fbpx Γιάννης Μαυρής: Ποτέ δεν ξαναέγιναν εκλογές τον Ιούλιο -Θα υπάρχει αποχή | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥ BLOG

Γιάννης Μαυρής: Ποτέ δεν ξαναέγιναν εκλογές τον Ιούλιο -Θα υπάρχει αποχή

Ο δημοσκόπος Γιάννης Μαυρής ασκεί κριτική στον Τσίπρα για τις εκλογές τον Ιούλιο
02|07|2019 | 16:27
Ο δημοσκόπος και πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Μαυρής/ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ EUROKINISSI

Αυστηρή αλλά έμμεση κριτική στον Αλέξη Τσίπρα, μέσα από ένα καθαρά επιστημονικό άρθρο, για την επιλογή του να κάνει τις εκλογές τον Ιούλιο, ασκεί ο δημοσκόπος Γιάννης Μαυρής, στο προσωπικό του Blog.

Υποστηρίζοντας ότι ο Ιούλιος δεν προσφέρεται για εκλογές στην Ελλάδα, αντίθετα τον χαρακτηρίζει ως τον κατ εξοχήν ακατάλληλο μήνα για την διενέργεια εκλογών. Ο Γιάννης Μαυρής κάνει μια επισκόπηση του χρόνου των εκλογών από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, κυρίως όμως από την μεταπολίτευση και μετά, και εξηγεί ότι μέσα στο καλοκαίρι, λόγω των διακοπών, των εορτών και της μετακίνησης ενός εποχικά εργαζόμενου προσωπικού εκτός Αθηνών, δεν πρέπει να γίνονται εκλογές. Επισημαίνει μάλιστα ότι ποτέ στο πρόσφατο παρελθόν, ακριβώς για να διευκολυνθεί το εκλογικό σώμα ώστε να ασκήσει απρόσκοπτα το εκλογικό του δικαίωμα, δεν έχουν γίνει εκλογές του Ιούλιο. Μόνο σε έκτακτες περιπτώσεις είχαν γίνει τον μήνα Ιούνιο.

Ο κ. Μαυρής που επιχειρηματολογεί ότι ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών είναι και ένας τρόπος χειραγώγησης των εκλογέων, αφήνει να εννοηθεί οτι εκλογές τον Ιούλιο θα οδηγήσουν σε μεγάλη αποχή και σε κάθε περίπτωση χαρακτηρίζει την επιλογή του χρόνου «φαλκίδευση του εκλογικού δικαιώματος», ενώ στηλιτεύει και την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να δώσει το δικαίωμα ψήφου στους Ελληνες της διασποράς.

Ολόκληρο το άρθρο του δημοσκόπου Γιάννη Μαυρή:

Μετά από τη συντριπτική ήττα του κυβερνώντος κόμματος στις πρόσφατες ευρωεκλογές, που αποτύπωσε τη ριζική ανατροπή του κομματικού συσχετισμού δυνάμεων, η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες κατέστη και δημοκρατικά επιβεβλημένη και πολιτικά αναπόφευκτη.

Ωστόσο, η προκήρυξη των εκλογών της 7ης Ιουλίου έχει και μια αρνητική πλευρά. Πρώτη φορά, στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, οι βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν μήνα Ιούλιο. Παλαιότερο ιστορικό προηγούμενο εντοπίζεται μόνο στον 19ο αιώνα: στις εκλογές του 1875, και στις πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές του 1844, δηλαδή πριν από 144 και 175 χρόνια, αντίστοιχα!

Εάν και πόσο θα επηρεαστεί από αυτήν την επιλογή η συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και το ύψος της κοινωνικής συμμετοχής δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων. Η μοναδική πρόσφατη ένδειξη που υπάρχει, για συμμετοχή σε εκλογική διαδικασία στο μέσον του καλοκαιριού, είναι το πολωμένο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015. Με βάση όμως ένα έκτακτο γεγονός και μάλιστα εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα, δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τις βουλευτικές εκλογές.

