Κατά γενική ομολογία, η πιο αρνητική εικόνα των ημερών ήταν οι άδειες καρέκλες στην κηδεία του Σαββόπουλου. Κανείς από την Αντιπολίτευση δεν παρέστη στο τελευταίο αντίο στον μεγάλο καλλιτέχνη. Η Αριστερά έβγαλε μια αδικαιολόγητη μικροψυχία και μιζέρια που προκάλεσε το γενικό αίσθημα.
Ακόμη πιο αρνητική εντύπωση προκάλεσε η απουσία του Νίκου Ανδρουλάκη από την νεκρώσιμη ακολουθία, που σόκαρε ακόμη και ανθρώπους της παράταξής του, όπως ο Παύλος Γερουλάνος. Απουσία ντροπιαστική, όπως και η εξήγηση που έδωσε αργότερα ο Πολάκης: Στον ναό ήταν ο Άδωνις και επικήδειο εκφώνησε ο Μητσοτάκης, καλά κάναμε και λείπαμε - άρα όταν η Αντιπολίτευση διαφωνεί με τη λίστα καλεσμένων αποσύρεται μεμψίμοιρη στο περιθώριο. Αφήνοντας πίσω της διχασμό και αντιθεσμικότητα, ακόμη και για έναν καλλιτέχνη που όλη η χώρα αγάπησε όσο ζούσε και θρήνησε την απώλειά του.
Η Αντιπολίτευση δεν συγχωρεί στον Σαββόπουλο ότι δεν της χαρίστηκε. Ότι αποκάλυψε τα κουσούρια της, την αποδόμησε, την απαρνήθηκε και δεν υπήρξε μονολιθικός. Ήταν ο «μεγάλος αντιφατικός», ένας μουσικός που εξέφρασε με στίχους και μελωδίες τις διακυμάνσεις και τους μετασχηματισμούς της Μεταπολίτευσης. Ποτέ δεν δέχτηκε να υποδύεται τον αριστερό, σε αντίθεση με άλλους καλλιτέχνες που και σήμερα ακολουθούν μια πόζα για να έχουν κοινό. Στη χούντα είχε βιώσει τα κρατητήρια αλλά στην αυγή της νέας χιλιετίας ο Σαββόπουλος, άνθρωπος ρεαλιστής και φιλόπατρις, επαινούσε τον Σημίτη: «Μας χρειάζονται, λοιπόν, ''υδραυλικοί'' ή ''λογιστές'' που, τουλάχιστον, μπορούν να κάνουν τα απαραίτητα βήματα», έλεγε για τον αείμνηστο πρωθυπουργό.
Τα ίδια εξηγούσε και πριν από τις εκλογές του 2023, στην τελευταία πολλαπλώς πολυσυζητημένη πολιτική παρέμβασή του, όταν θα εξέφραζε την «ευχή» για μια αυτοδυναμία της ΝΔ: «Κάποιος πρέπει να διαχειριστεί την κατάσταση και δεν ξέρω καλύτερο από τον Κυριάκο Μητσοτάκη». Εξέφραζε με τον τρόπο αυτό εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες που δεν έμειναν δογματικά προσηλωμένοι σε κόμματα. Ο Σαββόπουλος απέρριπτε τα κόμματα της «προοδευτικής» αντιπολίτευσης στα οποία εντόπιζε «ένα παλαιό είδος φοιτητικής ξεγνοιασιάς και μιας υπερβολικής και αδικαιολόγητης αυτοπεποίθησης». Δικαιώθηκε απόλυτα στις διαπιστώσεις του και είχε θαρραλέα εναντιωθεί στο δημοψήφισμα του ΣΥΡΙΖΑ: «Δεν φοβάμαι τη δραχμή. Δεν φοβάμαι το ευρώ, που σαφώς το προτιμώ. Φοβάμαι μόνο τον διχασμό που τρέχει στο αίμα μας από τον καιρό του Θουκυδίδη έως τις μέρες μας» έλεγε, και σχολίαζε ότι «μας κυβερνούν εγγαστρίμυθοι του Ανδρέα Παπανδρέου», δηλαδή ο Τσίπρας! Πόσο εύγλωττος ο εμβληματικός τραγουδοποιός μας.
Όποιος δεν έχει κομματικές παρωπίδες βλέπει ότι το βασικότερο πρόβλημα της χώρας διαχρονικά είναι ο διχασμός. Η Αριστερά, με το σύνθημα «ή αυτοί ή εμείς», έχει μετατρέψει την οξύτατη πολιτική ένταση σε μέτρο της καθημερινότητάς μας. Σε άμετρη κομματική σύγκρουση οδηγούν ακόμη και τα δράματα της σημερινής Ελλάδας, όπως η τραγωδία των Τεμπών. Τελευταίο επεισόδιο ήταν ο πόλεμος γύρω από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, που παρ' ολίγον να μετατραπεί σε κρίση διαρκείας. Η Αντιπολίτευση επιχείρησε να επαναλάβει σκηνικά εποχής «αγανακτισμένων», ακόμη και με τις παρελάσεις. Έγινε ακριβώς το αντίθετο: οι μαθητές στη Θεσσαλονίκη παρέλασαν παρά την καταρρακτώδη βροχή, ενώ στην Αθήνα η μεγάλη προσέλευση πολιτών έσβησε κάθε «ελπίδα» για φασαρία και μπαχαλοποίηση. Οι πολίτες γύρισαν την πλάτη στην τοξικότητα και στη μιζέρια που κάποιοι επέμειναν να διακινούν.
Είναι προφανές ότι ο κόσμος δεν ακολουθεί πλέον το μοτίβο της διαίρεσης και της εχθροπάθειας. Και όσο η Αντιπολίτευση δεν το αντιλαμβάνεται, τόσο θα χάνει δυνάμεις και ποσοστά. Από το 2016 η ΝΔ είναι σταθερά πρώτο κόμμα και στον έβδομο χρόνο διακυβέρνησης παραμένει πρώτη -κάτι που δεν έχουμε ξανασυναντήσει. Επίσης, σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού, ο Μητσοτάκης προηγείται στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός, πάλι από το 2016. Με μεγάλη διαφορά, απ' όλους τους προηγούμενους, πράγμα που επίσης δεν έχουμε ξανασυναντήσει [Μarc, 20/10]. Απλά πράγματα και αριθμοί, προς γνώση και συμμόρφωση.