Η συνεδριακή δέσμευση που «απαγορεύει» κάθε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία («όποιος κι αν είναι επικεφαλής») δεν ήταν η καλύτερη ιδέα που είχε ο Νίκος Ανδρουλάκης, για έναν απλό λόγο: εκ των πραγμάτων πλέον η χώρα δεν θα ζητήσει τη βοήθεια του ΠΑΣΟΚ για να κυβερνηθεί.
Και το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να μεταμορφωθεί, με δική του πρωτοβουλία, σε κόμμα διαμαρτυρίας. Είναι σαν να αποδέχεται ότι αδυνατεί να διαμορφώσει μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Όταν δηλώνεις μόνο με ποιoν ΔΕΝ θέλεις να πας, λειτουργείς ως συμπληρωματικός και όχι ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας, ως ομάδα διαμαρτυρίας και όχι ως πολιτικό κόμμα.
Πολλοί επισημαίνουν ότι υπάρχει επίσης ο κίνδυνος ο κόσμος του Κέντρου και των ανένταχτων, που παλιά ψήφισε Μητσοτάκη, και ενδεχομένως να στρέφονταν προς το ΠΑΣΟΚ, τώρα να μην το κάνει. Διότι το ΠΑΣΟΚ από μόνο του δήλωσε, μέσω του Συνεδρίου, ότι θα προκαλέσει ακυβερνησία και αστάθεια. Και για τον κανονικό κεντρώο ψηφοφόρο όχι μόνο μοιάζει άκαιρη αυτή η σπουδή με ποιoν ΔΕΝ θα συνεργαστεί, αλλά πολλοί σκέφτονται μήπως το ΠΑΣΟΚ φλερτάρει με την αυταπάτη ότι μπορεί να εκλεγεί αυτοδύναμο ή πρώτο («με μια ψήφο διαφορά»), ή σε κάθε περίπτωση να έχει πάνω από 25% για να σχηματίσει κυβέρνηση. Αυτές οι εικασίες δεν οδηγούν σε μια λογική απάντηση που οι συγκεκριμένοι κεντρώοι ψηφοφόροι θα ήθελαν να γνωρίζουν πριν από την κάλπη.
Ταυτόχρονα, τo Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ επικύρωσε με τα 5.000 μέλη του την αυτόνομη πορεία του Κινήματος, βάζοντας «φρένο» ακόμη και στα σενάρια περί συνεργασιών στην Κεντροαριστερά. Κλείνοντας επομένως την πόρτα σε όλους, προς το Κέντρο και προς τα Αριστερά, και διατυμπανίζοντας μια ιδιότυπη πολιτική μοναξιά, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενδίδει στη λογική της χαμένης ψήφου.
Κάποιοι δικαιολογούν την εν λόγω απόφαση του Συνεδρίου λέγοντας ότι πιθανόν αποτελεί ένα μήνυμα προς τους εν δυνάμει ψηφοφόρους του κόμματος Τσίπρα που έρχεται σύντομα. Ένα πιστοποιητικό αριστεροσύνης, θα λέγαμε. Αυτό θα εξηγούσε και γιατί το ΠΑΣΟΚ δέχεται καιροσκοπικά με ανοιχτές αγκάλες τους πρώην πολιτικούς διώκτες του από τον ΣΥΡΙΖΑ. «Καίγεται» να αποδείξει ότι είναι πόλος έλξης έστω και για Β' διαλογής ή φθαρμένα στελέχη, αρκεί να φαίνεται μια δυναμική έναντι του Τσίπρα. Θα εξηγούσε και την αυξανόμενη πόλωση, τη φρασεολογία και συνθηματολογία του '80 περί επάρατης Δεξιάς που πιθανόν στο ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι θα τους ωφελήσει πριν εμφανιστεί το κόμμα Τσίπρα. Εδώ υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος ότι η Νέα Δημοκρατία έχει σήμερα μετατραπεί σε Κέντρο και περιλαμβάνει μερικά από τα πρωτοκλασάτα και επιτυχημένα πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Ότι οι κραυγές κατά της Δεξιάς που ακούστηκαν στο Συνέδριο και οι προσβλητικές δηλώσεις τύπου Αποστολάκη για «πελάτες» το ΠΑΣΟΚ ζημιώνουν, αφού το δείχνουν να παλεύει να πετάξει από πάνω του θεσμικότητα, κυβερνησιμότητα και νηφαλιότητα. Πλέον η αντικυβερνητική- αντιδεξιά ρητορική έχει ταβάνι, δεν αρκεί για να δημιουργήσει ισχυρή δυναμική εξουσίας. Όπως φάνηκε και στην τελευταία δημοσκόπηση της GPO για το Star, η πόλωση στην οποία επενδύει η Χαριλάου Τρικούπη αποφέρει μεν οφέλη, αλλά ταυτόχρονα συσπειρώνει τις δυνάμεις της κυβέρνησης. Και το χειρότερο είναι ότι τα κέρδη της ΝΔ (1,8%) εμφανίζονται υψηλότερα από τα αντίστοιχα του ΠΑΣΟΚ (1,4%).
Το Συνέδριο απέδειξε πως το ΠΑΣΟΚ παλεύει ακόμα με το τραύμα της συρρίκνωσης. Ήταν το μόνο κυβερνητικό κόμμα που στην κρίση πλήρωσε τεράστιο τίμημα (και λόγω συγκυβέρνησης) και από το 44% του 2009 έπεσε σε μονοψήφιο. Μετά από χρόνια ταπείνωσης, είναι λογικό να αγωνιά μήπως τα συγκυριακά ποσοστά της αξιωματικής αντιπολίτευσης χαθούν μόλις ενεργοποιηθεί ο Τσίπρας. Προκρίνει επομένως τον εμμονικό διμέτωπο, αφορίζει τους σημαντικούς του μεταρρυθμιστές και στρέφεται στο αριστερό ακροατήριο, παραμελώντας τους κεντρώους που το ψήφιζαν παραδοσιακά. Το ΠΑΣΟΚ το ενδιαφέρει η επιβίωσή του μέσα στο κεντροαριστερό περιβάλλον -να ανοίξει βηματισμό έναντι του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, δεν έχει την πολυτέλεια να αλωθεί από συνθήκες εσωτερικής σύγκρουσης και αστάθειας που βιώνουν οι περισσότεροι πολιτικοί χώροι. Αυτό δεν είναι απαραίτητα λάθος τακτική, πρέπει να το λαμβάνουμε υπόψιν. Με τη διαφορά ότι τους πολίτες τούς ενδιαφέρουν εντελώς διαφορετικά πράγματα, όπως η μεταρρύθμιση της χώρας και η κυβερνησιμότητα.