Η συνταγματική πρόβλεψη. Τι προβλέπει και τι δεν προβλέπει το Σύνταγμα για το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών

Ενώ το Σύνταγμα προβλέπει ρητά τη διάρκεια της θητείας της Βουλής (τετραετία, άρθρο 53§1), ο ακριβής χρόνος διεξαγωγής των εκλογών επαφίεται στην κυβέρνηση και στον πρωθυπουργό. Θεωρητικά, η επιλογή του πλέον πρόσφορου χρόνου για τη διενέργεια των εκλογών γίνεται λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους ρυθμούς της οικονομικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής, με γνώμονα το σεβασμό και όχι τη διατάραξή της. Για παράδειγμα, το 2014, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, για τη μεταφορά, της ημερομηνίας των προηγούμενων (όγδοων) ευρωεκλογών νωρίτερα, το Μάιο του 2014, έγινε με την αιτιολογία ότι η αρχικά προβλεπόμενη ημερομηνία διεξαγωγής τους, συνέπιπτε με τον εορτασμό της Πεντηκοστής (8 Ιουνίου 2014).

Φαίνεται, ωστόσο, ότι η εποχή του μεταπολεμικού και μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού, όπου ο σεβασμός του εκλογικού σώματος και η θεσμική ενίσχυση των εκλογών παρήγαγαν πολιτικές για την ενίσχυση της συμμετοχής και τη μεγαλύτερη δυνατή διευκόλυνση του εκλογικού σώματος, ώστε να ασκήσει απρόσκοπτα το εκλογικό του δικαίωμα, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Ο χρόνος των εκλογών: Ένας αφανής μηχανισμός χειραγώγησης του εκλογικού σώματος

Το εκλογικό σύστημα και ο χρόνος προκήρυξης των εκλογών υπήρξαν ιστορικά τα δύο ισχυρότερα μέσα «όπλα» των εκάστοτε κυβερνήσεων, για τον έλεγχο του εκλογικού σώματος και τη χειραγώγηση της πολιτικής. Η σημασία του πρώτου είναι γνωστή από το έργο του μεγάλου Ιταλού πολιτικού επιστήμονα Giovanni Sartori (1976, 1994) και πολλών άλλων (Lijphart, Rae, Rokkan, κ.α.). Σύμφωνα μάλιστα με τον Sartori (1968, 273), το εκλογικό σύστημα αποτελεί «το κατ’ εξοχήν μέσο χειραγώγησης της πολιτικής». Και η ελληνική εκλογική ιστορία κάθε άλλο βέβαια ξεφεύγει από αυτόν τον κανόνα. Ιδίως στην Ελλάδα, η κριτική στη «στρεβλωτική επίδραση» που ασκεί το εκλογικό σύστημα είναι γνωστή και παλαιά (Meynaud 1974· Νικολακόπουλος 1985, 1989). Η διαπίστωση αυτή, φυσικά, δεν αποκλείει καθόλου το ενδεχόμενο, να λειτουργεί τελικά η χειραγωγική αλλαγή του εκλογικού νόμου, εις βάρος εκείνου που την προωθεί. Τα (πρόσφατα και παλαιότερα) ιστορικά παραδείγματα που το αποδεικνύουν είναι πολλά.

Η δεύτερη παράμετρος, δηλαδή η επιλογή του χρόνου διενέργειας των εκλογών, αφορά περισσότερο την τρέχουσα πολιτική συγκυρία και την κατάλληλη χρήση της –από την πλευρά των κυβερνώντων- για τον αιφνιδιασμό του αντιπάλου. Η απόφαση για (πρόωρη) προκήρυξη εκλογών προϋποθέτει, ότι ο πρωθυπουργός διαθέτει την πρωτοβουλία των κινήσεων ή ότι διαμορφώνεται μια ευνοϊκή συγκυρία για την κυβέρνηση ή δυσμενής για τους αντιπάλους της.

Οι εκλογές του 1985, του 1996 και του 2007, αποτελούν τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις πετυχημένης αιφνιδιαστικής προκήρυξης των εκλογών που οδήγησαν σε  εκλογική νίκη. 1) Οι εκλογές του Ιουνίου 1985 πραγματοποιήθηκαν, 5 μήνες πριν τη λήξη τις θητείας τις πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Προκηρύχθηκαν μετά την κρίση τις 9ης Μαρτίου, που δημιουργήθηκε με αφορμή την Προεδρική εκλογή και την απόφαση του Α.Παπανδρέου να υποστηρίξει τον Χ.Σαρτζετάκη, αντί του Κ.Καραμανλή, και λειτούργησαν υπέρ του ΠΑΣΟΚ. 2) Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 1996.  Τις προκάλεσε ο Κ.Σημίτης, μετά το θάνατο του Α.Παπανδρέου και την επικράτησή του στο 4ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ (Ιούνιος 1996). Εκμεταλλευόμενος τη σχετική δυναμική που δημιουργήθηκε από το γεγονός και, ταυτοχρόνως, την αδυναμία τις ΝΔ, υπό την ηγεσία του Μ.Έβερτ, προχώρησε στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 25 Σεπτεμβρίου, 13 μήνες πριν από τη λήξη τις κυβερνητικής θητείας της τρίτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1993-1996). 3) Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007. Έχοντας διαπιστώσει τον Αύγουστο του 2007, εν μέσω πυρκαγιών, ότι διατηρεί ακόμη το προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, ο Κώστας Καραμανλής προκήρυξε πρόωρες εκλογές για τις 19 Σεπτεμβρίου, 6 μήνες πριν τη λήξη τις θητείας τις δεύτερης κυβέρνησής του και τις κέρδισε.

Αντιθέτως, τόσο η πρόωρη προκήρυξη εκλογών του Οκτωβρίου 2009, από τον Κ.Καραμανλή, δύο χρόνια πριν τη λήξη της κυβερνητικής θητείας, όσο και κυρίως η σημερινή (αναγκαστική) απόφαση του Α.Τσίπρα, για τις εκλογές του προσεχούς Ιουλίου 2019, μόλις 3 μήνες πριν από τη συνταγματική προσθεσμία, αποτελούν –για διαφορετικούς λόγους, τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα για εσφαλμένη χρήση του κυβερνητικού πλεονεκτήματος. Η εκλογική ήττα υπήρξε και τότε (το 2009) και είναι και σήμερα αναπόφευκτη.

Κοινοβουλευτισμός και  αστάθεια του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα

Περισσότερο σε χώρες με προεδρικό σύστημα, οι εκλογές διεξάγονται σε σταθερή ημερομηνία του έτους, όπως πχ. συμβαίνει στις ΗΠΑ (Νοέμβριος) ή στην Κύπρο (Φεβρουάριος). Για τρεις δεκαετίες (1979-2009), οι ευρωεκλογές διεξάγονταν τον Ιούνιο και από το 2014, τον Μάιο. Σταθερή ημερομηνία ισχύει ακόμη και για βουλευτικές εκλογές, σε κάποιες χώρες με κοινοβουλευτικό σύστημα, όπως πχ. το Ηνωμένο Βασίλειο (Μάιος), ο Καναδάς (Οκτώβριος), αλλά και στην Κύπρο (Μάιος).

Αντιθέτως, στην Ελλάδα, όχι μόνον δεν ισχύει σταθερή ημερομηνία εντός του έτους, για την διεξαγωγή των εκλογών, αλλά ακόμη και η ίδια η διάρκεια της κυβερνητικής θητείας σπάνια ολοκληρώθηκε.

Σύμφωνα με τον Αριστόβουλο Μάνεση (1991, 178), στην επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, που συγκροτήθηκε στα πλαίσια της πρώτης μεταπολεμικής Αναθεωρητικής Βουλής του 1946, είχε συζητηθεί και το θέμα της διάρκειας της κυβερνητικής θητείας. Είχε τότε υποστηριχθεί, χωρίς όμως τελικά να γίνει αποδεκτή, η καθιέρωση τριετούς βουλευτικής περιόδου, με βασικό επιχείρημα ότι οι τετραετίες, με δύο-τρεις εξαιρέσεις,  ουδέποτε μέχρι τότε είχαν εξαντληθεί και ότι ο μέσος όρος της διάρκειας των περιόδων ήταν, στην πραγματικότητα, περίπου 2½ έτη.

Πράγματι, στα 175 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτισμού, έλαβαν χώρα συνολικά 68 εκλογικές αναμετρήσεις, ελάχιστες από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν στον προβλεπόμενο χρόνο. Η μη-καθιέρωση σταθερής ημερομηνίας εκλογών αποτελεί γνωστή παράδοση και παθογένεια του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Είναι σύμπτωμα και αποτέλεσμα των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων που σημάδεψαν, ιστορικά, την εισαγωγή και εδραίωσή του στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται, διαχρονικά, από εντελώς ακανόνιστη διάρκεια του εκλογικού κύκλου, ακόμη και στη μεταπολιτευτική περίοδο, παρά τη σχετική σταθεροποίησή του, που παρατηρήθηκε μέχρι το 2007 (Μαυρής και Συμεωνίδης 2016, 23). Στην πραγματικότητα, ο ελληνικός εκλογικός κύκλος χαρακτηρίζεται από σημαντική αστάθεια.

Η περίοδος της μεταπολίτευσης, μέχρι την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης (1974-2009), σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες μεγάλες ιστορικές περιόδους, του Μεσοπολέμου και την μετεμφυλιακή-προδικτατορική περίοδο, υπήρξε πράγματι η πλέον σταθερή. Η σχετική σταθεροποίηση του χρόνου διεξαγωγής των διαφόρων μορφών εκλογών και η σχετική σταθερότητα του εκλογικού κύκλου που επιτυγχάνεται στη μεταπολίτευση είναι αποτέλεσμα της σταθεροποίησης του πολιτικού καθεστώτος και του κοινοβουλευτισμού. Ο μέσος όρος του εκλογικού κύκλου στην Ελλάδα, δηλαδή η μέση περίοδος μεταξύ δύο διαδοχικών εθνικών εκλογών, για την περίοδο 1981-2019, υπολογίζεται σε 28 μήνες (2,3 έτη). Αντιθέτως, για την περίοδο 1909-1941, όπως και για την περίοδο 1950-1967 είναι μόλις 8 μήνες (υπολογισμοί ΓΜ).

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σταθερότητας αποτελούν οι τοπικές εκλογές της μεταπολίτευσης, κάτι που δεν ισχύει και για την προδικτατορική περίοδο. Με την εξαίρεση των πρώτων δημοτικών του 1975 και μέχρι το 2014,  οι Δημοτικές/Νομαρχιακές-Περιφερειακές εκλογές για 4 δεκαετίες είχαν διεξαχθεί πάντοτε τον Οκτώβριο (14 από τις 18 αναμετρήσεις)Ωστόσο, από το 2014 (2014-2019),  με τη μετάθεσή τους στο Μάιο και αυτή η σταθερά καταργήθηκε.

Επίσης, με την εξαίρεση των πρώτων Ευρωεκλογών (1981), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν Οκτώβριο, ταυτόχρονα με τις βουλευτικές που έφεραν το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και των δύο τελευταίων (2014-2019), οι υπόλοιπες 6 από τις 9 ευρωεκλογικές αναμετρήσεις (1984, 1989, 1994, 1999, 2004, 2009) για την εκπροσώπηση της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν διεξαχθεί, σταθερά, στο δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου (για την ακρίβεια από 7 έως 18 Ιουνίου).

Ποτέ τον Ιούλιο!

Ας επικεντρωθούμε όμως στην κρισιμότερη μορφή εκλογικής αναμέτρησης, τις Βουλευτικές. Στα 45 χρόνια της μεταπολιτευτικής/μεταδικτατορικής περιόδου, έχουν διεξαχθεί συνολικά -μέχρι σήμερα- δεκαεπτά (17) βουλευτικές εκλογές. Στον Πίνακα 1 που ακολουθεί, απεικονίζεται η ημερομηνία διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, κατά μήνα του έτους.

Αναλυση του Γιάννη Μαυρή για τον μήνα των εκλογών

Με βάση τα ιστορικά δεδομένα προκύπτουν πέντε ενδιαφέροντα συμπεράσματα, σχετικά με το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών.

  1. Καμία εκλογική αναμέτρηση δεν έχει –μέχρι σήμερα- πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο. Οι επερχόμενες εκλογές της 7ης Ιούλιου θα είναι οι πρώτες.
  2. Στη μεταπολιτευτική περίοδο, κατεξοχήν «εποχή των βουλευτικών εκλογών», στην Ελλάδα, παρέμεινε το φθινόπωρο. Αυτήν την εποχή έχουν διεξαχθεί περισσότερες από τις μισές αναμετρήσεις (9 από τις 17, ποσοστό 53%). Οι τρεις φθινοπωρινοί μήνες είναι εκλογικά «ισοδύναμοι»: Σεπτέμβριο, έχουν διεξαχθεί οι εκλογές του 1996, του 2007 και του 2015· Οκτώβριο, οι εκλογές του 1981, του 1993 και του 2009, ενώ Νοέμβριο, οι πρώτες και οι δεύτερες μεταδικτατορικές του 1974 και το 1977, καθώς και οι δεύτερες του 1989.
  3. 3. Τους καλοκαιρινούς μήνες, εκλογές έχουν πραγματοποιηθεί μόνο τον Ιούνιο: εκείνες του 1985, οι πρώτες του 1989 και οι δεύτερες του 2012.
  4. Άνοιξη συνολικά στη μεταπολίτευση έχουν πραγματοποιηθεί μόνον τέσσερις αναμετρήσεις: δύο (2) τον Απρίλιο, το 1990 και το 2000, ενώ από μια (1), Μάρτιο, το 2004 και Μάιο, οι πρώτες του 2012.

5. Παραδοσιακά, οι τρεις μήνες του χειμώνα: Δεκέμβριος, Ιανουάριος, Φεβρουάριος, και οι δύο μήνες του καλοκαιριού: Ιούλιος και Αύγουστος, δεν προσφέρονται, κατά κανόνα, για τη διεξαγωγή των εκλογών.[7]

Ο μήνας διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα, 1829-2019

Στο Διάγραμμα 1, απεικονίζεται η μακροχρόνια τάση του χρόνου διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, στην Ελλάδα, κατά μήνα του έτους. Τα εκλογικά δεδομένα καλύπτουν χρονικό διάστημα 190 ετών. Από το 1829, όταν έλαβαν χώρα οι πρώτες εκλογές στην Ελλάδα, έως σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί συνολικά εξήντα οκτώ (68) αναμετρήσεις βουλευτικών εκλογών, χωρίς τις επερχόμενες.

Οι ελληνικές εκλογικές αναμετρήσεις μπορούν να διακριθούν σχηματικά σε τέσσερις μεγάλες ιστορικές περιόδους. α). Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα (1829-1899) πραγματοποιήθηκαν εικοσιέξι (26)βουλευτικές εκλογές. β). Από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τη μεταξική δικτατορία (1900-1936), δεκαέξι (16). γ). Στη μετεμφυλιακή-προδικτατορική περίοδο (1946-1967), εννέα (9). δ). Τέλος, στη μεταπολιτευτική περίοδο (1974-2019), όπως ήδη αναφέρθηκε, έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα συνολικά δεκαεπτά (17) βουλευτικές εκλογές.

Η διερεύνηση του χρόνου διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών, στον ευρύτερο ιστορικό χρόνο, επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν παραπάνω. Τόσο στον 19ο όσο και στον 20ο αιώνα, οι περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν το φθινόπωρο (26/68, 38%) ή την άνοιξη (20/68, 29%) και όχι τους χειμερινούς μήνες (13/68, 19%) ή πολύ περισσότερο τους θερινούς (9/68, 13%).

Στη διάρκεια δύο αιώνων, οι μοναδικές δύο ελληνικές εκλογές που έχουν διεξαχθεί Αύγουστο είναι οι βουλευτικές του 1910 (από τις οποίες εκλέχθηκε η Α’ Αναθεωρητική Βουλή) και εκείνες του 1928 (τις οποίες κέρδισε ο Ε.Βενιζέλος), ενώ Ιούλιο, μόνον εκείνες του 1875, πριν από σχεδόν ενάμιση αιώνα (Πετρίδης 1992, 556-60).

Ποτέ άλλοτε δεν έχουν γίνει εκλογές τον Ιούλιο

Χρόνος διεξαγωγής των εκλογών και κοινωνική ζωή

Στην ιστορικά εδραιωμένη κουλτούρα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, είναι αυτονόητο, ότι η διεξαγωγή εκλογών οφείλει να σέβεται και όχι να προκαλεί την αναστάτωση της οικονομικής, κοινωνικής, θρησκευτικής ζωής ή των πολιτιστικών εθίμων και παραδόσεων. Από αυτήν την άποψη, ο χειμώνας και το καλοκαίρι δεν προσφέρονται για τη διενέργεια εκλογών, εάν βεβαίως, προτεραιότητα είναι η ενθάρρυνση της συμμετοχής των πολιτών, κάτι που όπως φαίνεται δεν ισχύει πλέον για τις κυβερνώσες ελίτ.

Οι χειμερινοί μήνες είναι ακατάλληλοι για πολλούς λόγους: 1) Οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούν τους χειμερινούς μήνες, οι οποίες δυσχεραίνουν τη διεξαγωγή της προεκλογικής εκστρατείας και κυρίως τις μετακινήσεις των ψηφοφόρων είναι η πρώτη προφανής εξήγηση για αυτό το ιστορικό προηγούμενο, που χαρακτηρίζει τα ελληνικά εκλογικά ήθη. 2) Επίσης, οι χειμερινοί μήνες συνιστούν περίοδο πλήρους ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας. 3) Επιπλέον σοβαρός παράγοντας για την αποφυγή των χειμερινών μηνών είναι και η ύπαρξη σημαντικών καθιερωμένων θρησκευτικών εορτών, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά).

