Με την συνταγματική αναθεώρηση που ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2019 δεν έγινε καμία παρέμβαση στις σχετικές με την Δικαιοσύνη διατάξεις του Συντάγματος.
Έκτοτε, οι εξελίξεις, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, κατέστησαν απαραίτητη την παρέμβαση του νομοθέτη στο κομβικό ζήτημα του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ενώ η ενοποίηση του πρώτου βαθμού της δικαιοδοσίας των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων δημιούργησε συνθήκες που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με την παρέμβαση του κοινού νομοθέτη. Η σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να έχει ως στρατηγικό άξονα την προσέγγιση των ευρωπαϊκών προτύπων, ως προς την λειτουργία του δικαστικού συστήματος, διαφυλάσσοντας το κύρος της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των Λειτουργών της και όχι την υιοθέτηση ρυθμίσεων, οι οποίες ενδεχομένως φαίνονται εντυπωσιακές, αλλά δεν επιλύουν κανένα πραγματικό πρόβλημα. Στο πλαίσιο αυτό, η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να αντιμετωπίσει τα εξής ζητήματα:
α) ΕΠΙΛΟΓΗ ΗΓΕΣΙΑΣ: Η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων Δικαστηρίων πρέπει να γίνεται κατά διαδικασία η οποία εξασφαλίζει την απαιτούμενη από το Σύνταγμα λαϊκή νομιμοποίησή της. Η πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση, με την οποία προβλέφθηκε η συμμετοχή του Δικαστικού Σώματος στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας, αν και συνιστά κίνηση προς την ορθή κατεύθυνση, παραμένει ατελής, εφόσον το όργανο που προβαίνει στην επιλογή, δεν δεσμεύεται από την προηγηθείσα απόφαση της ολομέλειας του οικείου ανωτάτου Δικαστηρίου.
Η ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 90 παρ. 5 Σ. αναγνωρίζεται γενικότερα, πρέπει δε αυτή να κινηθεί σε δύο κατευθύνσεις ήτοι της πρόβλεψης αρμόδιου οργάνου και σχετικής διαδικασίας. Ως προς το όργανο, πέρα από την πρόταση περί ανάθεσης της σχετικής αρμοδιότητας σε ειδική επιτροπή της Βουλής, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο σύστασης «Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης», κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Ως προς την διαδικασία, πρέπει να θεσπισθεί διαδικασία δεσμευτικής προεπιλογής των υποψηφίων για τις θέσεις των Προέδρων και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από το Δικαστικό Σώμα εκ της οποίας οι τρεις επικρατέστεροι για κάθε θέση θα τίθενται προς κρίση από το όργανο που θα λαμβάνει την τελική απόφαση, με προεπιλογή αποκλειστικά από τις ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Η πρόβλεψη διαδικασιών που επεκτείνουν το εκλεκτορικό σώμα και διαμορφώνουν συνθήκες γενικευμένης εκλογικής αντιπαράθεσης, βλάπτουν την ενότητα του Σώματος, καθώς, εξ ορισμού δημιουργούν νικητές και ηττημένους. Επιπλέον, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι δικαστές και εισαγγελείς αφοσιωμένοι στο έργο τους, που πέρασαν όλη τη ζωή τους σκυμμένοι πάνω από μια δικογραφία, με εμπειρία, γνώσεις και έργο δικαστικό, τους οποίους δεν γνωρίζει κανείς και ιδίως οι νεώτεροι συνάδελφοι, να βρίσκονται σε σαφώς δυσμενέστερη θέση σε σχέση με έναν «συνδικαλιστή», ο οποίος επί 10 ή 15 έτη έχει απαλλαγεί από τα ποινικά δικαστήρια και λαμβάνει, μετά βίας, μικρό κλάσμα της μέσης χρέωσης πολιτικών δικογραφιών, και εκ τούτου έχει τον χρόνο και την εκλογική βάση για την προώθηση της υποψηφιότητάς του.
Σε ότι αφορά τον ορισμό των μελών του ΑΔΣ, το ισχύον σύστημα της κλήρωσης, το οποίο έχει κερδίσει το θαυμασμό των εκπροσώπων των δικαστικών ενώσεων άλλων ευρωπαϊκών κρατών, εγγυάται την αμεροληψία των μελών του περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σύστημα, ιδίως αυτού της ανάδειξης με ψηφοφορία.
β) ΑΥΞΗΣΗ ΗΛΙΚΙΑΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ: Η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 5 Σ. πρέπει να αναθεωρηθεί και να αυξηθούν τα όρια υποχρεωτικής αποχώρησης από την υπηρεσία, ώστε οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί να αποχωρούν από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας τους, όπως είναι ο κανόνας στην Ευρώπη. Η αύξηση των ηλικιακών ορίων υποχρεωτικής αποχώρησης των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών από την υπηρεσία, η οποία δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με τα ηλικιακά όρια συνταξιοδότησης, αποτελεί -πρωτίστως- ζήτημα συνταγματικής τάξης. Πρώτον διότι οι συνθήκες που επέβαλαν τα ισχύοντα όρια στο Σύνταγμα του 1975 έχουν μεταβληθεί και δεύτερον διότι πρέπει να αρθεί η δυσμενής μεταχείριση που προβλέπεται για τους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς σε σχέση με την έτερη κατηγορία κρατικών λειτουργών, τους καθηγητές Α.Ε.Ι., που αποχωρούν στα 70 έτη. Συνιστά, επίσης, έκφανση της ισοβιότητας των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών και κατοχυρώνει περαιτέρω την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους, ενώ η διατήρηση των επαγγελματικών ικανοτήτων των Δικαστικών Λειτουργών σε μεγαλύτερη ηλικία είναι γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και η εμπειρία που έχει αποκτηθεί είναι πολύτιμη για την Δικαιοσύνη.
Η άποψη που τάσσεται κατά της αύξησης των ορίων υποχρεωτικής αποχώρησης στηρίζεται -δημοσίως τουλάχιστον- σε δύο «επιχειρήματα». Πρώτον, ότι η αύξηση αυτή θα συμπαρασύρει τα όρια συνταξιοδότησης των απασχολούμενων στο δημόσιο τομέα. Η θέση αυτή είναι εσφαλμένη διότι στηρίζεται στην, επίσης, εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα όρια υποχρεωτικής αποχώρησης ταυτίζονται με τα όρια συνταξιοδότησης. Δεύτερον ότι κάποιοι, το σύστημα, επιθυμεί να εξαναγκάσει του Δικαστές να εργάζονται μέχρι την βιολογική τους εξόντωση. Η θέση αυτή στερείται ουσιαστικής βάσης και εξυπηρετεί μόνο τον σκοπό της ιδεολογικής περιχαράκωσης του ακροατηρίου αυτών που την διατυπώνουν.
Σε κάθε περίπτωση, στην συντριπτική πλειονότητα των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπεται η δυνατότητα της εκτός επετηρίδας παραμονής των αφυπηρετούντων Δικαστών στο Σώμα και της άσκησης δικαστικών καθηκόντων, έως το 70ό ή και το 72ο έτος της ηλικίας τους, κυρίως σε μονομελείς συνθέσεις, παράγοντας ποιοτικό έργο και χωρίς να εμποδίζεται η υπηρεσιακή εξέλιξη των νεώτερων Λειτουργών, μέσω του θεσμού των «senior judges» που έχει διαμορφωθεί.
Τέλος, εν όψει των ιδιαίτερα προβληματικών συνθηκών που έχουν διαμορφωθεί στον πρώτο βαθμό της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, συνεπεία της ενοποίησης του πρώτου βαθμού της δικαιοδοσίας, της ένταξης μεγάλου αριθμού πρώην Ειρηνοδικών στην γενική επετηρίδα των Πρωτοδικών, ο αριθμός των οποίων έχει πλέον υπερβεί τους 1.300, μόνο η αύξηση των ορίων αποχώρησης μπορεί, μακροπρόθεσμα, να προσφέρει προοπτική υπηρεσιακής εξέλιξης στους συναδέλφους, δεδομένου ότι, υπό τις ισχύουσες συνθήκες, ο νέος Πάρεδρος Πρωτοδικείου θα προαχθεί στο βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών μετά από 25 έτη υπηρεσίας και μετά από 30 έτη υπηρεσίας στον βαθμό του Εφέτη, με τον οποίο θα αποχωρήσει από την υπηρεσία.
γ) ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΕΡΕΥΝΩΝ: Η ρύθμιση του άρθρου 9 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία η έρευνα στην κατοικία γίνεται πάντα με παρουσία εκπροσώπου της Δικαστικής Εξουσίας αποτελεί ρύθμιση που δεν απαντάται σε καμία άλλη έννομη τάξη, συνιστά δε ένα μεταδικτατορικό κατάλοιπο και ένδειξη δυσπιστίας έναντι των κρατικών διωκτικών αρχών. Η δημοκρατία και οι θεσμοί της έχουν εμπεδωθεί και η δυσπιστία προς τα σώματα ασφαλείας και τα κρατικά όργανα καταστολής δεν δικαιολογείται. Επιβάλλεται ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού συστήματος προστασίας του ασύλου σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θέσει το ΕΔΔΑ, τα οποία ακολουθούνται από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη.
δ) Κατάργηση δημόσιας συνεδρίασης της Ολομέλειας των ανωτάτων Δικαστηρίων, αναφορικά με το ζήτημα της απόλυσης (άρθρο 88 παρ. 4 σε συνδ. με 93 παρ. 2 Σ), ώστε να παύσουν φαινόμενα ανθρωποφαγίας και διαπόμπευσης συναδέλφων, οι οποίοι πολύ συχνά λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας κ.α. εμφάνισαν μειωμένη απόδοση.
ε) H πρόταση περί εισαγωγής ρυθμίσεων που κατατείνουν στην επιβολή απαγορεύσεως, είτε απόλυτης είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, στους αφυπηρετούντες Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς, σχετικής με την ανάληψη καθηκόντων σε Ανεξάρτητες Αρχές κλπ κατά τον χρόνο μετά την αφυπηρέτησή τους, στηρίζεται σε μία συλλογιστική, η οποία πέραν των νομικών προβλημάτων που έχει, είναι ιδιαίτερα προσβλητική για το σύνολο των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών, δεν υπηρετεί την απαίτηση διαφάνειας και λογοδοσίας, αλλά μόνο τον φθηνό λαϊκισμό και την καχυποψία. Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του δικαστή δεν θα ενισχυθεί επειδή στο Σύνταγμα θα περιληφθεί μια διάταξη η οποία, στην πραγματικότητα, μειώνει την ηθική υπόστασή του. Αυτό που απαιτείται είναι στήριξη των θεσμών και του φιλελεύθερου χαρακτήρα του Συντάγματος.
Ο Δημήτριος Φούκας είναι Εφέτης, μέλος ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων