Κατά τους μήνες πριν από την εξαγγελία της ΕΛ.Α.Σ. η εκτίμηση που υπήρχε ήταν πως ο Αλέξης Τσίπρας στο προδιαγεγραμμένο από τότε νέο εγχείρημά του θα κινηθεί σε έναν κεντροαριστερό ή σοσιαλδημοκρατικό χώρο, που δεν θα ταυτίζεται με την αριστερά και δεν θα την εμπεριέχει ούτε στο όνομα του νέου κόμματος.
Σε όλες τις ομιλίες του σε εκδηλώσεις που είχαν σχέση με την παρουσίαση του βιβλίου του ή με θεματικές ενότητες στο πλαίσιο της δραστηριότητας του ιδρύματός του, προτιμούσε τη χρήση των όρων προοδευτικές δυνάμεις, δημοκρατική παράταξη κ.λπ. και η διαφαινόμενη στόχευσή του ήταν ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας και του λεγόμενου προοδευτικού κέντρου. Ήταν βέβαια εμφανής η πρόθεσή του από τότε να μην καταγραφεί η νέα κίνησή του ως συνέχεια ή ως μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ και απέφευγε συστηματικά στις δημόσιες εκδηλώσεις του την αξιοποίηση των μέχρι τότε συντρόφων του ως ομιλητών, προτιμώντας μάλλον τεχνοκράτες ή πανεπιστημιακούς. Την παρουσία στις ομιλίες του των βουλευτών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ προφανώς δεν θα μπορούσε να την αποτρέψει, δεν είναι τυχαίο όμως ότι στην ταξιθεσία της παρουσίασης του βιβλίου του στο «Παλλάς» τοποθέτησε όλα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ στον εξώστη. Παρά ταύτα, οι πρώην συνοδοιπόροι του συνέχισαν να συρρέουν αθρόα σε όλες τις δημόσιες συγκεντρώσεις, υποτιμώντας προφανώς τα δείγματα των προθέσεων του πρώην αρχηγού τους.
Πρώτη ανατροπή και έκπληξη ως προς τις μέχρι τότε καταγεγραμμένες διαθέσεις του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το όνομα του νέου κόμματος, που όχι απλά περιείχε τη λέξη αριστερά, αλλά η σύντμηση του τίτλου ταυτιζόταν με τον ΕΛΑΣ της εθνικής αντίστασης. Δηλαδή, όχι μόνο δεν απέκρυψε την αριστερή ταυτότητα του νέου φορέα, αλλά την ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο. Η προφανής σκέψη που θα μπορούσε να κάνει κάποιος είναι ότι ένας τέτοιος τίτλος θα αποτελεί βαρίδι στην προσπάθεια ενός κόμματος να απευθυνθεί σε ευρύτερο φάσμα πολιτών. Το επιχείρημα που μετριάζει αυτή την εκτίμηση είναι ότι η εκφορά του τίτλου ως ΕΛΑΣ παραπέμπει και στο όνομα της Ελλάδας, ενώ ένα πρόσθετο επιχείρημα είναι ότι στο άκουσμά του οι νεότερες γενιές δεν σκέφτονται καν τον ΕΛΑΣ της κατοχής.
Στο μεταξύ, μετά την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ άρχισαν να αποχωρούν από το κόμμα τους και να καθίστανται ανεξάρτητοι, αναμένοντας την ένταξή τους στον νέο φορέα μετά τη λήξη της θητείας της παρούσας Βουλής και προσδοκώντας τη συμμετοχή τους στις λίστες των υποψηφίων στις εκλογές. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσοι από αυτούς ενήργησαν αυτοβούλως ή σε συνεννόηση με τον πρώην αρχηγό τους, αλλά ίσως δεν είναι δεδομένο πως όλοι όσοι αποχώρησαν θα χρισθούν αυτοδίκαια υποψήφιοι βουλευτές. Κάπως έτσι μετά τη σύσταση του νέου κόμματος προεξοφλήθηκε η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, ύστερα και από την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του στις αρχές Ιουνίου. Παρά ταύτα, μετά τη συστηματική αποχή της πλευράς Τσίπρα από κάθε δέσμευση για σύμπλευση με τους πρώην συντρόφους και συνεργάτες του, αρκετοί από τους μη παραιτηθέντες βουλευτές αλλά και στελέχη που συμμετέχουν στα όργανα μετέβαλαν στάση και ανέτρεψαν την προηγούμενη απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής, διακηρύσσοντας τη συνέχεια του κόμματος και την κάθοδό του στις επόμενες εκλογές. Πιθανότατα οι μη παραιτηθέντες βουλευτές, που πρόσφατα στη συνεδρίαση της συρρικνωμένης Κοινοβουλευτικής Ομάδας εξέλεξαν νέο πρόεδρο μετά την παραίτηση Φάμελλου, είχαν ήδη αρνητικό σήμα από τον πρώην πρωθυπουργό ή δεν εμπιστεύονται τις προθέσεις του ως προς την αξιοποίησή τους στο νέο κόμμα. Βέβαια, δεν είναι καθόλου παράλογο το βασικό επιχείρημά τους ότι δεν μπορείς να διαλύσεις ένα κόμμα για να πας σε ένα άλλο που δεν σε θέλει ή δεν σε έχει προσκαλέσει.
Ως εκ τούτου, ο ΣΥΡΙΖΑ επισήμως πλέον εξακολουθεί να υφίσταται, παρά τις μέχρι πρότινος προβλέψεις. Δεν ξέρουμε ακόμα αν θα βρει απήχηση η προσπάθεια των εναπομεινάντων βουλευτών και στελεχών του και αν θα στερήσουν από την ΕΛ.Α.Σ. κάποιο εκλογικό ποσοστό, από μία άποψη, όμως, η συνέχιση της παρουσίας του και η κάθοδός του στις εκλογές εξυπηρετεί την επιδίωξη Τσίπρα να ξορκίσει το παρελθόν και να ακολουθήσει μια νέα πορεία.
Ούτως εχόντων, στους δύο μήνες που πέρασαν από την ίδρυση της ΕΛ.Α.Σ. είχαμε ήδη αρκετές ανατροπές σε σχέση με τα διαφαινόμενα πριν από την εξαγγελία της, σε σημείο που να αναρωτιόμαστε αν προέκυψαν στην πορεία ή αν είχαν προβλεφθεί ή σχεδιαστεί εξαρχής από τον πρώην πρωθυπουργό, με αποκορύφωμα το γεγονός ότι ξεκαθάρισε ρητά πλέον στις συνεντεύξεις του ότι δεν επιδιώκει καμία συνεργασία με την αντιπολίτευση και στόχος του είναι να αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις εκλογές, χωρίς όμως ταυτόχρονα να ασχολείται με τα συγγενή κόμματα της αντιπολίτευσης και να αντιπαρατίθεται με αυτά, αλλά κινούμενος στη λογική ότι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι να συνταχθούν με τις θέσεις του και να προσχωρήσουν στο κόμμα του. Κάπως έτσι, το ιδεολόγημα ότι μόνο με συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων θα ανατραπεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι μόνο κλονίστηκε, αλλά κατέστη ανέφικτο ευχολόγιο, αν ληφθεί υπόψη ότι σε όλες τις μετρήσεις δεύτερη δύναμη με αισθητή διαφορά είναι το κόμμα Τσίπρα.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι παρακολουθώντας τη μέχρι τώρα στάση του πρώην πρωθυπουργού, αρκετές κινήσεις του έχουν αντιφατικό χαρακτήρα. Ενώ ξεκίνησε την καμπάνια του πριν από την ίδρυση του νέου κόμματος απευθυνόμενος σε όλο το φάσμα των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων και όχι μόνο στην αριστερά, επέλεξε έναν τίτλο με έντονα αριστερό στίγμα, ενώ ταυτόχρονα αποφεύγει να εντάξει στην ΕΛ.ΑΣ. όχι μόνο βουλευτές αλλά και ευρύτερα γνωστά στελέχη του. Την ίδια στιγμή, ξεκαθαρίζει ότι δεν συνεργάζεται με κανέναν φορέα της αντιπολίτευσης, αλλά θα επιδιώξει μόνος του τη νίκη στις εκλογές, φιλοδοξώντας προφανώς να προσελκύσει ένα πολύ ευρύτερο πολιτικό ακροατήριο.
Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν αν αυτά που μπορεί να φαίνονται ως αντιφάσεις είναι τμήμα ενός συνολικού σχεδίου ή αν το όλο εγχείρημα προχωράει με τη λογική τού «βλέποντας και κάνοντας», που και αυτό συμβαίνει συχνά στην πολιτική. Άλλωστε, ο πρώην πρωθυπουργός έχει δώσει στη μέχρι τώρα διαδρομή του αρκετά δείγματα ευελιξίας, για να μη χρησιμοποιήσουμε τον διεθνώς πια γνωστό όρο που συνδέθηκε με την προηγούμενη κυβερνητική θητεία του.