Την επόμενη μέρα στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών μετά τις χθεσινές ενδιάμεσες εκλογές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία αποκρυπτογραφεί η ελληνική κυβέρνηση.
Κυρίως, όμως, αναμένει τον τρόπο αντίδρασης του κ. Τραμπ στο αποτέλεσμα και κατά πόσον αυτό θα επηρεάσει την εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου.
Ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας της Αθήνας και με τα δύο «στρατόπεδα»
Η Αθήνα διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και με τα δύο στρατόπεδα, των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών, γεγονός που της επιτρέπει να παρακολουθεί τις εξελίξεις με ψυχραιμία και τη λογική να πρυτανεύει του …συναισθήματος. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα κλάψει κάποιος για τις ήττες του κ. Τραμπ.
Το πιθανότερο είναι στις Βρυξέλλες να γίνει ένα γρήγορο πάρτι, αλλά αμέσως μετά θα πρέπει να κάνουν την προσευχή τους γιατί απομένουν δύο χρόνια για τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος δεν διστάζει συχνά πυκνά να επιτίθεται στους ευρωπαίους, να βάζει δασμούς και να απειλεί με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να μοιραστεί δημοσίως αυτή τη χαρά ως μέλος της Ένωσης διότι έχει στενή σχέση με τις ΗΠΑ και είναι προς το συμφέρον της να υπάρχει καλή σχέση με τον όποιον κάτοικο του Λευκού Οίκου.
Μητσοτάκης: «Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν μεγάλο βάθος»
«Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν μεγάλο βάθος. Έχουν διακομματική στήριξη. Άρα, και να υπάρξει μια αλλαγή στο Κογκρέσο αυτό σίγουρα δεν θα είναι εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων», δήλωσε χθες στον Alpha 98,9 ο κ. Μητσοτάκης, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο αντικρίζει τις εξελίξεις.
Συνεργάτες του θυμίζουν πως όταν μίλησε στο Κογκρέσο το 2022 τον υποδέχθηκε διακομματική επιτροπή στην οποία ήταν επικεφαλής την κα Πελόζι των δημοκρατικών και συμμετείχε και ο τότε ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο.
Στη δεύτερη θητεία του κ. Τραμπ δεν υπήρξε απευθείας δίαυλος επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο, όμως, υπάρχουν πολύ καλές σχέσεις με στελέχη της κυβέρνησης της, όπως ο υπουργός Ενέργειας Μπέργκαμ και ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο, οι οποίοι έχουν επισκεφθεί τη χώρα μας.
Άλλωστε, όπως επισημαίνουν έμπειροι διπλωμάτες η εναλλαγή της εξουσίας στην Ουάσιγκτον το 2024 δεν είχε κάποια επίπτωση στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις ούτε επηρέασε τα ελληνικά συμφέροντα παρότι ο κ. Τραμπ δηλώνει συχνά πυκνά πόσο φίλος του είναι ο κ. Ερντογάν.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο πιο απρόβλεπτος μπορεί να γίνει την επόμενη των εκλογών ο κ. Τραμπ, έχοντας χάσει τον έλεγχο της νομοθετικής εξουσίας και κατά πόσον θα στραφεί στην εξωτερική πολιτική όπου έχει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων. Και πόσο μπορεί να επηρεάσει αυτό τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το επίπεδο της παρέμβασης του σε μία ενδεχόμενη κρίση στο πεδίο. Εύκολες απαντήσεις δεν υπάρχουν, άλλωστε ο κ. Τραμπ δεν φημίζεται για το πόσο προβλέψιμος είναι, το αντίθετο. Ωστόσο, εκτιμάται πως δεν θα υπάρξει μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η αμερικανική πολιτική τα τεκταινόμενα στην περιοχή.
Ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα είναι η πώληση F-35 στην Τουρκία, με αρμόδιες διπλωματικές πηγές να θεωρούν βάσιμα ότι η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα είναι ακόμα πιο αρνητική να άρει τις κυρώσεις. «Δεν θα είναι πειθήνιο το Κογκρέσο στις απαιτήσεις του Προέδρου και θα υπάρξουν σε αυτό ισχυρές φωνές που βλέπουν με κατανόηση τις θέσεις της Ελλάδας», εκτίμησε μιλώντας στον ΣΚΑΪ 100,3 ο Δημήτρης Καιρίδης.
Γι’ αυτό, άλλωστε, η Αθήνα έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της στην προσπάθεια εκλογής των Ελληνοαμερικανικών υποψηφίων και συγκεκριμένα του Γκας Μπιλιράκη στη Φλόριντα, της Ντίνα Τάιτους στη Νεβάδα, της Νικόλ Μαλλιωτάκη στη Νέα Υόρκη, του Μάικ Χαριδόπουλος στη Φλόριντα, της Μάγκι Γκουντλάντερ στο Νιου Χαμσάιρ για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά και του Κρις Πάππας, που δίνει τη μάχη της Γερουσίας, επίσης στο Νιου Χαμσάιρ.