fbpx Ελληνοτουρκικά: Ενός κακού, μύρια έπονται | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ελληνοτουρκικά: Ενός κακού, μύρια έπονται

03|12|2019 | 13:35

Οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας στη Μεσόγειο (ο καθορισμός τουρκικών θαλασσίων ορίων με τη… Λιβύη!) είναι εμφανώς επιθετικές, στα όρια του παραλογισμού.

Ασφαλώς, σε μεγάλο βαθμό αποδίδονται στον μεγαλοϊδεατισμό της τουρκικής ηγεσίας, αλλά επίσης στην εμμονή της να γίνει μέτοχος των (όποιων) υποθαλάσσιων κοιτασμάτων και –κυρίως– στην επίμονη αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.

Την ευκαιρία επίδειξης αυτής της παραβατικής συμπεριφοράς ωστόσο, την έδωσε η Αθήνα. Διότι, μετά από την πρώτη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν τον Σεπτέμβριο στη Νέα Υόρκη (όπου είχε διαπιστωθεί «καλό κλίμα» και είχε συμφωνηθεί «η στενότερη συνεργασία των δύο κυβερνήσεων»), μόλις δυό μέρες μετά (επίσης στη Νέα Υόρκη) έλαβε χώρα μια άλλη ελληνική πρωτοβουλία: Η σύγκληση της τριμερούς συνάντησης των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου - που σχεδιάστηκε για να διαδηλωθεί ο ρόλος των τριών στην ανατολική Μεσόγειο, να καταδικαστεί η Τουρκία «για τις έκνομες ενέργειές της» και να κληθεί «να συμβάλει εποικοδομητικά».
Φυσικά, η Αθήνα έχει το ελεύθερο να επιλέγει τους συνομιλητές της και την ανάληψη πρωτοβουλιών. Όμως, η διπλωματία είναι και ψυχολογία, που σχετίζεται με την επιλογή της συγκυρίας. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία λοιπόν, έδωσε την αφορμή που η ΄Αγκυρα πρόθυμα εκμεταλλεύτηκε.

Αυτά - και με αυτή την αλληλουχία - είναι τα γεγονότα της πρόσφατης εσοδείας στα ελληνοτουρκικά, που αναμφίβολα προκαλούν ανησυχία. Κάποιοι σήμερα καταγγέλλουν την «αδιέξοδη πολιτική κατευνασμού με την Τουρκία» (Αλ.Τσίπρας), ενώ άλλοι με ευκολία διαπιστώνουν ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, δεδομένου ότι οι «πολιτικές προσεγγίσεις» του παρελθόντος κρίθηκαν και απέτυχαν. Είναι έτσι; Μια βουτιά στο παρελθόν, στο 1999, δείχνει μια διαφορετική προσέγγιση, εξαιρετικά επίκαιρη.

Το 1999 λοιπόν, η κυβέρνηση Σημίτη εκπόνησε τη «στρατηγική του Ελσίνκι» - αφενός επειδή ήθελε να ξεφύγει απ΄την αντιπαραγωγική πολιτική της αρνησικυρίας έναντι της Τουρκίας (που είχε παγιδεύσει τις διμερείς σχέσεις σ΄ένα πολυετές τέλμα) και αφετέρου ήθελε να «κουμπώσει» στη συγκυρία της διεύρυνσης (που τότε καθοριζόταν):
1) την ενταξιακή προοπτική της Κύπρου και
2) την επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Ειδικότερα, πριν από τη σύνοδο Κορυφής του Ελσίνκι, η τότε ελληνική κυβέρνηση δούλεψε με τους εταίρους της ένα συνεκτικό πακέτο που προέβλεπε: α) την απεμπλοκή της ενταξιακής πορείας της Κύπρου από τις διαδικασίες λύσης του Κυπριακού και β) την αποδοχή του τουρκικού αιτήματος για ένταξη στην ΕΕ με την επισήμανση πως οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα ξεκινούσαν το 2004, εφόσον η Άγκυρα είχε ανταποκριθεί σε μια σειρά δεσμεύσεων. Μία απ΄αυτές όριζε πως: η Τουρκία σε εύλογο χρονικό διάστημα, θα έπρεπε να επιλύσει τις τυχόν συνοριακές ή άλλες διαφορές της στη βάση των αρχών του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης και της προοπτικής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για την πλήρη αποσαφήνιση εξάλλου, οι 15 εταίροι της ΕΕ σημείωσαν στα Συμπεράσματα του συμβουλίου, πως «το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία».
Η τότε ελληνική κυβέρνηση είχε σταθμίσει εύστοχα τη συγκυρία για να προωθήσει την πρότασή της, καθώς δυό χρόνια νωρίτερα η ενταξιακή οπτική της ΕΕ είχε εξοργίσει την τουρκική ηγεσία και οι ευρωτουρκικές σχέσεις βρίσκονταν σε βαθεία ψύξη. Η σύνοδος Κορυφής του Ελσίνκι επομένως συνέπιπτε με την ευρωπαϊκή αμηχανία έναντι της Τουρκίας και η ελληνική πρόταση προσέφερε μια διέξοδο απ΄το αδιέξοδο.

