Τους τελευταίους μήνες οικοδομείται μια πραγματιστική σύμπραξη ανάμεσα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, η οποία μετακινεί αθόρυβα τις ισορροπίες ισχύος στην Ευρώπη.
Η ανάδυση του όρου «Μερτσόνι» [Merzoni, εκ του Μerz και Meloni] μπορεί να μην κυλά εύκολα στη γλώσσα και ακόμη να μην έχει παγιωθεί στο ευρωπαϊκό πολιτικό λεξιλόγιο, όμως η ουσία που περιγράφει κερδίζει έδαφος. Όπως σημειώνει στο Τhe Conversation η Τζούλια Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ, αναπληρώτρια καθηγήτρια Κριτικών Πολιτισμικών και Διεθνών Σπουδών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, τους τελευταίους μήνες οικοδομείται μια πραγματιστική σύμπραξη ανάμεσα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, η οποία –παρά την εκ πρώτης όψεως ανομοιότητά τους– μετακινεί αθόρυβα τις ισορροπίες ισχύος στην Ευρώπη. Η πιο πρόσφατη ένδειξη αυτής της δυναμικής είναι ένα κοινό κείμενο πολιτικής που ετοιμάστηκε από τους δύο ηγέτες και παραδόθηκε στους εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άτυπη σύνοδο στις 12 Φεβρουαρίου, με κεντρικό αίτημα μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα του μπλοκ.
Οι βεβαιότητες της Ευρώπης έχουν εξανεμιστεί
Η Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ βλέπει τη σύμπραξη να γεννιέται από την ανάγκη, αλλά να εξυπηρετεί ταυτόχρονα τα συμφέροντα και των δύο πλευρών –και ενδεχομένως της ίδιας της Ένωσης– σε μια περίοδο όπου οι βεβαιότητες της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης έχουν εξανεμιστεί. Για χρόνια, το «κέντρο βάρους» των ευρωπαϊκών εξελίξεων έτεινε να περιστρέφεται γύρω από τη Γερμανία και τη Γαλλία, τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ένωσης, με περιστασιακές μετατοπίσεις αλλά πάντα εντός ενός σχήματος στο οποίο το Λονδίνο, ακόμη και όταν διέθετε ισχύ, βρισκόταν σε αμφιθυμία απέναντι στο ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου μετά το δημοψήφισμα του 2016 έκλεισε οριστικά εκείνο το κεφάλαιο και, για σχεδόν μία δεκαετία, η ευρωπαϊκή «ραχοκοκαλιά» εκφράστηκε από τον άξονα της Άνγκελα Μέρκελ και του Εμανουέλ Μακρόν, που απέκτησε το παρατσούκλι «Μερκρόν»: η προσεκτική, συχνά διστακτική πραγματιστική προσέγγιση της Μέρκελ σε σύζευξη με τον ευρωπαϊκό ιδεαλισμό και την πολιτική γοητεία του Μακρόν. Η διπλή αυτή καθοδήγηση βοήθησε την Ένωση να διαχειριστεί την έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου, την πρώτη προεδρία Τραμπ και την πανδημία.
Ωστόσο, το τοπίο άλλαξε. Η Μέρκελ αποχώρησε από την καγκελαρία τον Δεκέμβριο του 2021, ενώ ο Μακρόν αντιμετωπίζει πολιτικές δυσκολίες στο εσωτερικό και, όπως περιγράφουν διπλωμάτες και δημοσιογράφοι, μοιάζει ολοένα περισσότερο με μια «Κασσάνδρα» της Ευρώπης: συχνά σωστός στις προειδοποιήσεις του για τη διεθνή αστάθεια, αλλά με μειωμένη ικανότητα να κινητοποιεί στήριξη, τόσο εντός Γαλλίας όσο και στην ήπειρο. Η λήξη της εποχής «Μερκρόν» συνέπεσε με μια πολυκρίση: τον συνεχιζόμενο πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, την απρόβλεπτη τροχιά των Ηνωμένων Πολιτειών, την κλιματική πίεση, τις μόνιμες εντάσεις για τη μετανάστευση και τη διάβρωση καθεστώτων ελέγχου εξοπλισμών. Η παλιά παραδοχή ότι η ειρήνη στην Ευρώπη είναι δεδομένη έχει χαθεί.
Μέσα σε αυτό το κενό, κατά την ανάλυση της Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ, εμφανίζεται η σύμπραξη Μερτς-Μελόνι. Πρόκειται για ζευγάρι που μοιάζει «αταίριαστο». Ο Μερτς είναι συντηρητικός ατλαντιστής και ανοιχτά οικονομικός φιλελεύθερος. Το πολιτικό του στίγμα αποτυπώνεται ακόμη και στον τίτλο βιβλίου του το 2008, που ουσιαστικά καλεί σε «περισσότερο καπιταλισμό», σηματοδοτώντας στροφή προς πιο επιθετική φιλοαγοραία ατζέντα μετά από χρόνια μετριοπαθούς κεντρισμού υπό τη Μέρκελ. Ο ίδιος επιμένει ότι η Γερμανία πρέπει να ξαναχτίσει στρατιωτική ισχύ, κάτι που αποτελεί ρήξη με δεκαετίες γερμανικής –και ευρύτερα ευρωπαϊκής– απροθυμίας να αναλάβει τέτοιο ρόλο.
Η Μελόνι, από την άλλη, ανέβηκε στην εξουσία από τον εθνικιστικό χώρο της ιταλικής δεξιάς, με το κόμμα της να έχει ιστορικές καταβολές που συνδέονται με το μεταπολεμικό υπόλειμμα του φασισμού. Κι όμως, στην κυβερνητική πράξη εμφανίζεται πολιτικά ευέλικτη: διατήρησε τη στήριξη προς την Ουκρανία και τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις προεκλογικές ανησυχίες που υπήρχαν, ενώ καλλιέργησε στενούς δεσμούς με την Ουάσιγκτον, συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού περιβάλλοντος του Τραμπ. Οι επικριτές της την αποκαλούν καιροσκόπο, οι υποστηρικτές της πραγματίστρια· σε κάθε περίπτωση, έχει αποδειχθεί ικανή στη «μεταμόρφωση» ρόλων, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στον εθνικισμό και την κυρίαρχη ευρωπαϊκή γραμμή.
Αυτό που τους ενώνει είναι η ανάγκη
Αυτό που τους ενώνει, υπογραμμίζει η Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ, δεν είναι τόσο η ιδεολογική συγγένεια όσο η ανάγκη. Η Γερμανία παραμένει η οικονομική μηχανή της Ευρώπης, αλλά χρειάζεται συμμάχους για να ωθήσει την Ένωση προς μεγαλύτερη αμυντική ικανότητα και ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα. Η Ιταλία επιδιώκει μεγαλύτερη επιρροή και αξιοπιστία στον «πυρήνα» των αποφάσεων. Και οι δύο κυβερνήσεις μιλούν πλέον τη γλώσσα της στρατηγικής αυτονομίας: η Ευρώπη οφείλει να μπορεί να υπερασπίζεται τον εαυτό της και να προστατεύει τα συμφέροντά της ακόμη κι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες γίνουν αναξιόπιστες. Στο κοινό κείμενο που, σύμφωνα με την αρθρογράφο, πρόκειται να παρουσιαστεί στους εταίρους, η διατύπωση είναι κατηγορηματική: «Η συνέχιση της τρέχουσας πορείας δεν είναι επιλογή. Η Ευρώπη πρέπει να δράσει τώρα».
Ειρωνικά, η ευρωπαϊκή ενότητα συχνά ενισχύεται από κρίσεις. Η έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου τόνωσε την φιλοευρωπαϊκή διάθεση στην ηπειρωτική Ευρώπη, ενώ η εισβολή του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία αναζωογόνησε τη συνεργασία ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τώρα, ο Τραμπ –με υπαινιγμούς ότι μπορεί να αμφισβητήσει δεσμεύσεις στο ΝΑΤΟ, με απειλές δασμών και με αμφισβήτηση εδαφικών ρυθμίσεων σε ζητήματα όπως της Γροιλανδίας– προκαλεί νέο σοκ στην ευρωπαϊκή πολιτική συνείδηση. Η Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ σημειώνει ότι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ισχυρή στήριξη για βαθύτερη αμυντική συνεργασία και μεγαλύτερη ενότητα απέναντι σε παγκόσμιες απειλές, δημιουργώντας πολιτικό χώρο για επιλογές που πριν μια δεκαετία θα θεωρούνταν αδιανόητες ή, τουλάχιστον, πολύ πιο δύσκολες: στρατιωτικές ενισχύσεις, αμυντική ολοκλήρωση, προστασία της βιομηχανίας και αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική.
