Προς υπεράσπιση του επιτελικού κράτους - iefimerida.gr
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 

Προς υπεράσπιση του επιτελικού κράτους

Μια από τις πιο κλασικές διαπιστώσεις όσων πολιτικών επιστημόνων ή ιστορικών ασχολούνται με την Ελλάδα της μεταπολίτευσης είναι το πολύ έντονα πρωθυπουργικό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας.

Ιδίως από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986 και μετά, όταν και περικόπηκαν οι έτσι κι αλλιώς λίγες άξιες λόγου αρμοδιότητες που διατηρούσε προηγουμένως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο εκάστοτε Έλληνας Πρωθυπουργός εμφανίζεται από θεσμική άποψη ως ένας από τους ισχυρότερους επικεφαλής κυβέρνησης στην Ευρώπη.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το μοντέλο αυτό, αν και έχει γνωρίσει επικρίσεις που έχουν να κάνουν προφανώς με την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο εκείνο που βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας, χωρίς δε να περιορίζεται από κανένα θεσμικό αντίβαρο, γεγονός είναι ότι κανείς από όσους κυβέρνησαν έκτοτε δεν θέλησε ποτέ να το αλλάξει. Η βασική αντίφαση δεν ήταν όμως αυτή αλλά κάτι πιο ουσιαστικό: ότι ενώ ο εκάστοτε πρωθυπουργός είχε θεωρητικά στα χέρια του τεράστια δύναμη, στην πράξη όμως ο “βασιλιάς ήταν γυμνός”.

Αυτό συνέβαινε διότι καλούνταν να διοικήσει ένα κράτος έντονα κατακερματισμένο, με αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων αλλά και με πολλά στεγανά και με μεγάλες και άγνωστες μαύρες τρύπες. Η πιο καθαρή αλλά και πιο στρεβλή αποτύπωση αυτού του κατακερματισμού ήταν τα λεγόμενα υπουργικά φέουδα που συνοδεύονταν από το σύστημα των διαφόρων ισχυρών υπουργικών βαρωνιών. Το σύστημα αυτό που είχε αναφορές και στην προδικτατορική Ελλάδα, δούλευε όσο δούλευε διότι προϋπέθετε στην κεφαλή του μια “χαρισματική” εξουσία (Καραμανλής, Παπανδρέου, Μητσοτάκης) η οποία θα ήταν τόσο ισχυρή ώστε να μην επιτρέπει μεν την υποταγή της στις βαρωνίες, την ίδια ώρα όμως που θα τις ανέχεται από ανάγκη, ακριβώς λόγω της αδυναμίας της να έχει πλήρη εποπτεία των κρατικών υποθέσεων. Έτσι, ενώ ο Πρωθυπουργός δεν ήταν απλώς ένας primus inter pares στο υπουργικό συμβούλιο, δεν ήταν ούτε και ένας αποτελεσματικός κυβερνήτης που μπορούσε να προχωρήσει χωρίς εμπόδια σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση αποφάσιζε. Με άλλα λόγια, ήταν πανίσχυρος αν ήθελε να αλλάξει έναν υπουργό αλλά ανίσχυρος αν ήθελε να αλλάξει το κράτος. Κι εκείνο που θα πρέπει να μας ενδιαφέρει εδώ είναι το δεύτερο.