Αντίστοιχα, τους καλοκαιρινούς μήνες, η κανονικότητα της κοινωνικής ζωής σε μια μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα, διαταράσσεται κυρίως το δίμηνο Ιουλίου-Αυγούστου, επίσης για πολλούς λόγους: 1) Διακόπτεται η εκπαιδευτική διαδικασία, αντικειμενικό γεγονός που αφορά έναν πολύ μεγάλο αριθμό ατόμων (μαθητές-φοιτητές, εκπαιδευτικούς, φροντιστές, γονείς, κ.α.). Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε πληθυσμό που υπερβαίνει τα 3 εκατομμύρια και το 1 εκατομμύριο σε ψηφοφόρους.  2) Πρόκειται για τους κατ’ εξοχήν μήνες των αδειών/διακοπών του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας (δημοσίου και ιδιωτικού τομέα), που προκαλεί  σημαντική πληθυσμιακή μετακίνηση («τα μπάνια του λαού»). 3) Μεσολαβεί η μεγάλη θρησκευτική και εθνικο-τοπική εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, επίσημη κρατική αργία (15 Αυγούστου). 4) Κυρίως, όμως, εντατικοποιείται η εποχική απασχόληση στον τουρισμό (τη «βαριά βιομηχανία» της χώρας). Αυτό ισχύει περισσότερο για τους νέους και τους ανέργους, οι οποίοι εγκαταλείπουν τους καλοκαιρινούς μήνες τα αστικά κέντρα, (όπου ψηφίζουν), για να εγκατασταθούν σε τουριστικές περιοχές, όπου εργάζονται περιστασιακά. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η πολιτική σημασία αυτού του παράγοντα αποδείχθηκε περίτρανα στις εκλογές του Ιουνίου 2012 και στοίχισε εκλογικά στο ΣΥΡΙΖΑ.

Συνοψίζοντας, όπως προκύπτει από την σύντομη επισκόπηση της σύγχρονης ελληνικής εκλογικής ιστορίας, που αποκρυσταλλώνει την ιστορικά παγιωμένη εκλογική και πολιτική πρακτική, ο Ιούλιος δεν προσφέρεται ως μήνας εκλογών για την Ελλάδα. Μπορεί να ειπωθεί, μάλιστα, ότι με βάση τους συνήθεις ρυθμούς της κοινωνικής ζωής αποτελεί (μαζί με τον Αύγουστο) μάλλον τον κατεξοχήν ακατάλληλο μήνα για τη διενέργεια εκλογών. Στα ήδη γνωστά, συγκαταλέγεται και το γεγονός, ότι οι επιπτώσεις από τη συντελούμενη κλιματική αλλαγή στις χώρες της Μεσογείου, επιβαρύνουν περαιτέρω την καθημερινή ζωή των πολιτών κατά τους θερινούς μήνες. Δεν είναι επομένως δυνατόν να αγνοούνται σε αποφάσεις που αφορούν την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος.

Στα πλαίσια της υπονομευμένης συζήτησης για τους πολιτικούς θεσμούς, η απερχόμενη κυβέρνηση ψήφισε αποσπασματικά και εργαλειακά την καθιέρωση της απλής αναλογικής και την επέκταση του εκλογικού δικαιώματος από τα 17 έτη. Αγνόησε όμως το σημαντικότατο ζήτημα της ψήφου της νέας ελληνικής διασποράς ή το σοβαρό και χρόνιο πρόβλημα της εκκαθάρισης των εκλογικών καταλόγων που υπονομεύουν τη νομιμοποίηση των εκλογών. Πρόκειται για μείζονα ζητήματα που θα περιελάμβανε κάθε σοβαρή εκλογική μεταρρύθμιση. Ακόμη όμως και η απλούστερη και αυτονόητη ρύθμιση για το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών θα ήταν περισσότερο δημοκρατική, ωφέλιμη για το εκλογικό σώμα και ίσως να επιβράδυνε την αυξανόμενη φαλκίδευση του εκλογικού δικαιώματος, στην εποχή της παρακμάζουσας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

ΣΧΟΛΙΑ