Η πιο εντυπωσιακή μετατόπιση, κατά την αρθρογράφο, συμβαίνει στη Γερμανία. Για δεκαετίες το Βερολίνο απέφευγε στρατιωτική ηγεσία, επιβαρυμένο από την ιστορία του και προστατευμένο από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Αυτή η εποχή φαίνεται να κλείνει, με Γερμανούς αξιωματούχους να μιλούν όλο και περισσότερο για επανεξοπλισμό, ετοιμότητα ευρωπαϊκής άμυνας και μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνισμό.
Ο ίδιος ο Μερτς, πλαισιώνοντας τη ρωσική επιθετικότητα ως ευθεία επίθεση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και ενότητα, είχε δηλώσει τον Σεπτέμβριο του 2025 ότι «δεν είμαστε σε πόλεμο, αλλά δεν είμαστε πια και σε ειρήνη». Το νέο γερμανοϊταλικό σχέδιο δράσης ενισχύει ρητά τη συνεργασία σε άμυνα, κυβερνοασφάλεια και στρατηγικούς κλάδους, ενώ οι δύο κυβερνήσεις τονίζουν την πίστη στο ΝΑΤΟ παράλληλα με την ώθηση για ισχυρότερη ευρωπαϊκή στρατιωτική ικανότητα. Ακόμη και η ιδέα μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής αμυντικής δύναμης, που παλαιότερα αντιμετωπιζόταν ως φαντασία, πλέον συζητείται σοβαρά σε κύκλους πολιτικής.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ένα σχέδιο μεγάλης προμήθειας αμυντικού υλικού, που –όπως αναφέρεται– εξετάζει η Ρώμη με γερμανική αμυντική βιομηχανία, αξίας έως 24 δισ. δολαρίων (περίπου 20 δισ. ευρώ), για εκατοντάδες τεθωρακισμένα και άρματα νέας γενιάς, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα μεγαλύτερα κοινά αμυντικά έργα στην Ευρώπη. Η κατεύθυνση είναι σαφής: ενίσχυση της στρατιωτικής ικανότητας, αλλά δεμένη με ευρωπαϊκές βιομηχανικές συμπράξεις.
Το πολιτικό «όφελος» μοιράζεται. Για τη Μελόνι, η προσέγγιση με το Βερολίνο προσφέρει νομιμοποίηση και επαναφέρει την Ιταλία στον πυρήνα των αποφάσεων, επιτρέποντάς της να παρουσιάζεται ως εθνική στο εσωτερικό και ταυτόχρονα αναγκαία για την Ευρώπη. Για τη Γερμανία, η Ιταλία λειτουργεί ως πραγματιστικό αντίβαρο σε μια γαλλική γραμμή που, κατά καιρούς, θεωρείται από εταίρους υπερβολικά φιλόδοξη σε θεσμικές αναδιατάξεις. Η Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ δεν υποστηρίζει ότι η Γαλλία «βγαίνει από το παιχνίδι» – παραμένει κεντρική στην πυρηνική αποτροπή και σε πολλές διπλωματικές πρωτοβουλίες. Όμως η πολιτική ορμή μετακινείται προς κυβερνήσεις που προτάσσουν ανταγωνιστικότητα και ασφάλεια έναντι μεγάλων σχεδίων θεσμικής ανασύνταξης.
Το ερώτημα είναι αν θα λειτουργήσει. Η Ιταλία παραμένει οικονομικά εύθραυστη, το γερμανικό εξαγωγικό μοντέλο δοκιμάζεται από παγκόσμιες μεταβολές, τα άκρα και ο λαϊκισμός συνεχίζουν να πιέζουν τη συνοχή της Ένωσης, ενώ η αμυντική ολοκλήρωση είναι πολιτικά ευαίσθητη σε πολλά κράτη-μέλη. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση συχνά κινείται από την ανάγκη, και όσο οι κρίσεις συσσωρεύονται, η συνεργασία γίνεται λιγότερο επιλογή και περισσότερο υποχρέωση. Κατά την ανάγνωση της Χρεμπτάν-Χέρχαγκερ, το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η Ευρώπη θα περάσει από την αντιδραστική διαχείριση κρίσεων σε μια προληπτική γεωπολιτική στρατηγική. Προς το παρόν, η «απίθανη» γερμανοϊταλική σύμπραξη δείχνει ότι ο ευρωπαϊκός χάρτης ξανασχεδιάζεται όχι με μεγάλα ομοσπονδιακά οράματα, αλλά με πραγματιστικές συμμαχίες που γεννιούνται από φόβο, ανάγκη και ευκαιρία.