«Ζητούν να παραιτηθώ εγώ που συνέβαλα, με άλλους, να αποκαλυφθεί η συνομωσία και οι συνωμότες ζητούν να παραιτηθώ εγώ που τους αποκάλυψα» τόνισε ο Γιώργος Φλωρίδης αναφορικά με την υπόθεση των Τεμπών.
Ο ίδιος μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ σημείωσε ότι οι συνωμότες που οφείλουν να ζητήσουν συγγνώμη για τη συνομωσία με τα ξυλόλια είναι οι πολιτικοί και πρόσθεσε: «Οι υπογραφές τους υπάρχουν στη Βουλή όταν όλοι αυτοί συνενώθηκαν και έκαναν πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησής για τα ξυλόλια».
«Ζητά ο Τσίπρας να παραιτηθώ εγώ που λέγοντας αυτή τη φράση (σ.σ. για τα μπάζα) συνόψιζα όλη την απάτη, όλη αυτή τη συνωμοσία που οργάνωσαν και όχι αυτοί να ζητήσουν συγγνώμη. Είπα αυτή τη φράση η οποία δικαιώθηκε απολύτως», σημείωσε ο κ. Φλωρίδης.
Δίπλα από την υπόθεση των Τεμπών στήθηκε πολιτική συνωμοσία
Ο ίδιος αναφερόμενος στη συνωμοσία για τα Τέμπη σημείωσε: «Όταν αποδεδειγμένα πριν τις μεγάλες κινητοποιήσεις (για τα Τέμπη) που εκατομμύρια κόσμος βρέθηκε στο δρόμο, ενεργοποιήθηκαν 50.000 λογαριασμοί στο διαδίκτυο ενεργοποιήθηκαν από χώρα του εξωτερικού, με όλο αυτό το ψέμα. Αυτό πήγαινε βαθιά στο συναίσθημα του κόσμο. Η μεγαλύτερη επέμβαση που μπορεί να κάνεις μέσα στην κοινωνία είναι να πατήσεις στο συναίσθημα, εκεί πατήσαν, ο κόσμος βγήκε άδολα στους δρόμους πιστεύοντας ότι εδώ κάτι φοβερό έχει γίνει και όλο αυτό αποδείχθηκε ένα ψέμα».
Αναφερόμενος στη φράση για τα μπάζα και το αίτημα της αντιπολίτευσης να παραιτηθεί οκ. Φλωρίδης απάντησε πως «η φράση μου ήταν για τους πολιτικούς. Πως μέσα σε αυτό το θολό τοπίο όσοι χρησιμοποιούν τη λέξη μπάζωμα, είναι για τα μπάζα. Και τι κάνανε; Αφαιρέσανε αυτή τη φράση κατευθείαν μόλις την είπα στη Βουλή. Πρακτικά, ήρθανε και μου λένε ‘’α, επιτίθεσαι στους συγγενείς‘’. Παιδιά, λέω, οι συγγενείς είναι πολιτικοί; Ή κανένας άνθρωπος απ' έξω είναι πολιτικός; Ή κανένας δημοσιογράφος;», ενώ επέμεινε πως δεν θα έπαιρνε πίσω τη φράση αυτή. «Δεν θα άλλαζα κάτι», σημείωσε.
Ο κ. Φλωρίδης συνέχισε λέγοντας πως «είχαμε αυτή τη φοβερή τραγωδία που συγκλόνισε την Ελλάδα. Και εκεί ανέλαβαν οι αρχές της χώρας, όλες, να διερευνήσουν τα αίτια που προκάλεσαν αυτή τη φοβερή τραγωδία. Δίπλα από την υπόθεση αυτή, στήθηκε μια πολιτική συνωμοσία, οργανωμένη, βοηθούμενη από το εξωτερικό».
Τα στάδια της συνωμοσίας
Ο υπουργός Δικαιοσύνης επισημαίνοντας ότι η συνωμοσία είχε κάποια στάδια τόνισε:
«Πρώτον πως υπήρχαν 53 επιβάτες που δεν βρέθηκαν ποτέ, για κάτι χαμένα βαγόνια. Στη συνέχεια, αφού λοιπόν δεν υπήρχαν και 3 χαμένα βαγόνια, οργανώθηκε το πιο κρίσιμο κομμάτι της συνωμοσίας, ότι υπήρχε ένα παράνομο φορτίο, πως το πήρε κάποια εταιρεία άγνωστη και το ανέβασε στην εμπορική αμαξοστοιχία, το οποίο υλικό ήταν εύφλεκτο, άρα είχαμε μια λαθρεμπορική μεταφορά ενός εύφλεκτου υλικού που ευθύνεται για την έκρηξη… Αυτά κρίθηκαν».
«Υπάρχει αναφορά στο τι στοιχεία στερήθηκαν οι συγγενείς;»
Με αφορμή την παραπομπή Τριαντόπουλου ανέφερε πως «η αλλοίωση στον χώρο έχει νόημα να τη συζητάμε εάν όντως οδήγησε στην αλλοίωση των στοιχείων, ή η επέμβαση στον χώρο έγινε όπως γίνεται σε όλον τον κόσμο. Και πριν από μερικούς μήνες στο δυστύχημα στην Ισπανία πήγαν τα σκαπτικά μηχανήματα, πάτησαν από πάνω οι γερανοί και επενέβησαν στον χώρο».
Στην αναφορά του βουλεύματος πως στερήθηκαν οι συγγενείς κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, ο υπουργός σχολίασε «υπάρχει αναφορά στο τι στερήθηκαν; Και εγώ μπορώ να υποθέσω πως θα πέσει ένας μετεωρίτης στην Ελλάδα. Η εμπιστοσύνη η δική μου στη δικαιοσύνη δεν είναι α λα καρτ, είναι διαρκής. Βασίζομαι στην ανάκριση που ολοκληρώθηκε και η οποία όπως έχει δημοσιοποιηθεί. Στη δικογραφία υπάρχει το σύνολο των στοιχείων που μπορούσε να βρει μια έρευνα. Όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στη διερεύνηση του δυστυχήματος, με βάση το ανακριτικό υλικό, έχουν εξεταστεί. Η παραπομπή είναι όχι ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος έδωσε εντολή να γίνει κάτι, αλλά ότι δεν φρόντισε να μη γίνει κάτι, διότι ενδεχομένως θα χανόντουσαν στοιχεία».
Όσον αφορά τη δίκη στο ειδικό δικαστήριο ο κ. Φλωρίδης ανέφερε πως «με βάση τις προθεσμίες που προβλέπει ο νόμος η δίκη θα ξεκινήσει μέσα στο 2026». Για τον χρόνο ολοκλήρωσης της δίκης επισήμανε πως «δεν είναι προσδιορισμένο το τέλος υπό την έννοια ότι το δικαστήριο έχει να δει υλικό, μάρτυρες, να εξετάσει. Ο χρόνος εξαρτάται από όλους αυτούς που θα προσέλθουν και από τον αριθμό των δικηγόρων».