Έτσι, το “Μαξίμου”, αυτό δηλαδή που κανονικά θα έπρεπε να είναι το κεντρικό στρατηγείο κάθε κυβέρνησης, ιστορικά στερούνταν τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, μόνιμου προσωπικού και θεσμικής μνήμης. Αυτό εκ των πραγμάτων οδηγούσε στην επιχειρησιακή αδυναμία που περιγράψαμε: λόγω της έλλειψης υποστήριξης στο κέντρο, ο πρωθυπουργός δυσκολευόταν να συντονίσει τα υπουργεία, με αποτέλεσμα η κορυφή να μην μπορεί να κατευθύνει αποτελεσματικά τη βάση. Από την πλευρά τους, οι υπουργοί βαρώνοι προωθούσαν τη δική τους ατζέντα αντί για μια συλλογική κυβερνητική στρατηγική αρνούμενοι ή υπονομεύοντας την οριζόντια επικοινωνία μεταξύ των υπουργείων, κάτι που οδηγούσε σε έναν φαύλο κύκλο αντιμεταρρυθμισμού. Όλα αυτά επιδεινώνονταν και από την πολιτικοποίηση της Διοίκησης καθώς η εξάρτηση από τους μετακλητούς και τα “πολιτικά γραφεία” εμπόδιζε τη δημιουργία μιας αξιοκρατικής, μόνιμης ανώτερης δημοσιοϋπαλληλικής ιεραρχίας, προκαλώντας «διαρροή προσωπικού» σε κάθε κυβερνητική αλλαγή. Κάθε κυβέρνηση έπρεπε να ξεκινήσει σχεδόν από το μηδέν. Την ίδια στιγμή, η πολυνομία και η κακονομία, δηλαδή η παραγωγή χιλιάδων νόμων, συχνά ασαφών ή αντιφατικών, που εξυπηρετούσαν μεγαλύτερα ή μικρότερα συμφέροντα, οδηγούσε στη δημιουργία ενός κράτους εχθρικού προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις αλλά και σε “επιφανειακές” μεταρρυθμίσεις που έμεναν απλώς στα χαρτιά αφού είτε η Διοίκηση δεν διέθετε τα εργαλεία να τις εφαρμόσει, είτε κανείς εντέλει δεν τις πίστευε πραγματικά.

Γι' αυτό άλλωστε έχει σωστά ειπωθεί ότι η ελληνική κρίση της περασμένης δεκαετίας δεν ήταν μόνο οικονομική, αλλά κυρίως κρίση διακυβέρνησης. Η αδυναμία του κράτους να συλλέξει φόρους ή να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό ήταν το άμεσο αποτέλεσμα ενός πρωθυπουργοκεντρισμού που ήταν θεσμικά ισχυρός, αλλά επιχειρησιακά ανεπαρκής.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ένα από τα πρώτα πράγματα που προσπάθησε να ενδυναμώσει η θεσμοθέτηση του επιτελικού κράτους το 2019, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ήταν η οριζόντια διαλειτουργικότητα του κράτους. Να ξεπεραστεί επιτέλους ο κατακερματισμός και ιδανικά να αποκτήσουμε ένα ενιαίο κράτος. Στην κατεύθυνση αυτή, η ομάδα που πλαισίωνε το πρωθυπουργικό γραφείο, ενισχύθηκε από ένα πολυδύναμο επιτελείο που είχε ως σκοπό τον συντονισμό και την στενή παρακολούθηση του κυβερνητικού έργου στο σύνολό του. Ειδικά ως προς την διαλειτουργικότητα, αυτή έγινε σε μεγάλο βαθμό εφικτή χάρη και στον ψηφιακό μετασχηματισμό, μέσω της πλατφόρμας του gov.gr η οποία έθεσε κάτω από την ομπρέλα της όλες τις ψηφιακές υπηρεσίες του ελληνικού κράτους, οι οποίες μάλιστα συνεχίζουν καθημερινά να πληθαίνουν διευκολύνοντας την ζωή όλων μας. Αλλά και αυτό έπρεπε κάποιος να το συντονίσει στο ξεκίνημά του.

Όσα, πάντως, θα ακολουθούσαν τα επόμενα επτά χρόνια θα ενίσχυαν τα επιχειρήματα υπέρ μιας τέτοιας επιτελικής δομής: πανδημία, διαχείριση του τεράστιου Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, προκλήσεις στα σύνορα, μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και θηριώδη εξοπλιστικά προγράμματα, ενεργειακές και πληθωριστικές κρίσεις, περιβαλλοντικές καταστροφές και πολλά ακόμη απέδειξαν την μεγάλη αναγκαιότητα να αποκτήσει η εκτελεστική εξουσία όλα εκείνα τα εργαλεία που θα τις επιτρέπουν πιο άμεσες και αποτελεσματικές απαντήσεις σε αυτή την εποχή των πολυ-κρίσεων. Ανέδειξε επίσης και το ψευδοδίλημμα ανάμεσα σε “πολιτικούς” και “τεχνοκράτες”. Αν το πολιτικό σου πρόγραμμα δεν μπορεί να υπηρετηθεί σωστά σε τεχνοκρατικό επίπεδο, θα παραμείνει απλώς ένα πουκάμιστο αδειανό όπως έγινε με πολλά σχέδια την εποχή των υπουργικών βαρωνιών. Είναι προφανές ότι ούτε τέλεια λειτούργησε πάντοτε αυτό το νέο μοντέλο ούτε ισχύει ότι δεν επιδέχεται βελτιώσεων. Σίγουρα όμως η κατεδαφιστική κριτική που έχει δεχτεί, δεν αφορά τόσο τις δικές του ανεπάρκειες, όσο τις αδυναμίες του πολιτικού μας συστήματος να κατανοήσει τις ανάγκες των νέων καιρών.

Είναι κάπως αναμενόμενο βέβαια, μια τέτοια ενίσχυση του ρόλου των “τεχνοκρατών του Μαξίμου” να δημιουργήσει κάποιες παρεξηγήσεις στην σχέση με τους βουλευτές της συμπολίτευσης που ήταν συνηθισμένοι μέχρι τότε να λειτουργούν εντός των παραδοσιακών προσωπικών δικτύων που ευνοούσαν την «πολιτική μηδενικού αθροίσματος», με βάση την οποία τα κόμματα έβλεπαν το κράτος ως λάφυρο. Αλλά παρομοίως είχαν μάθει να λειτουργούν και οι ισχυρές ομάδες συμφερόντων (συνδικάτα, επιχειρηματικές ελίτ κλπ) που όταν δεν τους γίνονταν τα χατίρια από την πολιτική εξουσία, συχνά ασκούσαν εκβιαστικά βέτο στις μεταρρυθμίσεις, αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να τις “νερώνουν” ή να τις εγκαταλείπουν.

Όπως αλλάζουν τα πάντα γύρω μας, όπως καλείται να αλλάξει και η εκτελεστική εξουσία και να γίνει ένας αποτελεσματικός διαχειριστής κρίσεων με βάση το οποίο και θα κρίνεται, έτσι οφείλουν να αλλάξουν και οι βουλευτές μας. Οι ίδιοι άλλωστε έχουν έναν μείζονα ρόλο να παίξουν στην Δημοκρατία μας. Γι' αυτό και πρέπει να περάσουν από την “εκπροσώπηση” στην “αντιπροσώπευση”. Πρέπει να πάψουν δηλαδή να λειτουργούν απλώς ως μεταφορείς αιτημάτων και ως απεσταλμένοι ομάδων στο κοινοβούλιο, και να αποκτήσουν συνείδηση του ρόλου τους ως αντιπρόσωποι του έθνους που μεριμνούν για το γενικό συμφέρον. Πιο εύκολο φυσικά να το λέμε, παρά να το εφαρμόσουμε όταν γνωρίζουμε ότι και ο Έλληνας ψηφοφόρος διατηρεί και αυτός στο μυαλό του τον ίδιο παραδοσιακό ρόλο για τον βουλευτή “του”, ασκώντας του αφόρητες πιέσεις για μικροεξυπηρετήσεις.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Το βέβαιο είναι ότι σε ολόκληρο τον κόσμο είμαστε σε μια περίοδο δομικών μετασχηματισμών, και είναι απλώς αδιέξοδο να συνεχίσουμε με business as usual. Εντέλει, το επιτελικό κράτος είναι η λύση και όχι το πρόβλημα. Αν χρειαζόμαστε κάτι είναι περισσότερο και καλύτερο επιτελικό κράτος, όχι το ξήλωμά του ούτε την υποταγή του σε νέα υπουργικά και βουλευτικά φέουδα.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ επιτελικό κράτος
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