Καθώς πυκνώνουν οι απολογισμοί για την Μεταπολίτευση, κοιτάζοντας ανασκοπικά θα λέγαμε ότι ένα πάγιο χαρακτηριστικό της ήταν η μετάθεση των δύσκολων μεταρρυθμίσεων και γενικά των αντιδημοφιλών αποφάσεων στο (άγνωστο) μέλλον.
Δεν είχε να κάνει μόνο με την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αναλάβει τις ευθύνες του αλλά και της κοινωνίας να σταθμίσει το βραχυπρόθεσμο έναντι του μακροπρόθεσμου συμφέροντός της. Σε αυτό το αποτυχημένο τανγκό χρειάζονταν δύο, έτσι κι αλλιώς. Ήταν βέβαια κάπως αναμενόμενο για μια κοινωνία και μια πολιτική ελίτ που είχαν βιώσει ένα εντόνως ταραγμένο παρελθόν ολόκληρο τον 20ό αιώνα, και που έπειτα από τόσες δεκαετίες τεράστιων προκλήσεων και ανατροπών στην ζωή τους ήθελαν επιτέλους να μπορούν να επενδύσουν σε πιο ηδονιστικές πλευρές της ζωής. Αλλά, τίποτε δεν έρχεται χωρίς κόστος, κυρίως όταν όλα τα υπόλοιπα κράτη την ίδια περίοδο έσπευδαν να επιταχύνουν τις μηχανές της ανάπτυξης σε έναν παγκοσμιοποιημένο και πολύ ανταγωνιστικό κόσμο, ενώ εμείς είχαμε υιοθετήσει την κουλτούρα του ηδονιστή τζίτζικα που κοιτάζει με μάλλον ειρωνικό βλέμμα όσους επιλέγουν τις business before pleasure.
Έτσι, μέχρι την οικονομική κρίση του 2010, η διαχείριση όλων των δύσκολων και των κοινωνικά επώδυνων ήταν πάντα η εξής απλή: η μετάθεση στον χρόνο. Γιατί να κάνουμε τώρα ό,τι (δεν θα) μπορούμε να κάνουμε αύριο; Αποκορύφωμα αυτής της στρεβλής λογικής ήταν η ακύρωση της μεταρρύθμισης Γιαννίτση για το ασφαλιστικό το 2001 (και μάλιστα με διαπαραταξιακή στήριξη) παρότι ήταν μαθηματικά υπολογισμένο με απόλυτη ακρίβεια ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε την χώρα όχι απλώς σε πρόβλημα στα ασφαλιστικά της ταμεία αλλά σε κανονική χρεωκοπία. Όπως και έγινε φυσικά το 2010, διότι το πρόβλημα με τα νούμερα είναι δυστυχώς το ίδιο με τους νεοέλληνες της Μεταπολίτευσης: η ξεροκεφαλιά τους.
Αλλά για πόσο ακόμη να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας; Η μετάθεση όλων των δύσκολων στην επόμενη γενιά υπήρξε μια βαθιά ανήθικη πράξη. Στην πραγματικότητα, αυτό που κάναμε ήταν να υπονομεύσουμε το μέλλον των ίδιων των παιδιών μας που αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς ήταν εκείνα που κυρίως επλήγησαν στην διάρκεια της περασμένης δεκαετίας της κρίσης. Ήταν εκείνα που βίωσαν ένα αφόρητο επαγγελματικό και προσωπικό αδιέξοδο στην πιο δημιουργική φάση της ζωής τους, και εκείνα που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στερώντας από την χώρα ένα πολλά υποσχόμενο επιστημονικό προσωπικό. Αυτό ήταν ίσως και το χειρότερο διότι το ελληνικό κράτος δεν φτώχυνε μόνο σε πλούτο αλλά και σε ανθρώπους -ένας τρομακτικός συνδυασμός που θα μας στοιχειώνει για πολύ. Διότι πολλούς εξ αυτών τους έχασε για πάντα. Ήταν το τίμημα για αυτή την κουλτούρα αμεριμνησίας που επέμενε για δεκαετίες να κάνει τώρα τα εύκολα και να καθυστερεί τα δύσκολα μέχρι να αναλάβει την ευθύνη κάποιο επόμενο “κορόιδο”.
Ήμασταν νιοι και γεράσαμε και κυρίως χρεοκοπήσαμε μέχρι να δούμε μερικά βασικά και αυτονόητα επιτέλους να γίνονται μέσα στην κρίση, και πάλι χωρίς ευρεία συναίνεση παρότι είχε πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας. Μόνο υπό την δαμόκλειο σπάθη των μνημονίων μπορούσαμε να δεχτούμε να αλλάξουν όσα είχαμε καθυστερήσει για τόσα χρόνια διότι ακόμη και τότε όπως επισημαίνονταν, “δεν είχαμε αποκτήσει την ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων”.
Από το 2019 και μετά, κατόπιν μεγάλων πολιτικών ανακατάταξεων, το βαρόμετρο της πολιτικής κουλτούρας έδειξε να κλίνει όλο και περισσότερο υπέρ του μεταρρυθμιστικού εκσυγχρονισμού. Με άλλα λόγια, το κυρίαρχο κοινωνικό αίτημα ήταν πλέον η επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα αλλά και το κλείσιμο κάποιων μεγάλων εκκρεμοτήτων του παρελθόντος ακριβώς επειδή είχαν γίνει βουνό μετά από τόσα χρόνια στασισμότητας. Σε ορισμένους τομείς μάλιστα έγιναν και ιστορικά άλματα όπως στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών του κράτους όπου μπορούμε να μιλάμε, χωρίς υπερβολή, για θαύμα αφού η χώρα αποτέλεσε πρότυπο ακόμη και για τα πιο προοδευμένα κράτη της ηπείρου μας.
Δεν σημαίνει ωστόσο ότι η αντι-κουλτούρα της καθυστέρησης και της μετάθεσης των δύσκολων στο μέλλον εξαφανίστηκε δια μιας και για πάντα. Άλλωστε, η έκρηξη του εθνολαϊκισμού, εξ αριστερών και εκ δεξιών, την τελευταία 15ετία δεν θα μπορούσε να μην αφήσει μια προβληματική παρακαταθήκη πίσω της. Έτσι, τα αντάρτικα της καθυστέρησης συνεχίζονται ωσάν να μην έχουν καταλάβει τίποτε από τα δεινά που επέφερε η καταστροφή.
Το βλέπει για παράδειγμα κανείς στην εμμονική αντίσταση που προβάλλεται κατά την εφαρμογή του νόμου του 2024 για τα μη κρατικά παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων. Παρότι βρέθηκε επιτέλους ο τρόπος να επιτραπεί η εγκατάστασή τους στην χώρα και κρίθηκε οριστικά συνταγματική η λειτουργία τους, η υπονόμευσή τους συνεχίζεται με κάθε τρόπο. Τι κι αν η συζήτηση αυτή για τα μη κρατικά ΑΕΙ κρατάει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '90, τι κι αν τόσα χρόνια εθελοτυφλούσαμε ανεχόμενοι την αρρύθμιστη λειτουργία των ιδιωτικών κολεγίων που όμως είχαν κερδίσει το δικαίωμα να δίνουν τίτλους σπουδών με τα ίδια ακριβώς επαγγελματικά δικαιώματα με τα δημόσια ΑΕΙ, τι κι αν εντέλει όλα αυτά είναι κοινός τόπος εδώ και δεκαετίες σε όλο τον υπόλοιπο πλανήτη με σχεδόν καμία εξαίρεση, οι καθυστερημένοι της Μεταπολίτευσης δεν μπορούν να δεχτούν ότι η εποχή μας δεν θα μείνει προσκολημένη στις συγκρούσεις των γονιών και των παππούδων μας. Θα επιμένει και ας συνεχίζουμε να χάνουμε μυαλά και χρήματα που θα φεύγουν στο εξωτερικό για σπουδές, και ας συνεχίζουμε να χάνουμε ευκαιρίες να γίνει η χώρα περιφερειακός εκπαιδευτικός κόμβος όπως η Κύπρος.
Το βλέπει κανείς όμως και στην συζήτηση για την αποπληρωμή του χρέους, παρότι εκεί τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουμε πάρει το σκληρό μάθημά μας. Οι δημόσιες όμως αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για την απόφαση του κυβερνητικού οικονομικού επιτελείου να προχωρήσει στην πρόωρη αποπληρωμή των δανείων που επιβάρυναν τόσο πολύ το ελληνικό κράτος την περίοδο των μνημονίων δείχνει πρωτίστως αδιαφορία για τη νέα γενιά -για τα ίδια τα παιδιά μας. Τι κι αν έχει εξηγηθεί αναλυτικά ότι η πρόωρη αποπληρωμή είναι δημοσιονομικά επωφελής για το κράτος μας (κερδίζουμε από τους τόκους, 30 εκατ. ευρώ για κάθε ένα δισεκατομμύριο που αποπληρώνουμε πρόωρα, δηλαδή σύνολο 2,6 δισ. στην επταετία). Τι κι αν έχει τονιστεί ότι έτσι κι αλλιώς δεσμευόμαστε από αυστηρότατες ευρωπαϊκές ρήτρες και άρα δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε σε κοινωνικές παροχές όλα τα χρήματα που προκύπτουν από την υπεραπόδοση της οικονομίας, οι καθυστερημένοι της Μεταπολίτευσης θα επιμένουν για πάντα ότι θα μπορούσαμε να αφήσουμε για μετά όποιο πρόβλημα θα μπορούσαμε να επιλύσουμε με καλύτερους όρους τώρα.
Μέσα στον Αύγουστο, έτυχε να “φύγουν” με λίγες μέρες διαφορά, δύο από τους σημαντικότερους διανοούμενους της περιόδου αυτής, ο Στέλιος Ράμφος και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς. Από αρκετούς αντιμετωπίστηκαν περίπου ως παραταξιακοί διανοητές, ο Ράμφος της “Δεξιάς” και ο Τσουκαλάς της “Αριστεράς.” Βρίσκω ότι μας φτωχαίνει μια στενά παραταξιακή ανάγνωση των ιδεών που διακινήθηκαν μέσω αυτών των μείζονων στοχαστών μιας ολόκληρης εποχής που μπορεί μεν να τελείωσε αλλά μας αφήνει μια παρακαταθήκη που οφείλουμε να αναλογιστούμε βαθύτερα αν θέλουμε ένα καλύτερο συλλογικό μέλλον. Θα είχα, συνεπώς, να προτείνω οι μεν Δεξιοί να διαβάσουν προσεκτικά την αδυσώπητη κριτική του Ράμφου στα αδιέξοδα της παραδοσιολατρείας, οι μεν Αριστεροί, την καταπληκτική αποδόμηση του Τσουκαλά στους “τζαμπατζήδες” της Μεταπολίτευσης που ήθελαν να πιστεύουν ότι μπορούν να φορτώνουν σε άλλους τα βάρη αυτής της “χώρας των θαυμάτων” στην οποία κυριάρχησε (και κυριαρχεί;) ο μεγάλος μύθος του λεφτόδεντρου. Και ίσως έτσι κατανοήσουν αμφότεροι τους κινδύνους της καθυστέρησης σε έναν αναμφισβήτητα σκληρό κόσμο που δεν νοιάζεται για την δική μας μελαγχολία.