Η ρωσοφιλία και η ρωσική διείσδυση στην Ελλάδα, που έχει ανακάμψει όπως δείχνουν τα πράγματα, είναι ζητήματα με μεγάλο ιστορικό βάθος, τα οποία εντοπίζονται ήδη πριν από την Επανάσταση του 1821 και διατρέχουν την ελληνική ιστορία όλους αυτούς τους δύο αιώνες μέχρι και σήμερα.
Θα μπορούσαμε χοντρικά να διακρίνουμε το φαινόμενο στην πολιτισμική και τη γεωπολιτική ρωσοφιλία. Η πολιτισμική ρωσοφιλία εντοπίζεται κυρίως στον χώρο της λαϊκής Δεξιάς και αντλεί από προαιώνιες κοινές πολιτισμικές αναφορές των δύο λαών, όπως η ορθόδοξη πίστη ή η κοινή βάση του αλφάβητου.
Το κοινό αυτό πολιτισμικό υπόστρωμα έχει δημιουργήσει με τα χρόνια σχεδόν ασυνείδητες ψυχικές διασυνδέσεις και αυτόματες συμπάθειες, όπως συμβαίνει και με τους Σέρβους άλλωστε για τους ίδιους πάνω-κάτω λόγους - αν και όχι με τους Βούλγαρους, με τους οποίους μας χώριζαν στο παρελθόν οι μεγάλοι ανταγωνισμοί στο μακεδονικό ζήτημα.
Σε κάθε περίπτωση, τα ρωσόφιλα μοναστήρια ανά την επικράτεια και κυρίως το Άγιον Όρος έχουν παίξει κατά καιρούς κρίσιμο ρόλο στη ρωσική διείσδυση στη χώρα, ενώ διανoούμενοι και θεολόγοι είχαν αναλάβει να διαδίδουν συστηματικά τις απόψεις αυτές στην ελληνική κοινωνία και ειδικά στο Χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Είναι γεγονός ότι μέρος των πιο παραδοσιακών λαϊκών στρωμάτων με underdog κουλτούρα αντιμετώπιζαν τις απόψεις αυτές με ανακουφιστικό τρόπο, καθώς βίωναν με αμφιθυμία τις διάφορες απόπειρες εκσυγχρονισμού της χώρας που ταυτίζονταν πάντοτε με τη Δύση, ανατρέποντας συχνά τις σταθερές της ζωής τους. Η πολιτισμική αυτή ρωσοφιλία μάλλον ενισχύθηκε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και ιδίως μετά την άνοδο του Πούτιν, το φασίζον καθεστώς του οποίου επένδυσε πολύ στη χριστιανορθόδοξη ταυτότητα ως δήθεν αντέρεισμα στην «ηθική παρακμή της Δύσης», που υπονομεύει τις πατροπαράδοτες αξίες της «πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας» υπέρ της «woke κουλτούρας».
Η ρητορική αυτή ριζοσπαστικοποιήθηκε μετά την απόπειρα εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία, όπου εκεί μάλιστα το Πατριαρχείο Μόσχας λειτούργησε ως η μακρά χείρα του Ρώσου δικτάτορα, πλάθοντας ιδεολογικές φαντασιώσεις περί «Τρίτης Ρώμης».
Η εν λόγω ιδέα διατυπώθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του 16ου αιώνα από τον μοναχό Φιλόθεο του Πσκοφ. Σύμφωνα με αυτήν, η Πρώτη Ρώμη έπεσε λόγω των «αιρέσεων» (εννοώντας τον καθολικισμό). Η Δεύτερη Ρώμη (Κωνσταντινούπολη) έπεσε στα χέρια των Οθωμανών το 1453 ως τιμωρία για την «προδοσία» της ορθόδοξης πίστης μετά τη Σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-39). Και πλέον, η Μόσχα αναδεικνύεται ως η Τρίτη Ρώμη, δηλαδή ως ο τελευταίος θεματοφύλακας της καθαρής ορθόδοξης πίστης, εφόσον «τέταρτη δεν θα υπάρξει».
Το Πατριαρχείο Μόσχας, μέσω αυτής της ιδεολογίας, προβάλλει τον εαυτό του ως το κέντρο του ορθόδοξου κόσμου και μόνο αυθεντικό συνεχιστή της βυζαντινής παράδοσης, αμφισβητώντας τα πρωτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Στη βάση αυτή, η Ρωσία ισχυρίζεται ότι έχει «ιερή αποστολή» να ενώσει τις ορθόδοξες χώρες υπό την ηγεσία της.
Παρότι υπάρχουν σαφείς γεωπολιτικές (και ιμπεριαλιστικές) απολήξεις σε αυτές τις θεωρίες, η αμιγώς γεωπολιτική ρωσοφιλία στην Ελλάδα ταυτίστηκε κυρίως με την Αριστερά και εκφράστηκε ως αντιδυτικισμός και μεταπολεμικά ως αντιαμερικανισμός.
Η αλήθεια είναι ότι η αμφιθυμία της ελληνικής κοινωνίας με τις δυτικές δυνάμεις πηγαίνει πίσω στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-56), που αποτελεί κομβικό σημείο στην ελληνική εξωτερική πολιτική, καθώς θεωρείται ότι οι προστάτιδες δυνάμεις της Αγγλίας και της Γαλλίας υπήρξαν οι κατεξοχήν υπεύθυνες για το «πάγωμα» της Μεγάλης Ιδέας και των φαντασιώσεων για την αναβίωση μιας νέας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην περιοχή με επίκεντρο το νέο ελληνικό κράτος.
