Πυρά αντάλλαξαν μέσω social media Αλέξης Τσίπρας και Έντι Ράμα.
Τα επεισόδια του περασμένου Σαββάτου στο Ζβέρνετς της Αλβανίας, με τον τραυματισμό μέλους της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας κατά τη διάρκεια έντασης που συνδέεται με αμφιλεγόμενη επενδυτική δραστηριότητα στην περιοχή, προκάλεσαν όχι μόνο πολιτικές αλλά και διπλωματικές αντιδράσεις, οδηγώντας σε δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Αλέξη Τσίπρα και του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για το περιστατικό, καλώντας τις αλβανικές αρχές να διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό του κράτους δικαίου και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η ανακοίνωση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης (ΕΛ.Α.Σ.), του νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αλέξη Τσίπρα, η οποία συνέδεσε το συμβάν με τις διαχρονικές ανησυχίες για τα περιουσιακά δικαιώματα και την προστασία της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία.
Η τοποθέτηση αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση του κ. Ράμα, ο οποίος, σε δημόσια επιστολή προς τον πρώην πρωθυπουργό, κατηγόρησε την ΕΛ.Α.Σ. ότι επιχείρησε να μετατρέψει ένα «εντελώς μεμονωμένο περιστατικό» σε ζήτημα ευρύτερης πολιτικής σημασίας.
Ο Αλβανός πρωθυπουργός υποστήριξε ότι τα γεγονότα στο Ζβέρνετς δεν συνδέονται με παραβιάσεις μειονοτικών ή περιουσιακών δικαιωμάτων, αλλά με εντάσεις που τροφοδοτήθηκαν από παραπληροφόρηση σχετικά με νόμιμες επενδυτικές δραστηριότητες σε ιδιωτικές εκτάσεις.
Παράλληλα, ο κ. Ράμα απαρίθμησε τα μέτρα που ελήφθησαν μετά το περιστατικό, μεταξύ των οποίων η σύλληψη των υπευθύνων από την ιδιωτική εταιρεία φύλαξης, η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας και η απομάκρυνση του διευθυντή της αστυνομίας Αυλώνας. Υποστήριξε δε ότι η μετατροπή του συμβάντος σε ένδειξη συστημικής παραβίασης δικαιωμάτων είναι «άδικη και ανεύθυνη», αφήνοντας αιχμές ότι η υπόθεση αξιοποιείται στο πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου στην Ελλάδα. Εγκαλώντας τον Αλέξη Τσίπρα για ροπή προς τον εθνικισμό που δεν δικαιολογείται για ένα ηγέτη της Αριστεράς.
Η απάντηση Τσίπρα σε Ράμα
Η απάντηση του κ. Τσίπρα δεν άργησε να έρθει. Σε δημόσια επιστολή, η οποία δημοσιοποιήθηκε μέσω των κοινωνικών δικτύων, απέρριψε κατηγορηματικά τις αναφορές περί εθνικιστικής ρητορικής. «Η στάση του καθενός μας απέναντι στον εθνικισμό αποδεικνύεται από τις πράξεις του», σημείωσε, υπενθυμίζοντας τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής του θητείας για την ειρήνη και τη συνεργασία στα Βαλκάνια, με αιχμή τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Ο πρώην πρωθυπουργός τόνισε ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας δεν μπορεί να ταυτίζεται με εθνικιστικές πρακτικές και υπογράμμισε πως οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να υπερασπίζονται το κράτος δικαίου, είτε πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά είτε για επαναλαμβανόμενα φαινόμενα. Παράλληλα, επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της κατοχύρωσης των περιουσιακών δικαιωμάτων των μελών της μειονότητας, συνδέοντάς το με την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.
«Κάθε ουσιαστική πρόοδος σε αυτήν την κατεύθυνση θα συμβάλει στην ευρωπαϊκή προοπτική της φίλης Αλβανίας και του λαού της. Και κάθε οπισθοδρόμηση θα αποτελέσει εμπόδιο για αυτήν», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας σχετικές συζητήσεις που είχε με τον κ. Ράμα κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του.
Η δημόσια ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο πολιτικών, οι οποίοι διατηρούν προσωπική σχέση πολλών ετών, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον . Για την αλβανική πλευρά πρόκειται για ένα μεμονωμένο επεισόδιο που δεν δικαιολογεί ευρύτερες πολιτικές ερμηνείες. Για την πλευρά Τσίπρα, το περιστατικό αναδεικνύει ευρύτερα ζητήματα που αφορούν την προστασία δικαιωμάτων και τη λειτουργία του κράτους δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση φαίνεται να έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας τοπικής διαμάχης. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αναπτυξιακή στρατηγική της Αλβανίας, οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των επενδύσεων, οι ανησυχίες των ομογενών για τις περιουσίες τους και οι λεπτές ισορροπίες των ελληνοαλβανικών σχέσεων. Παρά τις εκατέρωθεν διαβεβαιώσεις για τη σημασία της συνεργασίας και της ευρωπαϊκής προοπτικής των Δυτικών Βαλκανίων, η αντιπαράθεση καταδεικνύει ότι το ζήτημα δύσκολα θα κλείσει στο άμεσο μέλλον.