Οι μεγάλες αδυναμίες ενός κράτους αποκαλύπτονται όταν οι γενικές αρχές συγκρούονται με την πραγματικότητα. Η νησιωτικότητα είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα το Σύνταγμα αναγνωρίζει ότι οι νησιωτικές περιοχές διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ότι η Πολιτεία οφείλει να τα λαμβάνει υπόψη. Ωστόσο, η καθημερινότητα των νησιωτών αποδεικνύει ότι η συνταγματική αυτή πρόβλεψη δεν αρκεί.
Η απόσταση εξακολουθεί να παράγει ανισότητες. Το κόστος μετακίνησης, η πρόσβαση στην υγεία και την εκπαίδευση, η ενεργειακή επιβάρυνση, η δυσκολία στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών και η δημογραφική συρρίκνωση δεν αποτελούν συγκυριακά προβλήματα. Είναι μόνιμα χαρακτηριστικά της νησιωτικής ζωής, τα οποία επηρεάζουν κάθε δημόσια πολιτική, από τη φορολογία μέχρι τις επενδύσεις και από την κοινωνική πολιτική μέχρι την εθνική άμυνα.
Η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει τη νησιωτικότητα. Δεν την προστατεύει όμως επαρκώς. Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η σημερινή συνταγματική διατύπωση αφήνει μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση. Δεν επιβάλλει διαδικασίες, δεν δημιουργεί υποχρεώσεις τεκμηρίωσης και δεν προβλέπει μηχανισμούς ελέγχου. Έτσι, η επίκληση της νησιωτικότητας εξαρτάται συχνά από την πολιτική βούληση κάθε κυβέρνησης και όχι από μια σταθερή συνταγματική δέσμευση.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που οφείλει να αντιμετωπίσει η επόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Το ζητούμενο δεν είναι η προσθήκη ακόμη μιας διακήρυξης καλών προθέσεων. Είναι η μετατροπή της νησιωτικότητας σε πραγματική αρχή δημόσιας πολιτικής, με συγκεκριμένες έννομες συνέπειες.
Κάθε νομοθετική πρωτοβουλία που επηρεάζει τα νησιά θα έπρεπε να συνοδεύεται από ειδική αξιολόγηση των επιπτώσεών της. Η Πολιτεία θα όφειλε να αιτιολογεί με ποιον τρόπο μια νέα ρύθμιση επηρεάζει το κόστος ζωής, τη συνδεσιμότητα, τις δημόσιες υπηρεσίες, την ανταγωνιστικότητα και τη δημογραφική προοπτική των νησιών. Η αξιολόγηση αυτή δεν θα περιόριζε την κυβερνητική πολιτική. Θα την καθιστούσε περισσότερο υπεύθυνη και περισσότερο διαφανή.
Παράλληλα, το Σύνταγμα οφείλει να αναγνωρίσει ρητά ότι η ουσιαστική ισότητα επιτρέπει, και σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλει, τη λήψη θετικών μέτρων υπέρ των νησιωτικών περιοχών. Η διαφορετική μεταχείριση δεν παραβιάζει την ισότητα όταν αποσκοπεί στην άρση πραγματικών ανισοτήτων. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της.
Η συζήτηση αυτή υπερβαίνει τα όρια μιας περιφερειακής πολιτικής. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συνοχή του ελληνικού κράτους. Τα νησιά δεν αποτελούν γεωγραφική ιδιαιτερότητα που απαιτεί περιστασιακές παρεμβάσεις. Αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της εθνικής επικράτειας, της οικονομικής ανάπτυξης, της ενεργειακής πολιτικής, της ναυτιλίας, του τουρισμού και της ασφάλειας της χώρας.
Ένα σύγχρονο κράτος δεν αρκεί να αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των νησιών. Οφείλει να ενσωματώνει τη νησιωτικότητα στον τρόπο με τον οποίο νομοθετεί, διοικεί και σχεδιάζει το μέλλον. Διαφορετικά, το άρθρο 101 θα εξακολουθήσει να εκφράζει μια σωστή αρχή χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία. Να αποκτήσει η νησιωτικότητα πραγματικό κανονιστικό περιεχόμενο και να μετατραπεί από μια καλή πρόθεση σε σταθερή υποχρέωση της Πολιτείας. Γιατί η απόσταση από το διοικητικό κέντρο δεν μπορεί να μεταφράζεται σε απόσταση από τα δικαιώματα.
*Γιάννης Παππάς, Βουλευτής ΝΔ Δωδεκανήσων, Πρώην υφυπουργός Ναυτιλίας και Νησιώτικης Πολιτικής