Με 13η σύνταξη, 13ο μισθό, ΕΚΑΣ και μειώσεις ΦΠΑ θα απαντήσει το ΠΑΣΟΚ στο πρόγραμμα Τσίπρα – Οι διαφορετικές προτάσεις των δύο κομμάτων και η μεγάλη μάχη της κοστολόγησης
Σε έναν ιδιότυπο διαγωνισμό εξαγγελιών, με φόντο πλέον ευθέως τη μάχη για τη δεύτερη θέση, έχουν μπει ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ., καθώς τα δύο κόμματα επιχειρούν να καταλάβουν τον χώρο της βασικής εναλλακτικής απέναντι στην κυβέρνηση, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος σε μισθούς, συντάξεις, φορολογία και κόστος ζωής. Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, απαντά και στις δύο περιπτώσεις με το ίδιο βασικό επιχείρημα: ότι οι υποσχέσεις δεν βγαίνουν δημοσιονομικά και ότι, εάν εφαρμοστούν στο σύνολό τους, «τινάζουν την μπάνκα στον αέρα».
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μετά την παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης από τον Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη και ενόψει της παρουσίας του Νίκου Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ. Πίσω από τη συζήτηση για τα δισεκατομμύρια βρίσκεται ένας ολοένα και πιο εμφανής πολιτικός ανταγωνισμός: ποιος μπορεί να πείσει ότι αποτελεί τον ισχυρότερο αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας και, κυρίως, ποιος μπορεί να συγκροτήσει την κοινωνική και εκλογική συμμαχία που απαιτείται για να εδραιωθεί στη δεύτερη θέση.
Το πρόγραμμα Τσίπρα
Η ΕΛ.Α.Σ. έκανε την πρώτη κίνηση στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζοντας ένα εκτεταμένο πακέτο παρεμβάσεων υπό το τρίπτυχο «Παράγουμε περισσότερο, Μοιράζουμε Δικαιότερα, Ζούμε καλύτερα». Μεταξύ άλλων, προβλέπει κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ το 2027 και μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, ΦΠΑ 6% σε βασικά τρόφιμα και είδη υγιεινής, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα και σειρά παρεμβάσεων σε στέγη, Παιδεία και κοινωνικό κράτος.
Κεντρική θέση στον σχεδιασμό έχει το Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, με αρχικό κεφάλαιο 12 δισ. ευρώ στην τετραετία και στόχο, μέσω μόχλευσης, επενδυτική δυνατότητα 25 δισ. ευρώ στην πρώτη τετραετία και άνω των 50 δισ. σε ορίζοντα δεκαετίας. Παράλληλα προβλέπεται η λεγόμενη Πατριωτική Εισφορά για το πλουσιότερο 1%, με επιβάρυνση ενός ευρώ ανά 100 ευρώ καθαρής περιουσίας.
Ακριβώς στο πεδίο της κοστολόγησης άνοιξε και η πρώτη μεγάλη σύγκρουση με την κυβέρνηση. Η ΕΛ.Α.Σ. τοποθετεί το συνολικό κόστος του σχεδίου της στα 7,39 δισ. ευρώ για την τετραετία, υποστηρίζοντας ότι οι παρεμβάσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσα από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, νέα έσοδα και διαφορετική κατανομή των πόρων. Η εικόνα που δίνει το οικονομικό επιτελείο είναι εντελώς διαφορετική: κυβερνητικές πηγές ανεβάζουν τον λογαριασμό στα 13 δισ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι η κοστολόγηση της ΕΛ.Α.Σ. δεν αποτυπώνει το πραγματικό δημοσιονομικό αποτύπωμα σειράς παρεμβάσεων.
Στην κυβερνητική κοστολόγηση περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μειώσεις του ΦΠΑ, οι στεγαστικές παρεμβάσεις, οι αυξήσεις στους εκπαιδευτικούς και στο προσωπικό του ΕΣΥ, οι προσλήψεις, οι υποτροφίες των 500 ευρώ για 80.000 φοιτητές και το εθνικό σκέλος χρηματοδότησης του Ταμείου Σύγκλισης. Με βάση αυτή την ανάγνωση, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το συνολικό πρόγραμμα υπερβαίνει κατά πολύ τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί εντός των ευρωπαϊκών ορίων δαπανών.
Η απόσταση, επομένως, μεταξύ των δύο κοστολογήσεων είναι μεγάλη και αποτελεί από μόνη της βασικό μέτωπο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Από την Αμαλίας απορρίπτουν τον κυβερνητικό λογαριασμό των 13 δισ. ευρώ και επιμένουν ότι το οικονομικό επιτελείο αθροίζει ποσά διαφορετικής φύσης, αντιμετωπίζει επενδυτικά εργαλεία και χρηματοδοτήσεις ως απλές δημοσιονομικές δαπάνες και κοστολογεί διαφορετικά μέτρα από εκείνα που πραγματικά εξαγγέλθηκαν.
Το Σάββατο οι προτάσεις ΠΑΣΟΚ
Τη σκυτάλη θα πάρει το ΠΑΣΟΚ, με τον Νίκο Ανδρουλάκη να ετοιμάζεται να παρουσιάσει στη ΔΕΘ ένα πακέτο με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα, με αιχμή τη 13η σύνταξη, τον 13ο μισθό στο Δημόσιο, την επαναφορά του ΕΚΑΣ και τη μείωση του ΦΠΑ στο 6% για συγκεκριμένα βασικά αγαθά.
Εδώ, ωστόσο, αρχίζουν και οι δυσκολότερες ερωτήσεις για τη Χαριλάου Τρικούπη. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα ταυτόχρονα γενναιόδωρο κοινωνικά και συμβατό με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, όμως όσο προστίθενται οι επιμέρους δεσμεύσεις τόσο αυξάνεται και η ανάγκη να εξηγηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια όχι μόνο πόσο κοστίζει καθεμία, αλλά και από ποιες μόνιμες πηγές θα χρηματοδοτηθεί.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΠΑΣΟΚ, η σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης έχει αρχικό κόστος 1,8 δισ. ευρώ, το οποίο, μετά την αφαίρεση 540 εκατ. ευρώ υφιστάμενων παρεμβάσεων, περιορίζεται σε πρόσθετη επιβάρυνση περίπου 1,25-1,3 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση αμφισβητεί ευθέως αυτή τη μεθοδολογία και επικαλείται υπολογισμούς του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που ανεβάζουν το κόστος μιας επιπλέον σύνταξης περίπου στα 2,5 δισ. ευρώ, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση μία από τις βασικές παραδοχές πάνω στις οποίες το ΠΑΣΟΚ χτίζει τον λογαριασμό του.
Αντίστοιχη σύγκρουση υπάρχει για τον 13ο μισθό στο Δημόσιο. Το ΠΑΣΟΚ υπολογίζει τη συνολική δαπάνη στα 1,27 δισ. ευρώ και την καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση περίπου στα 770 εκατ. ευρώ, λόγω της επιστροφής μέρους του ποσού μέσω φόρων και εργοδοτικών εισφορών. Από την κυβέρνηση αντιτείνουν ότι, ακόμη και αν υιοθετηθεί η ευνοϊκότερη εκδοχή των υπολογισμών του ΠΑΣΟΚ, πρόκειται για μια νέα μόνιμη δαπάνη που θα πρέπει να χωρά κάθε χρόνο στις ευρωπαϊκές οροφές δαπανών.
Και ο λογαριασμός δεν σταματά εκεί. Το νέο ΕΚΑΣ για περίπου 350.000 χαμηλοσυνταξιούχους κοστολογείται στα 540 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ η μείωση του ΦΠΑ στο 6% για συγκεκριμένα βασικά αγαθά στα 140 εκατ. ευρώ. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται ακόμη η τιμαριθμική προσαρμογή των μισθών, με εκτιμώμενο κόστος 400 εκατ. ευρώ ετησίως σε πλήρη εφαρμογή, η μείωση κατά 20% της εισφοράς αλληλεγγύης των συνταξιούχων, με κόστος 180 εκατ. ευρώ, παρεμβάσεις στις συντάξεις χηρείας και αναπηρίας και αύξηση 2,4% στις επικουρικές συντάξεις από τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης.
