Οι πρώτες δημοσκοπικές καταγραφές μετά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή και τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες στο περιφερειακό μέτωπο των συγκρούσεων αποτυπώνουν μια θετική μεταβολή για το κυβερνητικό στρατόπεδο στο δείκτη της πρόθεσης ψήφου σχολιάζει ο διευθυντής ερευνών της GPO, Αντώνης Παπαργύρης.
Ο πρωθυπουργός και οι επιτελείς του επέδειξαν ετοιμότητα και ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, ενισχύοντας και ξαναθυμίζοντας μία από τις αρετές της πρώτης φάσης της διακυβέρνησής του: αυτή του ικανού διαχειριστή κρίσεων.
Η πρώιμη μεταπολεμική αποτύπωση δεν αποτελεί επί της ουσίας βελτίωση της δημοσκοπικής εικόνας του κόμματος της ΝΔ αλλά του ίδιου του πρωθυπουργού, ο οποίος επ’ αφορμής της πολεμικής κρίσης και ως απόρροια των αποφάσεών του τόνωσε το ηγετικό του προφίλ, που, χωρίς να έχει απειληθεί από τους υπόλοιπους διεκδικητές της εξουσίας, είχε δεχτεί πλήγματα από τις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και των υποκλοπών.
H εξωτερική πολιτική συνεχίζει να είναι το δυνατό χαρτί τόσο της κυβέρνησης όσο και του πρωθυπουργού
Η προσοχή της κοινής γνώμης μετατοπίστηκε από τα εσωτερικά σκάνδαλα και έφερε ξανά στην επιφάνεια τη σύγκριση μεταξύ του Κ. Μητσοτάκη και των υπολοίπων αρχηγών στο κομμάτι της διαχείρισης κρίσεων και της εκπροσώπησης της χώρας στη διεθνή σκηνή.
Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αν και έχει κατηγορηθεί ως μονοδιάστατη και υπέρ το δέον φιλοατλαντική, ήταν και συνεχίζει να είναι το δυνατό χαρτί τόσο της κυβέρνησης όσο και του πρωθυπουργού.
Από την κρίση στον Έβρο, την ομιλία στο Αμερικανικό Κογκρέσο και την αποστολή των ελληνικών φρεγατών στην Κύπρο, η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής συγκέντρωνε διαχρονικά θετικές εκτιμήσεις μεγαλύτερες σε ποσοστά από την εκλογική επιρροή της Νέας Δημοκρατίας. Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο ούτε μόνο ελληνικό.
Σε συνθήκες κρίσης το πατριωτικό φρόνημα ενισχύεται, το αίσθημα ασφάλειας γίνεται ζωτικό και οι πολίτες τείνουν να συμπεριφέρονται πιο «συνετά», παραμερίζοντας και παραβλέποντας κυβερνητικές αστοχίες σε άλλα μέτωπα. Σε συνθήκες πραγματικής κρίσης ο λαϊκισμός υποχωρεί και οι πολίτες αναζητούν πιο ψύχραιμες και μετριοπαθείς φωνές, που μπορούν να αναλύσουν τις πραγματικές διαστάσεις της απειλής και να λειτουργήσουν με λογισμένη αποφασιστικότητα και ρεαλισμό.
Τα ζητήματα της ακρίβειας σταθερά το πραγματικό πρόβλημα
Το πραγματικό πρόβλημα ωστόσο για την κυβέρνηση θα ξεκινήσει το επόμενο διάστημα, όταν θα αρχίσουν να γίνονται αισθητές οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου. Άλλωστε και σε αυτές τις ίδιες δημοσκοπήσεις τα ζητήματα της ακρίβειας συνεχίζουν να απασχολούν τους πολίτες και να αποτελούν τη βασική τους προτεραιότητα.
Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποια όξυνση για τα ελληνικά συμφέροντα στο πεδίο των επιχειρήσεων, η διάρκεια των συγκρούσεων θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την επόμενη μέρα.
Οι πληθωριστικές πιέσεις στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς είναι αναμενόμενες και ο τρόπος που θα αντιμετωπιστούν θα είναι κομβικός. Τα κριτήρια της ψήφου δεν αλλάζουν δραματικά και συνεχίζουν να σχετίζονται με την αγοραστική δύναμη του καθενός και την εσωτερική επικαιρότητα. Η καθημερινότητα μπορεί να ακυρώσει ή έστω να υποβαθμίσει το θετικό αντίκτυπο των χειρισμών της ελληνικής κυβέρνησης στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Από την άλλη, ποιος θα μπορέσει να αμφισβητήσει τουλάχιστον για το πρώτο διάστημα το κυβερνητικό αφήγημα περί εισαγόμενης πολεμικής κρίσης, ένα αφήγημα που χρησιμοποιήθηκε και στην έναρξη του Ρωσο-ουκρανικού πολέμου.
Προβληματισμός για πιθανά φαινόμενα κερδοσκοπίας και αύξησης μεταναστευτικών ροών
Μια αποφασιστική παρέμβαση στα τιμολόγια ενέργειας, στις τιμές των καυσίμων και των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ μπορεί να βελτιώσει αισθητά την εικόνα και να δημιουργήσει συνθήκες μόνιμης δημοσκοπικής ανάκαμψης. Στον αντίποδα, η αδυναμία να ελεγχθούν φαινόμενα κερδοσκοπίας καθώς και μία πιθανή έκρηξη των μεταναστευτικών ροών θα ακυρώσει τις γεωπολιτικές επιτυχίες και θα υπερτονίσει τις εσωτερικές αστοχίες.
Όσο άχαρη και κυνική κι αν είναι η συζήτηση για την επίδραση ενός καταστροφικού πολέμου στην εγχώρια πολιτική σκηνή, πρόκειται για μια συνθήκη που μπορεί να εξελιχθεί σε απειλή ή ευκαιρία για την κυβέρνηση.