Για ακόμη μια φορά στην σύγχρονη ελληνική ιστορία παρακολουθούμε το τελευταίο μεγάλο διάστημα μια ενορχηστρωμένη επίθεση στην Δικαιοσύνη, με αφορμή τις υποθέσεις των Τεμπών, των παρακολουθήσεων και του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η τρίτη εξουσία του δημοκρατικού πολίτευματος αποτελεί στόχο της πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και αντικείμενο έντονής κριτικής για συγκεκριμένες αποφάσεις δικαστικών λειτουργών.
Οι εντάσεις ανάμεσα στην δικαστική, την εκτελεστική και την νομοθετική εξουσία είναι τόσο παλιές όσο και το νεώτερο ελληνικό κράτος. Από την περιβόητη δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα το 1834, μέχρι την μεταπολεμική εποχή και τις δίκες Πλουμπίδη και Μπελογιάννη, την ανάκριση για την δολοφονία Λαμπράκη, την δίκη του ΑΣΠΙΔΑ, την δίκη των πρωταιτίων της χούντας, την δίκη Κοσκωτά, την υπόθεση Βατοπεδίου, και τόσες άλλες, η νεώτερη ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από υποθέσεις που τάραξαν την πολιτική ζωή του τόπου και έθεσαν την Δικαιοσύνη στο κάδρο της αντιπαράθεσης.
Όσο πιο σκληρή και τοξική είναι η πολιτική αντιπαράθεση, τόσο πιο έντονες είναι οι επιθέσεις στην Δικαιοσύνη από διάφορες πλευρές. Η τελευταία φάση ξεκίνησε το 2022 με την υπόθεση των παρακολουθήσεων, και λίγο αργότερα εντάθηκε δραματικά με την δικαστική διερεύνηση του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών. Στην πορεία ήρθαν και οι κατά κύματα δικογραφίες κατά πολιτικών για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε συνδυασμό με τα από καθέδρας μαθήματα ηθικής από την Ευρωπαία Εισαγγελέα, για να συμπληρωθεί ένα αλγεινό ψηφιδωτό αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του τρίτου πυλώνα του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με έναν τέλειο τρόπο και πρέπει να βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Σε κάθε μια από τις τρεις σοβαρές ποινικές υποθέσεις που ταλανίζουν τη χώρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια μπορεί κανείς να βρει πτυχές των δικαστικών ενεργειών που επιδέχονται κριτικής. Στην υπόθεση των Τεμπών δεν υπήρξε επιμελής μέριμνα από τις ανακριτικές αρχές τις πρώτες ώρες μετά το δυστύχημα ώστε να διαφυλαχθούν κρίσιμα στοιχεία και τεκμήρια. Στην υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ως ερωτηματικό το κίνητρο των δραστών και η ταυτότητα των ενδεχομένως ηθικών αυτουργών πίσω από το κύκλωμα. Όσον αφορά δε την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένουν αναπάντητα τα ερωτήματα για τις επιλεκτικές διαρροές των στοιχείων της δικογραφίας, όπως και η κατά κύματα αποστολή των δικογραφιών στη Βουλή.
Είναι όμως άλλο ζήτημα η τεκμηριωμένη κριτική των δικαστικών ενεργειών και αποφάσεων και εντελώς άλλο ζήτημα η ευθεία αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του θεσμού της Δικαιοσύνης. Η μεν κριτική είναι απαραίτητος παράγοντας της δημοκρατικής λειτουργίας, η δε όμως αμφισβήτηση και υπονόμευση του θεσμού της Δικαιοσύνης πλήττει ευθέως έναν βασικό πυλώνα του πολιτεύματος. Η δόλια, ή έστω από υπερβάλλοντα ζήλο αμφισβήτηση της ηθικής συγκρότησης ανώτατων δικαστικών λειτουργών, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης αλλά λειτουργεί συνολικά αποσταθεροποιητικά στη λειτουργία της δημοκρατίας και ποτίζει το έδαφος όπου εκκολάπτονται τα αυγά του φιδιού.
Το γεγονός ότι σύμφωνα με μετρήσεις περίπου το 70% των πολιτών δεν εμπιστεύεται την Δικαιοσύνη αποτελεί μείζον πρόβλημα για την λειτουργία των θεσμών και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξη αντιδημοκρατικών και λαϊκιστικών κομματικών μορφωμάτων. Προφανώς βέβαια έχουν και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης ένα μερίδιο ευθύνης για το κενό εμπιστοσύνης που υπάρχει στην κοινωνία, αλλά πολύ μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν συγκεκριμένα κόμματα, πολιτικοί, δικηγορικές ενώσεις και δημοσιογράφοι, οι οποίοι εντελώς άκριτα και ανεύθυνα επιτίθενται με ανοίκειους χαρακτηρισμούς στα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης. Είναι ανεπίτρεπτο να ακούγονται φράσεις όπως “Ο Άρειος Πάγος μπαζώνει την υπόθεση”, ή να συγκρίνεται η Ευρωπαία Εισαγγελέας -έστω και έμμεσα- με το καθεστώς Τσαουσέσκου.
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι μέρος της δημοκρατικής λειτουργίας. Όταν όμως η υπονόμευση της Δικαιοσύνης μετατρέπεται σε εργαλείο της πολιτικής αντιπαράθεσης, τότε έχουν ξεπεραστεί κάποια όρια και το αποτέλεσμα αυτής της υπονόμευσης θα είναι δυσβάσταχτο για την δημοκρατία και την χώρα.