον τίτλο της προφορικής του αυτοβιογραφίας υπήρχαν τελικά και το πολιτικό του σχέδιο και η προσωπική του μοίρα: «Τομή στην αδράνεια». Αυτό προσπάθησε να κάνει σε όλη του τη ζωή. Άλλοτε το κατάφερε, άλλοτε η αδράνεια αποδείχθηκε ισχυρότερη. Δεν έπαψε όμως ποτέ να επιχειρεί την τομή.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