Η κριτική της κυβέρνησης δεν περιορίζεται, συνεπώς, στο κόστος ενός μεμονωμένου μέτρου αλλά στο σωρευτικό αποτέλεσμα των εξαγγελιών. Κυβερνητικά στελέχη αθροίζουν 13η σύνταξη, 13ο μισθό, ΕΚΑΣ και μειώσεις ΦΠΑ και ανεβάζουν τον ετήσιο λογαριασμό σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ, ζητώντας από τον Νίκο Ανδρουλάκη να προσδιορίσει ποια πρόσθετα έσοδα ή ποιες άλλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις θα δημιουργήσουν τον απαιτούμενο χώρο. Το βασικό κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζει αναλυτικά το κόστος των επιμέρους δεσμεύσεων, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει παρουσιάσει με την ίδια λεπτομέρεια έναν συνολικό λογαριασμό που να εξηγεί πώς μπορούν να εφαρμοστούν όλες μαζί.
Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί έτσι να μεταφέρει τη συζήτηση από το αν τα μέτρα είναι κοινωνικά επιθυμητά στο αν μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν χωρίς νέους φόρους, περικοπές σε άλλες δαπάνες ή υπέρβαση των δημοσιονομικών ορίων. Από την πλευρά της, η Χαριλάου Τρικούπη απορρίπτει την κυβερνητική ανάγνωση, επιμένοντας ότι οι προτάσεις της είναι κοστολογημένες και ότι η κυβέρνηση συγκρίνει ανόμοια μεγέθη ή χρησιμοποιεί το συνολικό κόστος ενός μέτρου αντί της πρόσθετης καθαρής επιβάρυνσης του προϋπολογισμού.
ΠΑΣΟΚ-ΕΛ.Α.Σ. με το βλέμμα στο ίδιο κοινό
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. κινούνται πλέον σε μεγάλο βαθμό στο ίδιο κοινωνικό ακροατήριο. Μπορεί οι προτάσεις και η φιλοσοφία των δύο προγραμμάτων να μην ταυτίζονται, ωστόσο και οι δύο πλευρές επενδύουν στην πίεση που εξακολουθούν να δέχονται τα νοικοκυριά από το κόστος ζωής και επιχειρούν να παρουσιάσουν ένα σαφώς πιο γενναιόδωρο κοινωνικό και εισοδηματικό πρόγραμμα από εκείνο της κυβέρνησης.
Αυτό εξηγεί και γιατί η συζήτηση για την κοστολόγηση μετατρέπεται σταδιακά σε βασικό πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει και τις δύο προτάσεις ως υποσχέσεις χωρίς επαρκή δημοσιονομικό χώρο. ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ., από την άλλη πλευρά, απορρίπτουν αυτή την ανάγνωση και υποστηρίζουν ότι τα μέτρα τους μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέσα από διαφορετική κατανομή των πόρων, πρόσθετα έσοδα και αλλαγή προτεραιοτήτων.
Το ποια από τις διαφορετικές κοστολογήσεις είναι πλησιέστερα στην πραγματικότητα δεν κρίνεται μόνο από το άθροισμα των εξαγγελιών. Κρίσιμες είναι οι παραδοχές για τα έσοδα, ο χρόνος πλήρους εφαρμογής κάθε μέτρου, το ποια ποσά αποτελούν μόνιμες δαπάνες και ποια επενδυτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις, αλλά και κατά πόσο οι προβλεπόμενες πηγές χρηματοδότησης μπορούν πράγματι να αποδώσουν τα ποσά που υπολογίζει κάθε κόμμα.
Πίσω, πάντως, από τη μάχη των αριθμών βρίσκεται πλέον η μάχη των συσχετισμών. Η ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί μετά τη Θεσσαλονίκη να αποκτήσει δυναμική και να κατοχυρώσει τον ρόλο της ως βασικού αντιπάλου της κυβέρνησης, ενώ το ΠΑΣΟΚ θα επιχειρήσει στη ΔΕΘ να δώσει τη δική του πολιτική και προγραμματική απάντηση, υπερασπιζόμενο ταυτόχρονα τη θέση του στον χώρο της αντιπολίτευσης. Έτσι, ο ανταγωνισμός για το ποιος προτείνει περισσότερα –και κυρίως ποιος μπορεί να πείσει ότι έχει τον τρόπο να τα χρηματοδοτήσει– εξελίσσεται ταυτόχρονα σε έναν πρώτο γύρο της πολύ πιο κρίσιμης αναμέτρησης για το ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση.