Θα ήταν μάλλον κοινοτυπία να παρατηρήσει κανείς ότι το πολιτικό μας σύστημα βρίσκεται, από την οικονομική κρίση και μετά, σε μια παρατεταμένη μετάβαση που είναι άγνωστο για την ώρα πως μπορεί να μετεξελιχθεί σε κάτι πιο σταθερό και λειτουργικό.
Στην πραγματικότητα, το κομματικό μας σύστημα είναι αυτή τη στιγμή διαιρεμένο στα δύο. Από την μία πλευρά, έχουμε τρία παραδοσιακά κόμματα, εκ των οποίων τα δύο είναι κατεξοχήν παιδιά της Μεταπολίτευσης: τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, συν το κομμουνιστικό κόμμα το οποίο έχει μεν ιστορία πάνω από έναν αιώνα αλλά μόνο σε αυτά τα τελευταία 50 χρόνια πολιτεύτηκε με βάση τους δημοκρατικούς κανόνες, οπότε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε βάσιμα και το ΚΚΕ, όπως το ξέρουμε σήμερα, ως προϊόν της μεταπολιτευτικής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση, τα τρία αυτά κόμματα υπήρξαν οι πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίχθηκε η πολιτική και κοινοβουλευτική μας ζωή, διαμορφώνοντας μεταπολιτευτικά εκείνο που έχει περιγραφεί με τον όρο “κομματικό σύστημα των 2,5 κομμάτων”: με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ως κόμματα εξουσίας να καταφέρνουν να ελέγχουν σταθερά μέχρι το 2010 περί το 80% του εκλογικού σώματος και της Βουλής των Ελλήνων, την ίδια ώρα που το ΚΚΕ και κατά περιόδους η ευρωκομμουνιστική Αριστερά (μετεξέλιξη της οποίας υπήρξε και ο ΣΥΡΙΖΑ) εξέφραζαν συνολικά ένα ποσοστό γύρω στο 10%. Επρόκειτο γενικώς για κόμματα αρχών που παρότι ξεκίνησαν την ζωή τους με έντονα χαρισματικό χαρακτήρα (τουλάχιστον το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ), κατάφεραν στην πορεία να αφήσουν πίσω τους τις αρχηγικές τους προδιαγραφές και να μετεξελιχθούν σε σύγχρονες μαζικές παρατάξεις που συνέχισαν να διαχειρίζονται αποτελεσματικά την εξουσία (με όλες τις γνωστές στρεβλώσεις που γνωρίζουμε), παρά την αποχώρηση των χαρισματικών ιδρυτών τους.
Στην άλλη πλευρά του κομματικού συστήματος έχει διαμορφωθεί ένα πρωτοφανές σκηνικό με μια πανσπερμία νέων προσωποπαγών κομμάτων, μεσαίου ή μικρού βεληνεκούς. Αν υπολογίσουμε μόνο εκείνα που είναι ήδη στην Βουλή ή έχουν κάποιες πιθανότητες εισόδου στις επόμενες εκλογές, τόσο η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, όσο και τα κόμματα της Μαρίας Καρυστιανού, της Ζωής Κωνσταντοπούλου, του Κυριάκου Βελόπουλου, του Γιάνη Βαρουφάκη, της Αφροδίτης Λατινοπούλου ή και του Αντώνη Σαμαρά (εφόσον όντως προκύψει) συνιστούν όλα προσωπικά οχήματα των ιδρυτών τους και δεν θα είχαν μέλλον χωρίς αυτούς. Με άλλα λόγια, χωρίς να είναι χαρισματικά κόμματα, ο πολιτικός τους ορίζοντας είναι απόλυτα ταυτισμένος με τις ατομικές φιλοδοξίες του/της αρχηγού τους, και στις περισσότερες των περιπτώσεων (με την εξαίρεση της ΕΛΑΣ) δεν στελεχώνονται καν από προσωπικό τέτοιο που να έχει συμβάλει στην ανανέωση της πολιτικής ζωής. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν στο πρόσωπο του/της αρχηγού και όλα έχουν να κάνουν με την προσωπική του/της στρατηγική. Ένα τέτοιο κόμμα δεν δεσμεύεται από αρχές και εσωτερικές διαδικασίες, δεν λογοδοτεί πουθενά και δεν λειτουργεί προφανώς με όρους μακράς προοπτικής. Και από αυτή την άποψη, είναι αρκετά δύσκολο να εκτιμήσει κανείς πόσο θεσμικά θα συμπεριφερθεί σε περίπτωση που το εθνικό συμφέρον θα υπερβαίνει το ατομικό τού καθενός εξ αυτών.
Αυτοί οι δύο κομματικοί κόσμοι είναι αρκετά ασύμπτωτοι, γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολη την μεταξύ τους επικοινωνία -διότι ένα πολιτικό σύστημα εκτός από το να αντιπαρατίθεται, πρέπει να ξέρει και να συνεργάζεται, σε κάποια θεμελιώδη τουλάχιστον. Συνεπώς, αν μετά τις εκλογές απαιτηθούν ευρύτερες συναινέσεις, είναι εντελώς αμφίβολο αν αυτές μπορεί να επιτευχθούν με το κομματικό σκηνικό όπως το περιγράψαμε.
Κατά πολλούς τρόπους, βεβαίως, η πολιτική ασυνεννοησία αντανακλά και την ασυνεννοησία σε κοινωνικό επίπεδο. Το πολιτικό μας σύστημα άλλωσε είναι σε μεγάλο βαθμό αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας. Και έχουμε σημάδια ότι τα πράγματα βαίνουν προς το χειρότερο, όχι προς το καλύτερο.
Η πανωλεθρία στα φετινά τεστ της PISA οριζοντίως στην Ευρώπη, ιδίως αναφορικά με την κατανόηση κειμένου, είναι σοβαρή ένδειξη γι' αυτό. Διότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις ακαδημαϊκές επιδόσεις αλλά μια κοινωνία που να μπορεί να κατανοεί στοιχειωδώς αυτό που διαβάζει και ακούει στο δημόσιο διάλογο. Η πτώση των επιδόσεων σε όλα τα κράτη σχεδόν, παρότι είναι προφανώς πολυπαραγοντική, πρέπει ίσως να αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στα απόνερα της πανδημίας. Αυτά τα παιδιά που ήταν τότε 9-10 ετών, έμειναν ουσιαστικά εκτός σχολικής διαδικασίας για 1,5 χρόνο, κάνοντας (ψευτο)μαθήματα εξ αποστάσεως. Τα δυτικά κράτη έκαναν τότε μια αναγκαστική επιλογή: να σώσουν τις ζωές των πληθυσμών τους και κυρίως των μεγαλύτερων ηλικιών αφού τα παιδιά ήταν λιγότερο ευάλωτα στον ιό. Αυτή ήταν αναμφισβήτητα η σωστή επιλογή, δεν θα έπρεπε να γίνει κάτι άλλο αλλά δεν έγινε χωρίς τίμημα. Και αυτό πληρώνεται τώρα και θα πληρώνεται για πολύ καιρό, αν συγκαταμετρήσουμε και το πρόβλημα της υπερβολικής χρήσης των smart phones και της μεγάλης έκθεσης αυτής της γενιάς στα social media αλλά και την κατάχρηση της Τεχνητής Νοημοσύνης μαζί με την μεγάλη υποχώρηση της φιλαναγνωσίας. Οπότε ο λειτουργικός αναλφαβητισμός σε τέτοιο υψηλό ποσοστό θα ήταν μάλλον αναμενόμενος, ακόμη κι αν δεν είχε μεσολαβήσει η πανδημία. Ο Γάλλος υπουργός Παιδείας Εντουάρ Ζεφρέ μίλησε ακριβώς για «γνωστική αποδόμηση» των νέων λέγοντας χαρακτηριστικά: «Οι νέοι που περνούν τρεις ώρες την ημέρα στο κινητό τους μέσα στην τάξη, που είναι αφηρημένοι για πάνω από τρεις ώρες την ημέρα, χάνουν το ισοδύναμο σχεδόν δύο σχολικών ετών»,
Που θα οδηγήσει αυτό τις κοινωνίες και την πολιτική όταν μετά από 30 χρόνια αυτά τα παιδιά θα κρατούν την τύχη των κρατών μας στα δικά τους χέρια, είναι νωρίς να προδικάσουμε. Αλλά τα παιδιά αυτά θα είναι ήδη σε 1-2 χρόνια ψηφοφόροι οι οποίοι θα κληθούν να αξιολογήσουν προτάσεις και πολιτικές πριν διαμορφώσουν το πολιτικό τους κριτήριο. Με ποια γνωστικά εργαλεία θα γίνει, άραγε, αυτό; Και πόσο εύκολα θα παρασυρθούν από τυχόν πολιτικούς τυχοδιώκτες που κάνουν “πολιτική” κυρίως μέσω των σόσιαλ μήντια;
Αναφερόμαστε πολύ συχνά στους κινδύνους που απορρέουν για τις δημοκρατίες μας από τις διογκούμενες οικονομικές ανισότητες και είναι σωστό. Ωστόσο, πιο μεγάλους κινδύνους κρύβουν οι αγεφύρωτες γνωστικές και κατ' επέκταση πολιτιστικές ανισότητες ως αποτέλεσμα της εκπαίδευσης διότι προκαλούν πολύ βαθύτερες διαιρέσεις οδηγώντας εντέλει σε πλήρη αδυναμία κατανόησης και συνεννόησης μεταξύ των ατόμων και των ομάδων. Μια ιδέα παίρνουμε ήδη στον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται οι συζητήσεις στον (ημι)δημόσιο χώρο των κοινωνικών δικτύων όπου ο καθένας ακούει μόνο την ηχώ του εαυτού του και των ομοίων του. Μόνο που αυτό προβλέπεται να επιδεινωθεί, αν σε αυτά τα κλειστά αυτοαναφορικά συστήματα έρθει να προστεθεί και η αντικειμενική αδυναμία να καταλαβαίνουμε τι λέει ο άλλος. Εκεί δεν θα έχουμε απλή διαίρεση αλλά δύο εντελώς ασύμπτωτους κόσμους που θα μιλάνε δύο «ξένες» γλώσσες παρότι θα χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Και αυτή η πολιτική αποξένωση θα λειτουργήσει υπονομευτικά για τις Δημοκρατίες που παρότι ενθαρρύνουν τις διαφωνίες, στο τέλος εκείνο που τις συνέχει είναι ο Λόγος. Διότι Δημοκρατία σημαίνει ένας κοινός δημόσιος χώρος ανταλλαγής ορθολογικών επιχειρημάτων αλλιώς καταντά ένα καθεστώς θριάμβου των λογής-λογής λαϊκισμών, αριστερών ή δεξιών όπου η ρητορική αντλεί κυρίως από τον φόβο, τον φθόνο και την μνησικακία.
Είναι σύνηθες φυσικά οι προηγούμενες γενιές να κατηγορούν τις επόμενες για ανωριμότητα και αδυναμία κατανόησης του κόσμου, υπονοώντας ότι οι ίδιοι είναι καλύτεροι. Αλλά εδώ δεν πρόκειται περί αυτού. Τόσο η γενιά που είναι στα πράγματα όσο και οι επόμενες που έρχονται από πίσω έχουν οφείλουν να κάνουν περισσότερα προκειμένου να υπερασπιστούν τις φιλελεύθερες Δημοκρατίες της συνύπαρξης που αυτή τη στιγμή βρίσκονται υπό την απειλή της αποσταθεροποίησης είτε διότι τα πολιτικά συστήματα τα αποσαρθρώνει ο μνησίκακος λαϊκισμός είτε γιατί τα εκπαιδευτικά συστήματα που ήταν μέχρι πρόσφατα υπεύθυνα να εκπαιδεύουν τους αυριανούς πολίτες, είναι έκθετα σε εξωτερικές σειρήνες που αποπροσανατολίζουν τις κοινωνίες προάγοντας την ευκολία, την φθήνια και την αμάθεια. Ζούμε το παράδοξο να έχουμε σχεδόν όλοι μας εύκολη και δωρεάν πρόσβαση σε τόση γνώση όσο ποτέ πριν, και όμως να μην μπορούμε πλέον να την κατανοήσουμε επαρκώς. Αλλά αν δεν μπορούμε να το κάνουμε οι ίδιοι, είναι βέβαιο ότι θα βρεθούν κάποιοι να το κάνουν εις βάρος μας και πάντως όχι με δημοκρατικό τρόπο.