Οι δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ που διαβιβάστηκαν στη Βουλή, κατόπιν έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν αποτελούν ακόμη κάποιους φάκελους με ενδείξεις παρανομιών στον χώρο των αγροτικών επιδοτήσεων.
Αποτυπώνουν, με εμφατικό τρόπο, τη συνύπαρξη δύο παράλληλων πραγματικοτήτων: αφενός ενός μηχανισμού όπου σε αρκετές περιπτώσεις διαφαίνονται σαφή στοιχεία αξιόποινης δράσης, και, αφετέρου, ενός παγιωμένου πολιτικού τρόπου λειτουργίας, όπου η διαμεσολάβηση και το «ρουσφέτι» θεωρούνται ακόμη αυτονόητα.
Σύμφωνα με το υλικό των δικογραφιών υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι παρεμβάσεις φαίνεται να υπερβαίνουν καθαρά τα όρια της νομιμότητας: αλλοίωση στοιχείων, παρεμβάσεις σε πληροφοριακά συστήματα, «διόρθωση» φακέλων εκ των υστέρων, ακόμη και ενδείξεις παραποίησης χρονικά εγγράφων.
Οι καταγεγραμμένες συνομιλίες και τα μηνύματα ενισχύουν αυτή την εικόνα. Δεν πρόκειται μόνο για μεμονωμένες παρεκκλίσεις, αλλά για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο εξυπηρέτησης «ημετέρων», όπου η διοίκηση εμφανίζεται να λειτουργεί ως ευέλικτος μηχανισμός διευθετήσεων. Αναφορές σε «δικούς μας ανθρώπους» ή παρεμβάσεις για να «τακτοποιηθούν» υποθέσεις σκιαγραφούν ένα περιβάλλον όπου οι θεσμικές διαδικασίες προσαρμόζονται, αντί να τηρούνται.
Πέρα ωστόσο από τη νομική αποτίμηση, η ουσία της υπόθεσης είναι βαθύτερη. Ακόμη και εκεί όπου δεν προκύπτει με βεβαιότητα ποινική ευθύνη, όπως ισχυρίζονται εμπλεκόμενοι, αναδύεται ένα διαχρονικό πρόβλημα πολιτικής κουλτούρας. Μια αντίληψη ότι ο βουλευτής οφείλει να «παρεμβαίνει» για να εξυπηρετήσει, ότι η διοίκηση μπορεί να λυγίσει υπό το βάρος ενός τηλεφωνήματος, ότι οι κανόνες είναι διαπραγματεύσιμοι.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργεί ως καθρέφτης. Όχι μόνο για τις πιθανές ποινικές ευθύνες συγκεκριμένων προσώπων, αλλά και για την ανθεκτικότητα ενός συστήματος που επιτρέπει -και ενίοτε ενθαρρύνει- τέτοιες πρακτικές.
Και το ερώτημα είναι: πόσο ακόμη αντέχουμε ως κοινωνία να αφήνουμε τις ίδιες παθογένειες να επαναλαμβάνονται; Πόσο αντέχουμε να βλέπουμε τη δημόσια διοίκηση να υποτάσσεται σε εκλογικά και πολιτικά συμφέροντα, ενώ οι πολίτες πληρώνουν το κόστος με χαμένες επιδοτήσεις, σπαταλημένα χρήματα και πλήγμα στη δημόσια εμπιστοσύνη;
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έδειξε τον δρόμο με την έρευνά της και τη νομική αξιολόγηση των πράξεων. Η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της, όχι απλώς να διαχειριστεί επικοινωνιακά την κρίση. Αν δεν υπάρξει αποφασιστική αντίδραση, η χώρα θα συνεχίσει να παραμένει δέσμια ενός συστήματος όπου οι νόμοι ισχύουν για τους πολλούς, αλλά οι λίγοι φαίνεται να κινούνται ανενόχλητοι.