Όμως, στον 20ό αιώνα θα είναι κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας που ως εξάρτημα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος θα λειτουργήσει πλήρως ως εκφραστής των επιδιώξεων της Μόσχας. Αυτό θα φανεί πιο ξεκάθαρα από το 1944 και μέχρι το 1949, όπου η επαναστατική του δράση θα τροφοδοτηθεί από την ανάδειξη της Σοβιετικής Ένωσης ως ο αντίπαλος πόλος της φιλελεύθερης Δύσης.
Γνωρίζουμε σήμερα από την ιστοριογραφική έρευνα ότι ο Στάλιν, παρότι είχε αποδεχτεί τη συμφωνία των ποσοστών το 1944 με τον Τσώρτσιλ, φλέρταρε παρασκηνιακά με την ιδέα μιας βίαιης απόσχισης της βόρειας Ελλάδας, όπου θα επιβαλλόταν το κομμουνιστικό καθεστώς, και ο πιστός του Ν. Ζαχαριάδης ανέλαβε ως πανίσχυρος γενικός γραμματέας του κόμματος να βάλει το σχέδιο αυτό στην πράξη από το 1946 και μετά.
Μεταπολεμικά, για την Αριστερά αλλά και για ένα μέρος της λαϊκιστικής Δεξιάς, η ρωσοφιλία, που φορούσε ενίοτε τον μανδύα της «ουδετεροφιλίας», θα ενισχυθεί ως συνέπεια της απογοήτευσης από τη στάση των ΗΠΑ και της Αγγλίας στο Κυπριακό, ενώ θα συνδεθεί και με το κύμα της αντιαποικιοκρατίας που σάρωνε τότε τον Τρίτο Κόσμο, υπό την ηγεσία συνήθως μαρξιστών επαναστατών ηγετών.
Το ερώτημα είναι πάντως καίριο: τι κέρδισε εντέλει η Ελλάδα από τις ρωσόφιλες τάσεις της; Τίποτε, ποτέ. Αντιθέτως, κινδύνευσε να κοπεί βιαίως στα δύο ως χώρα στον Εμφύλιο και να έχουμε τη διαχείριση της βαριάς κληρονομιάς μιας Νότιας και μιας Βόρειας Ελλάδας (κατά τα πρότυπα της Νότιας και Βόρειας Κορέας), με όλες τις συνέπειες από ένα τέτοιο εθνικό δράμα.
Αν ενίσχυσε ποτέ γεωπολιτικά η Μόσχα την Ελλάδα; Ουδέποτε. Η σχέση της με την Τουρκία, ιδίως του Ερντογάν, άλλωστε, μπορεί να ήταν νεφελώδης αλλά υπήρξε πολύ πιο συναλλακτική, αφήνουμε δε το γεγονός ότι η πλήρης ρωσική εισβολή του 2022 σε μια ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα όπως η Ουκρανία έθεσε ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο, που λειτουργεί προφανώς αρνητικά για το κυπριακό ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται διεθνώς ως αποτέλεσμα μιας παράνομης ξένης εισβολής στο νησί.
Η άρνηση ή και η αδυναμία στήριξης της Ελλάδας από τη Μόσχα επιβεβαιώθηκε ακόμη μια φορά το 2015, κατά την επίσκεψη του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στη Μόσχα ως επικεφαλής μιας λαϊκιστικής αριστεροδέξιας συγκυβέρνησης, όταν, σύμφωνα με την αφήγηση του τότε Γάλλου προέδρου Ολάντ («Un président ne devrait pas dire ça...»), ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε συζητήσει με τον Πούτιν το ενδεχόμενο να κοπεί σε ρωσικό νομισματοκοπείο νέο εθνικό νόμισμα σε περίπτωση Grexit, με τον τελευταίο να αρνείται μια τέτοια βοήθεια.
Όλα αυτά δίνουν συνεπώς το δικαίωμα σε κάθε σώφρονα πολίτη να στέκεται όχι μόνο επικριτικά αλλά και καχύποπτα απέναντι σε κάθε νέα πολιτική δύναμη που εμφανίζεται με στενές αναφορές στη Ρωσία. Αν δεν έχουμε να ωφεληθούμε σε τίποτε από αυτή τη σχέση, γιατί κάποιος να την προωθεί και να την προπαγανδίζει με τόσο πάθος; Τι εξυπηρετεί αυτή η επιμονή, πολύ περισσότερο όταν είναι πλέον παραπάνω από σαφές ποιοι είναι οι υπόγειοι τρόποι με τους οποίους το πουτινικό καθεστώς δρα υπονομευτικά σήμερα στο εσωτερικό όλων σχεδόν των δυτικών δημοκρατιών, προσπαθώντας να επηρεάσει την κοινή γνώμη και να αλλοιώσει τα εκλογικά αποτελέσματα μέσα από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και τη διασπορά συνωμοσιολογικών θεωριών και επικίνδυνων fake news; Οφείλουμε να επανερχόμαστε διαρκώς σε αυτά τα ερωτήματα στο δημόσιο διάλογο, καθώς το διακύβευμα σήμερα δεν αφορά απλές πολιτικές διαφωνίες αλλά την ίδια την επιβίωση της φιλελεύθερης Δημοκρατίας μας από λογής-λογής ανοικτούς ή κρυφούς υπονομευτές της στο εξωτερικό αλλά πλέον και στο εσωτερικό.
*Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος - Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, Πρόεδρος του Παρατηρητηρίου για τη Διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη, του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΟΗΤΕ)