fbpx Γιατί ο Μητσοτάκης πρέπει να ακολουθήσει ενεργητική πολιτική στο Κυπριακό | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιατί ο Μητσοτάκης πρέπει να ακολουθήσει ενεργητική πολιτική στο Κυπριακό

24|09|2019 | 15:11

Μπορεί το Κυπριακό πρόβλημα να έπαψε προ πολλού να απασχολεί την ελληνική κοινή γνώμη, όμως 45 χρόνια μετά το χουντικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, παραμένει μια ανοικτή πληγή για την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Η παρούσα κυβέρνηση ανέλαβε τις τύχες της χώρας σε μια περίοδο όπου η ένταση με την Τουρκία τόσο στο Αιγαίο, όσο και στην κυπριακή ΑΟΖ κινείτο σε αυξημένα επίπεδα. Μάλιστα, λίγο πριν τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε μέτρα κατά της Τουρκίας λόγω των παραβιάσεων των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εκτός τους προφανούς, ότι δηλαδή όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο δεν μπορούν να εξομαλυνθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, υπάρχουν αρκετοί ακόμα λόγοι που ο Έλληνας Πρωθυπουργός θα έπρεπε να επιθυμεί την άμεση διευθέτηση του ζητήματος.

Πρώτον, όσοι παρακολουθούν τα ιστορικά γεγονότα αντιλαμβάνονται ότι κάθε μέρα που περνά είναι μια χαμένη μέρα για την Κύπρο και την Ελλάδα. Η διαιώνιση του προβλήματος δυσχεραίνει τους συσχετισμούς, παγιώνει τα αρνητικά τετελεσμένα και δημιουργεί συνθήκες για νέες αρνητικές πραγματικότητες στην περιοχή.

Ο Αντόνιο Γκουτέρες, έχει καταστήσει σαφές ότι η εν εξελίξει διαδικασία αποτελεί και την τελευταία που ο Οργανισμός ασχολείται με το ζήτημα. Η θητεία της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στο νησί ανανεώνεται πλέον με μεγάλη δυσκολία, καθώς οι τεχνοκράτες στη Νέα Υόρκη αδυνατούν να δεχτούν ότι ο ΟΗΕ δαπανά εδώ και πέντε δεκαετίες ένα τεράστιο ποσό, προκειμένου να διατηρεί δυνάμεις σε μια περιοχή η οποία δεν βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Πιθανή αποχώρηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ –ένα σενάριο όχι και τόσο απομακρυσμένο– θα αφήσει την ελληνοκυπριακή πλευρά έκθετη απέναντι στον κίνδυνο των κατοχικών στρατευμάτων. Παράλληλα, απόσυρση των Ηνωμένων Εθνών από τη διαδικασία διαπραγματεύσεων –επίσης ένα μη απιθανό σενάριο– θα βάλει τη διαδικασία σε νέα βάση και εκτός του πλαισίου της συμφωνημένης από το 1979 Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας. Εκτός, δηλαδή, του πλαισίου που οδηγεί σε λύση ενός κράτους, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή προσωπικότητα.

Σε μια τέτοια περίπτωση τα πράγματα θα οδηγηθούν είτε στη διεθνή αναγνώριση είτε στην “ταϊβανοποίηση” των κατεχομένων. Μια τέτοια εξέλιξη θα συρρίκνωνε την τουρκοκυπριακή κοινότητα, θα ενίσχυε τον ρόλο της Άγκυρας στην Κύπρο, ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία θα αποκτούσε σύνορα με την Τουρκία. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποκτούσε άλλο ένα σύνορο με την Τουρκία, αυτή τη φορά, όμως, με μία περιοχή όπου οι μισοί της κάτοικοι θα είναι Ευρωπαίοι πολίτες.

Μετά το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά, το ζήτημα του φυσικού αερίου έχει καταστεί κομβικό για την επίτευξη λύσης του Κυπριακού. Σε περίπτωση επίλυσης, η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ πολλαπλάσια από αυτήν που θα μπορεί να “απολαμβάνει” σε περίπτωση μη λύσης.

Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, που περιλαμβάνουν την ενεργή αμφισβήτηση εκ μέρους της Τουρκίας της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά και την άποψη που εκφράζει ότι το Καστελόριζο δεν διαθέτει ΑΟΖ, είναι ξεκάθαρο ότι η Άγκυρα δηλώνει με όλους τους τρόπους ότι δεν θα δεχτεί να αποκλειστεί από τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στην περιοχή. Ένας νέος γύρος διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό είναι αρκετά πιθανό να περιλαμβάνει και συνεννόηση Ελλάδας-Τουρκίας για την ΑΟΖ.

Αν και η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να έχει επιστρέψει στο δόγμα “η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται”, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να αναλάβει έναν πιο ενεργό ρόλο στις συζητήσεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο διεθνής παράγοντας επιθυμούν διακαώς μια λύση του Κυπριακού. Αν ο Έλληνας Πρωθυπουργός συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση, θα ενισχύσει τον ρόλο της Ελλάδας ως χώρας που επιδιώκει την επίλυση προβλημάτων και τη σταθερότητα στην περιοχή, στοιχείο απαραίτητο για την εφαρμογή της πολιτικής του σε μια σειρά από ζητήματα, ακόμα και σε επίπεδο οικονομίας.

Παράλληλα, αυτό θα του έδινε τη δυνατότητα διαλόγου και πιθανής διευθέτησης μια σειράς ανοικτών θεμάτων με την Τουρκία, εξέλιξη την οποία φαίνεται να επιθυμούν και οι ΗΠΑ, με τις οποίες η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θέλει να αναβαθμίσει τις σχέσεις της.

Τέλος, θα αποδυνάμωνε πιθανή αντιπολιτευτική πίεση από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ήδη ο Αλέξης Τσίπρας έδωσε από τη ΔΕΘ, ένα πρώτο στίγμα της αντιπολιτευτικής του τακτικής στα ελληνοτουρκικά, κατηγορώντας την κυβέρνηση για στασιμότητα και έλλειψη πρωτοβουλιών.

Η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και η συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να “μπει στο παιχνίδι”.

ΣΧΟΛΙΑ