Η εξεταστική επιτροπή της βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που διερευνούσε τυχόν ποινικές ευθύνες των δύο πρώην υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη, έριξε αυλαία καταλήγοντας σε αντικρουόμενα, όπως ήταν αναμενόμενο, συμπεράσματα.
Για τη Νέα Δημοκρατία η όλη διαδικασία επιβεβαίωσε την αρχική της θέση πως η υπόθεση των παράνομων επιδοτήσεων αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα στη λειτουργία του Οργανισμού και καμία ποινική ευθύνη δεν προέκυψε για υπουργούς μετά το 2019. Αντίθετα, για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα στοιχεία που εξετάστηκαν δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση με τη συγκρότηση προανακριτικής επιτροπής.
Εν ολίγοις, βρεθήκαμε για άλλη μία φορά στο ίδιο έργο θεατές, όταν σε μία τέτοια κοινοβουλευτική διαδικασία μπαίνουν στο «μικροσκόπιο» στελέχη της πλειοψηφίας. Ωστόσο από τα όσα ακούστηκαν- αποκαλύφθηκαν, προκύπτει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο απάτης που επιβεβαιώνεται και από τις υποθέσεις οι οποίες έχουν ήδη φτάσει στη δικαιοσύνη: δηλώσεις για εκτάσεις που δεν καλλιεργούνταν, βοσκότοποι που ανήκαν σε άλλους ακόμη και στο δημόσιο, αγροτικές δραστηριότητες που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά, δικαιούχοι που εμφανίζονταν ως κτηνοτρόφοι χωρίς να διαθέτουν το αντίστοιχο ζωικό κεφάλαιο. Προκύπτει όμως και κάτι πιο ανησυχητικό: η ευκολία με την οποία φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε η απάτη.
Μέχρι στιγμής, οι περισσότερες υποθέσεις που έχουν φτάσει στα δικαστήρια αφορούν μεμονωμένους δικαιούχους, οι οποίοι κατηγορούνται ότι υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις για να λάβουν επιδοτήσεις. Αν όμως κάποιος παρακολουθήσει τις καταθέσεις των ελεγκτών όσο και αυτά που περιγράφουν οι κατηγορούμενοι, το συμπέρασμα που βγάζει είναι πώς το ίδιο το σύστημα, έτσι όπως λειτουργούσε, τους φώναζε «πάρτε χρήμα». Σε αρκετές περιπτώσεις οι αιτήσεις εγκρίνονταν με βάση στοιχεία που δεν φαίνεται να διασταυρώνονταν ουσιαστικά με άλλες βάσεις δεδομένων, ενώ οι επιτόπιοι έλεγχοι ήταν σπάνιοι. Το πλέον αξιοσημείωτο είναι όμως ότι επί της ουσίας το σύστημα διανομής των αγροτικών επιδοτήσεων στην Ελλάδα, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ προερχόμενα κυρίως από ευρωπαϊκά κονδύλια, στηριζόταν σε ένα μηχανισμό στον οποίο βασικό ρόλο είχαν ιδιώτες : οι παραγωγοί απευθύνονταν στα ΚΥΔ για την υποβολή των δηλώσεων τους. Αυτά με τη σειρά τους τις καταχωρούσαν στο ηλεκτρονικό σύστημα το οποίο λειτουργούσε μέσω πλατφορμών και λογισμικού που αναπτύχθηκαν και διαχειρίζονταν ιδιωτικές εταιρείες πληροφορικής. Στη συνέχεια, τα στοιχεία μεταφέρονταν στον ΟΠΕΚΕΠΕ για τον έλεγχο και την καταβολή των επιδοτήσεων. Εκ του αποτελέσματος βέβαια προκύπτει πως ο Οργανισμός, σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, δεχόταν «αμάσητα» ό,τι του «σέρβιραν» οι ιδιώτες.
Μετά την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τώρα η δικαιοσύνη διερευνά, σε επίπεδο προκαταρκτικών ερευνών, αν προκύπτουν ποινικές ευθύνες στελεχών των ιδιωτικών εταιριών πληροφορικής. Όσον αφορά στα ΚΥΔ , η έρευνα του ελληνικού FBI υπό την καθοδήγηση του έμπειρου εισαγγελέα Δημήτρη Γκύζη που έχει εστιαστεί στην ύπαρξη τυχόν εγκληματικών οργανώσεων γύρω από αυτά, δείχνει την, τουλάχιστον, «προβληματική» τους λειτουργία : Από την έναρξη της προκαταρκτικής το περασμένο καλοκαίρι μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί πάνω από 170 διατάξεις δέσμευσης και αφορούν σε ποσό που υπερβαίνει τα 11.000.000 ευρώ. Η συγκεκριμένη δε έρευνα έχει αποκαλύψει έως τώρα δύο εγκληματικές οργανώσεις που δρούσαν μέσω των ΚΥΔ.