Οι δύο τελευταίες παρεμβάσεις του Αλέξη Τσίπρα στα ελληνοτουρκικά δεν είναι απλώς δύο ακόμη επεισόδια της αντιπολιτευτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση.
Είναι ίσως η πιο καθαρή ένδειξη ότι ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να επανατοποθετήσει πολιτικά το νέο του εγχείρημα, υιοθετώντας μια διαφορετική γλώσσα απέναντι στα εθνικά θέματα και απευθυνόμενος σε ένα ακροατήριο που μέχρι χθες δεν ανήκε στην εκλογική επιρροή της ελληνικής Αριστεράς.
Η χθεσινή ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ. για την τουρκική υπέρπτηση στο Φαρμακονήσι συνιστά, στην ουσία, μια ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση εφαρμόζει τη στρατηγική των «ήρεμων νερών». Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι η Άγκυρα επικαλείται την ύφεση όταν τη συμφέρει και επανέρχεται στην προκλητικότητα χωρίς να υφίσταται συνέπειες, ασκώντας κριτική στην επιλογή της Αθήνας να συνεχίζει τον διάλογο χωρίς να συνδέει τις τουρκικές προκλήσεις με αντίστοιχο κόστος.
Υπενθυμίζεται ότι στο ίδιο κλίμα είχε προηγηθεί η σκληρή επίθεση του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα για το ενδεχόμενο απόκτησης F-35 από την Τουρκία, με χαρακτηρισμούς περί «εθνικής ήττας».
Προφανώς, η αντιπολίτευση οφείλει να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Οι δύο αυτές παρεμβάσεις, όμως, δείχνουν κάτι ευρύτερο από μια ακόμη αντιπαράθεση με το Μέγαρο Μαξίμου. Δείχνουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να επενδύσει πολιτικά στα εθνικά θέματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Για δεκαετίες, η ελληνική Αριστερά υποστήριζε ότι η σταθερότητα υπηρετείται μέσα από τον διάλογο, τη διπλωματία και τη σύνδεση των ελληνοτουρκικών με το διεθνές δίκαιο. Αντιμετώπιζε με επιφύλαξη τη λογική της διαρκούς όξυνσης και της καλλιέργειας ενός κλίματος εθνικής ανασφάλειας. Σήμερα, αντίθετα, η νέα ρητορική του Αλέξη Τσίπρα δείχνει να ακουμπά ολοένα και περισσότερο σε ένα πολιτικό αφήγημα που αντιμετωπίζει την Τουρκία πρωτίστως ως έναν μόνιμο, δόλιο και αμετάβλητο αντίπαλο, αφήγημα που μέχρι πρόσφατα εξέφραζαν κυρίως δυνάμεις της εθνικιστικής και της λαϊκής δεξιάς.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο έντονες επικρίσεις στη στρατηγική των «ήρεμων νερών» προέρχονται εδώ και μήνες από τον Αντώνη Σαμαρά, τον Κώστα Καραμανλή και τον Κυριάκο Βελόπουλο, έστω με διαφορετικές αφετηρίες και επιχειρήματα. Είναι σαφές πως η ΕΛ.Α.Σ. δεν ταυτίζεται πολιτικά μαζί τους (τουλάχιστον όχι ακόμη) . Ωστόσο, όταν επιλέγει να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση στο ίδιο πεδίο, η σύγκριση γίνεται αναπόφευκτη. Γιατί στην πολιτική δεν κρίνονται μόνο οι προτάσεις, αλλά και η ατζέντα που επιλέγει κανείς να αναδείξει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας έγινε εθνικιστής. Δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις. Το ερώτημα είναι αν επιχειρεί ένα πολιτικό rebranding, προσαρμόζοντας τη δημόσια ρητορική του στις διαθέσεις ενός εκλογικού σώματος που, μετά από χρόνια κρίσεων, εμφανίζεται περισσότερο ευαίσθητο σε ζητήματα ασφάλειας και εθνικής ισχύος.
Η επιλογή αυτή δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί άσχετη με την προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να διευρύνει την εκλογική απήχηση του νέου του εγχειρήματος. Η αυστηρότερη ρητορική απέναντι στην Τουρκία δεν απευθύνεται μόνο στην κυβέρνηση. Απευθύνεται και σε ένα πατριωτικό ακροατήριο, το οποίο τα τελευταία χρόνια επηρεάζει ολοένα και περισσότερο την πολιτική ατζέντα. Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια επιλογή αρκεί για να μετακινήσει αυτούς τους ψηφοφόρους ή αν, τελικά, νομιμοποιεί απλώς ακόμη περισσότερο την ατζέντα των πολιτικών δυνάμεων που την υπηρέτησαν διαχρονικά.
Γιατί όταν επιλέγεις να δώσεις τη μάχη στο γήπεδο των αντιπάλων σου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα κερδίσεις το δικό τους ακροατήριο. Αντίθετα, υπάρχει ο κίνδυνος να απομακρύνεις ένα μέρος των παραδοσιακών ψηφοφόρων της Αριστεράς, χωρίς να πείσεις εκείνους που εξακολουθούν να προτιμούν τους αυθεντικούς εκφραστές αυτής της πολιτικής γραμμής. Γιατί στην πολιτική ο ψηφοφόρος επιλέγει συνήθως το πρωτότυπο και όχι το αντίγραφο. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ρίσκο της νέας στρατηγικής του Αλέξη Τσίπρα.