«Αν η Ελλάδα θέλει να εντάξει στο ενεργειακό της μείγμα την πυρηνική ενέργεια, τότε πρέπει να το κάνει τώρα», τονίζουν πηγές της αγοράς στο iefimerida, επισημαίνοντας ότι το παράθυρο προετοιμασίας δεν είναι απεριόριστο.
Παρά τη σαφή μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής υπέρ της πυρηνικής ενέργειας και τις δημόσιες τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού και κυβερνητικών στελεχών για τη σημασία της τεχνολογίας και των εφαρμογών της, μέχρι σήμερα δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι η πυρηνική ενέργεια θα ενταχθεί έστω σε επίπεδο σεναρίων στην επόμενη επικαιροποίηση του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα. «Η απουσία αυτή θεωρείται κομβική, καθώς χωρίς θεσμική αποτύπωση στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα δεν μπορεί να ξεκινήσει οργανωμένα μια σοβαρή εθνική προετοιμασία για τη δημιουργία πυρηνικού προγράμματος, ακόμη και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα», συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές.
Η Ελλάδα κινδυνεύει να μείνει θεατής σε μια ευρωπαϊκή και περιφερειακή δυναμική που επιταχύνεται. Σε αυτό το περιβάλλον, ολοένα και περισσότερες εταιρείες επιχειρούν να τοποθετηθούν έγκαιρα, αξιοποιώντας το momentum που δημιουργεί η ευρωπαϊκή στροφή στην πυρηνική ενέργεια. Στο πλαίσιο αυτό, η Athlos Energy έχει ήδη ξεκινήσει την εκπόνηση ενός αναλυτικού white paper, το οποίο αποτυπώνει τεκμηριωμένα την προστιθέμενη αξία της πυρηνικής ενέργειας για τη χώρα από την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και τη διασφάλιση σταθερής ισχύος βάσης, έως τις βιομηχανικές χρήσεις και τις εφαρμογές στην ύδρευση και την αφαλάτωση.
Στόχος, σύμφωνα με πηγές της εταιρείας είναι το κείμενο αυτό να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτικής και τεχνικής ωρίμανσης, συμβάλλοντας ουσιαστικά στο άνοιγμα του δρόμου για την ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό έως το 2027. Την ίδια στιγμή, και στο εσωτερικό της χώρας, η συζήτηση φαίνεται να μετατοπίζεται σταδιακά: όλο και περισσότερες φωνές προσεγγίζουν πλέον το θέμα όχι με ιδεολογικούς όρους, αλλά με κριτήρια ρεαλισμού, κόστους, ασφάλειας εφοδιασμού και στρατηγικής ανθεκτικότητας.
Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση πολιτικής διερεύνησης και θεσμικής προετοιμασίας, όχι λήψης αποφάσεων. Δεν διαθέτει ενεργό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά η χώρα έχει δηλώσει «το παρών» στις εργασίες της Πυρηνικής Συμμαχίας με καθεστώς παρατηρητή, αποκτώντας πρόσβαση στον διάλογο, στα τεχνικά δεδομένα και στις πολιτικές ζυμώσεις, χωρίς όμως να αναλαμβάνει δεσμεύσεις ή να συγκαταλέγεται ακόμη στον «σκληρό πυρήνα» των χωρών που προωθούν ενεργά πυρηνικά έργα.
Αυτό που η αγορά υποστηρίζει στο iefimerida είναι πως να μπορέσει η Ελλάδα να ανοίξει με αξιώσεις τον φάκελο της πυρηνικής ενέργειας, απαιτείται πρώτα η θεσμική συγκρότηση ενός ενιαίου εθνικού κέντρου συντονισμού, που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό και τη διακυβέρνηση του εγχειρήματος. Δεύτερον, η ένταξη της πυρηνικής ενέργειας –έστω σεναριακά– στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ώστε η συζήτηση να αποκτήσει θεσμικό έρεισμα και να πάψει να κινείται εκτός επίσημου ενεργειακού σχεδιασμού. Τρίτον, η δημιουργία ενός αξιόπιστου πλαισίου διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και διεθνείς συνεργασίες για τα χρησιμοποιημένα καύσιμα. Τέταρτον, η σύναψη διακρατικών συμφωνιών με χώρες πυρηνικής τεχνογνωσίας, που θα εξασφαλίζουν πρόσβαση σε ώριμη τεχνολογία, αδειοδοτημένα σχέδια και τεχνική υποστήριξη. Και πέμπτον, η οικοδόμηση κοινωνικής αποδοχής, μέσα από ισχυρή, ανεξάρτητη ρυθμιστική εποπτεία, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη δέσμευση στην ασφάλεια.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι πια εκτός συζήτησης, αλλά ούτε και εντός στρατηγικού σχεδιασμού: παρακολουθεί, χαρτογραφεί και προετοιμάζεται, σε μια συγκυρία όπου οι ευρωπαϊκές αποφάσεις επιταχύνονται και το περιθώριο αδράνειας στενεύει. Αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της παρατήρησης χωρίς θεσμική ενσωμάτωση είναι και το κρίσιμο σημείο καμπής για το αν η χώρα θα περάσει εγκαίρως από τον ρόλο του θεατή σε εκείνον του συνδιαμορφωτή.
Τα ορόσημα του Ιανουαρίου
Η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια εξελίσσεται πλέον στο φόντο μιας ευρωπαϊκής δυναμικής που επιταχύνεται. Ο Ιανουάριος αποτελεί έναν μήνα που δίνει τον ρυθμό και τη διάθεση των εξελίξεων. Την περίοδο αυτή αποτυπώνεται καθαρά η μετατόπιση της ευρωπαϊκής πολιτικής: η Δανία ανακοίνωσε τον Ιανουάριο του 2026 την έναρξη προκαταρκτικών αξιολογήσεων για τη δυνητική ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο μείγμα της, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε κρατική ενίσχυση για το πολωνικό πρόγραμμα κατασκευής τριών πυρηνικών αντιδραστήρων αμερικανικής τεχνολογίας, εκπέμποντας σαφές μήνυμα πολιτικής και χρηματοδοτικής ωρίμανσης. Παράλληλα, η απόφαση για τη σταδιακή απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το φθινόπωρο του 2027 ενισχύει την πίεση για διασφάλιση καθαρής και σταθερής ισχύος βάσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ως εκ τούτου, η κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πλέον σαφής: η πυρηνική ενέργεια παραμένει κεντρικό εργαλείο του ευρωπαϊκού ενεργειακού σχεδιασμού και δεν τίθεται σε αναμονή έως ότου ωριμάσουν οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs). Με περίπου το 23% της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ να προέρχεται σήμερα από περισσότερους από 100 ενεργούς αντιδραστήρες, το ζητούμενο δεν είναι η «επιστροφή» της πυρηνικής ενέργειας, αλλά η αποτροπή της σταδιακής απομείωσης του υφιστάμενου στόλου τις επόμενες δεκαετίες.
Η Ευρώπη ψάχνει 240 δισ. ευρώ και 250.000 μηχανικούς και επιστήμονες
Σύμφωνα με την έκθεση του Joint Research Centre, η Ευρώπη καλείται να κινητοποιήσει επενδύσεις άνω των 240 δισ. ευρώ έως το 2050 για να διατηρήσει και να ανανεώσει τον πυρηνικό της στόλο. Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει και το εύρος του προβλήματος: η πυρηνική ενέργεια παραμένει κρίσιμη για την ασφάλεια εφοδιασμού και την ισχύ βάσης, αλλά η υλοποίηση της στρατηγικής σκοντάφτει σε τρεις δομικές αδυναμίες. Πρώτον, το χρόνιο πρόβλημα υπερβάσεων κόστους και καθυστερήσεων στα μεγάλα έργα. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας πυρηνικής ποιότητας, έπειτα από δεκαετίες περιορισμένων νέων κατασκευών. Και τρίτον, το έλλειμμα ανθρώπινου κεφαλαίου και χρηματοδότησης, με την ΕΕ να εκτιμά ότι θα απαιτηθούν περίπου 250.000 νέοι επιστήμονες και μηχανικοί για να στηριχθεί το πρόγραμμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή στρατηγική κινείται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Από τη μία πλευρά, δίνεται προτεραιότητα στη διατήρηση των μεγάλων πυρηνικών αντιδραστήρων, μέσω παράτασης ζωής των υφιστάμενων μονάδων και, όπου είναι εφικτό, νέων έργων μεγάλης κλίμακας, ώστε να αποφευχθεί η απομείωση της ισχύος βάσης τις επόμενες δεκαετίες. Από την άλλη, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs) προωθούνται ως συμπληρωματική επιλογή, με χαμηλότερο αρχικό κόστος της τάξης των 300 εκατ. έως 2 δισ. δολαρίων ανά μονάδα, αλλά με σαφή επίγνωση ότι τα πρώτα έργα δεν έχουν ακόμη αποδείξει εμπορική βιωσιμότητα. Τα υψηλά κόστη ηλεκτροπαραγωγής στα αρχικά στάδια και η απουσία οικονομιών κλίμακας σημαίνουν ότι οι SMRs αντιμετωπίζονται ως στοίχημα της δεκαετίας του 2030 και όχι ως άμεση λύση.
Παράλληλα, η κινητικότητα των χωρών γύρω από την Ελλάδα είναι έντονη. Η Τουρκία βρίσκεται κοντά στην έναρξη λειτουργίας του Akkuyu και σχεδιάζει επιπλέον πυρηνικούς σταθμούς, η Βουλγαρία προχωρά στην επέκταση του Kozloduy με δύο νέες μονάδες αμερικανικής τεχνολογίας, ενώ η Ρουμανία συνδυάζει την αναβάθμιση του Cernavodă με την ανάπτυξη του πρώτου ευρωπαϊκού έργου SMR στο Doicești. Την ίδια στιγμή, η Ουγγαρία επιταχύνει το Paks II και η Πολωνία έχει εξασφαλίσει ευρωπαϊκή έγκριση κρατικής ενίσχυσης για την κατασκευή τριών μεγάλων αντιδραστήρων. Στον ίδιο κύκλο κινητικότητας εντάσσεται πλέον και η Ιταλία, η οποία παρότι παραμένει χωρίς πυρηνικούς σταθμούς επανέρχεται θεσμικά στη συζήτηση, συμμετέχει ενεργά στην ευρωπαϊκή «Nuclear Alliance» και επενδύει σε έρευνα, καύσιμα νέας γενιάς και SMRs.
Στο φόντο της ευρωπαϊκής ανασύνταξης, η σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα αναδεικνύει με σαφήνεια τα δομικά ελλείμματα του ευρωπαϊκού μοντέλου. Στις ΗΠΑ, η πυρηνική ανάπτυξη στηρίζεται σε ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο (Nuclear Regulatory Commission) και σε ισχυρά χρηματοδοτικά εργαλεία του Inflation Reduction Act, που επιτρέπουν την απορρόφηση του ρίσκου των πρώτων έργων – ακόμη και όταν αυτά αποτυγχάνουν, όπως στην περίπτωση του NuScale. Η Κίνα, αντίθετα, βασίζεται σε κρατικό έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας, τυποποιημένους σχεδιασμούς και γρήγορη υλοποίηση μεγάλων αντιδραστήρων με χαμηλότερο κόστος και σαφή χρονοδιαγράμματα.