Δέκα χρόνια έκλεισαν από την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της ΝΔ και η φιλοδοξία του να γίνει ένας από τους μακροβιότερους πρωθυπουργούς, διεκδικώντας τρίτη κατά σειράν θητεία, δεν δείχνει πλέον εντελώς εξωπραγματική.
Το ενδεχόμενο και μόνο προκαλεί φυσικά κρίσεις υστερίας σε εχθρούς και αντιπάλους του. Ταυτόχρονα όμως είναι πολλοί περισσότεροι, ακόμη και από την αντιπολίτευση, όσοι έχουν αρχίσει να το αποδέχονται ως προοπτική. «Αν όχι αυτός, ποιος άλλος;» είναι ένα επιχείρημα που όλοι ακούμε στις συζητήσεις γύρω μας, όταν κατονομάζονται οι αρχηγοί κομμάτων.
Υπέρ του συνηγορούν φυσικά αρκετά δεδομένα: πρώτον, εσωκομματική αμφισβήτιση ο Μητσοτάκης δεν έχει -οι δελφίνοι αποδέχονται σιωπηλά την πολιτική κυριαρχία του εδώ και μια δεκαετία. Δεύτερον, η κοινωνική πλειοψηφία που καταγράφηκε το 2019 και το 2023 υπέρ της ΝΔ μπορεί να μειώθηκε σε ποσοστά, αλλά δεν μετακινήθηκε σε άλλο κόμμα. Και τρίτον, η πρωτοφανής αδυναμία όλων των ανταγωνιστών του, δεξιά και αριστερά, να καταθέσουν εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και να τοποθετηθούν ξεκάθαρα στα κρίσιμα ζητήματα της χώρας, εξακολουθεί να συντηρεί την υπεροχή του και το προβάδισμα της ΝΔ στις δημοσκοπήσεις.
Στα ισχυρά χαρτιά του πρωθυπουργού είναι ότι κατάφερε η Ελλάδα να ανακτήσει τη χαμένη της κανονικότητα, έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες σκληρής οικονομικής κρίσης και κοινωνικής απορρύθμισης. Επίσης, το ότι προσπάθησε να συγκρουστεί με παθογένειες -όχι πάντα με επιτυχία- μετράει υπέρ του: ο ΟΠΕΚΕΠΕ μεταφέρθηκε στην ΑΑΔΕ, η ΝΔ ίδρυσε ιδιωτικά πανεπιστήμια, έσπασε τις καταλήψεις, κατήργησε τους αιώνιους φοιτητές, καταπολέμησε εν μέρει τη φοροδιαφυγή, έφερε τον απόλυτα και γνήσια δυτικό προσανατολισμό της Ελλάδας, μείωσε το χρέος, αύξησε τις ιδιωτικές επενδύσεις. Πολλοί παράγοντες του δημοσίου βίου αλλά και της Νέας Δημοκρατίας θεωρούν ότι είναι λάθος πολλά από αυτά. Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι οι ψηφοφόροι τα εκτιμούν, γιατί μεταρρυθμίζουν όπως ποτέ στο παρελθόν την Ελλάδα. Γι'αυτό και βλέπουμε στις μετρήσεις σταθερό και αναλλοίωτο ένα 40% που σχηματικά θα το ονομάζαμε «ψηφοφόροι Μητσοτάκη, όχι αναγκαστικά της ΝΔ».
Αυτό που συντηρεί πρώτη τη ΝΔ είναι ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν διανοούνται να ανταγωνιστούν την κυριαρχία Μητσοτάκη στα παραπάνω πεδία. Κανείς δεν διεκδικεί το μεταρρυθμιστικό ακροατήριό του, ούτε δείχνει ενδιαφέρον να το προσελκύσει. Οι πέραν της Δεξιάς περσόνες κινούνται μεταξύ συνεχούς καταγγελίας, συνωμοσιολογίας και φασαρίας. Η δε Αριστερά ενώ κατακερματίζεται, ταυτόχρονα φλυαρεί περί ενότητας του «προοδευτικού μετώπου». Επιχειρεί να συγκεράσει ιδεολογίες και λογικές που είναι ασύμβατες: λαϊκιστές, αρχηγικά κόμματα, καταγγελτικός λόγος, ρωσόφιλοι, αντιευρωπαϊστές και ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν χωράνε κάτω από την ίδια ομπρέλα. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν με το «να πέσει ο Μητσοτάκης», αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιος να τον αντικαταστήσει.
Φυσικά, σήμερα, το 41% του Ιουνίου 2023 της ΝΔ έχει εξανεμισθεί. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης απεφάνθη μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ότι δεν υπάρχει. Υστερα από χρόνια μονοκομματικής διακυβέρνησης, οι φθορές προφανώς βαραίνουν. Καμία εκλογική πρόβλεψη δεν είναι σίγουρη. Το ασταθές και μεταβαλλόμενο σκηνικό απεικονίζεται και στις δημοσκοπήσεις, οι οποίες καταγράφουν μια θέληση στην κοινή γνώμη για την επιστροφή της «αντικανονικότητας» στη χώρα. Ένας στους τρεις πολίτες (Metron) εμφανίζεται ότι είναι «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να στηρίξει ένα κόμμα που όχι μόνο δεν υπάρχει ακόμα, αλλά δεν γνωρίζει τίποτα γι’ αυτό: δεν γνωρίζει τα στελέχη του, την ιδεολογία του, τις θέσεις του στα κρίσιμα θέματα της οικονομίας και της καθημερινότητας, ή ακόμα και των συμμαχιών που η Ελλάδα θα υποστηρίξει στο διεθνές σκηνικό.
Αυτό απεικονίζει και το συνολικότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Μια τάση για αποδιοργάνωση ή γενικότερη αναταραχή καραδοκεί. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι μοιραία θα πέσουμε (ξανά) σε μια τέτοια κατάσταση. Αλλά είναι ένας συναγερμός που κανείς μας δεν μπορεί να αγνοεί.