Με άλλα λόγια, στη «στρατηγική του Ελσίνκι» η κυβέρνηση Σημίτη είχε καταφέρει να αμπαλλάρει και να κάνει αποδεκτές δύο αντίθετες σκοπεύσεις: η ενταξιακή πορεία της Κύπρου απεγκλωβιζόταν από τις διαδικασίες λύσης του Κυπριακού, ενώ στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας εγκλωβίζονταν οι διαδικασίες λύσης των ελληνοτουρκικών!
Φυσικά η τουρκική κυβέρνηση αποδέχθηκε με δυσανεξία την πρόταση του Ελσίνκι και μόνον αφού οι 15 διέκοψαν τη σύνοδο Κορυφής και μετέβη η Τρόικα στην Άγκυρα - για διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση Ετζεβίτ. Ο Ρ.Ντενκτάς άλλωστε, ακριβώς επειδή ένιωσε αποδυναμωμένος, εκβίασε προβλέποντας ναυάγιο στις επικείμενες συνομιλίες της Νέας Υόρκης…
Από την επομένη του Ελσίνκι εξάλλου, η Αθήνα ήρθε σε επαφή με την Άγκυρα για να στρώσουν μαζί τον δρόμο ενόψει της προσφυγής στη Χάγη «το αργότερο το 2004». Οι συνομιλίες των εκπροσώπων των δύο χωρών για να διαμορφωθεί το περιεχόμενο του συνυποσχετικού επαναλήφθηκαν πάνω από 50 φορές και το περίγραμμα σιγά-σιγά καθορίστηκε.

Στο πλήρωμα του χρόνου ωστόσο, το 2004, η εικόνα αντιστράφηκε. Στα ηνία της ελληνικής κυβέρνησης βρέθηκε τότε ο Κ.Καραμανλής και στην κρίσιμη σύνοδο των Βρυξελλών (Δεκέμβριος 2004), ο έλληνας πρωθυπουργός αποδέχθηκε να ξεκινήσει η Τουρκία τις ενταξιακές συνομιλίες χωρίς να έχει ανταποκριθεί στη δέσμευση για προσφυγή στη Χάγη. Όταν ρωτήθηκε μάλιστα στη συνέντευξη Τύπου, ο κ.Καραμανλής είχε δηλώσει: «πιστεύω ότι οι ασφυκτικοί χρονικοί περιορισμοί δεν βοηθούν. Με τη συμφωνία μας σήμερα, διασφαλίσαμε την προοπτική να αναζητήσουμε πράγματι την εξομάλυνση των λειτουργικών σχέσεων, χωρίς μια ασφυκτική προθεσμία».

Κατόπιν τούτου, οι 25 ηγέτες συμφώνησαν να κηρυχθεί η έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας τον Οκτώβριο του 2005 - αποσυνδέοντας οριστικά τα ευρωτουρκικά απ΄τα ελληνοτουρκικά.
Στη σύντομη αυτή υπόμνηση της ιστορίας αξίζει να προστεθεί, ότι αν είχε το 2004 τηρηθεί το ραντεβού της Χάγης, ακόμη κι αν ο ρούς της ιστορίας κατέληγε στη σημερινή εικόνα αναστολής των ευρωτουρκικών συνομιλιών, τα ελληνοτουρκικά θα είχαν πιθανότατα επιλυθεί αφού θα είχαν ενταχθεί στις διαδικασίες του συστήματος του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Σήμερα λοιπόν βλέπουμε, ότι η ατυχής επιλογή του Κ.Καραμανλή το 2004, αφήνει έκθετες στη συγκυρία τις πιθανότητες αναζωπύρωσης μιας κρίσης στο Αιγαίο. Διότι αν είχε λυθεί στη Χάγη το καθεστώς του Αιγαίου, η Αθήνα δεν θα βρισκόταν σήμερα αντιμέτωπη με την υπεροψία της Τουρκίας - που διαγράφει απ΄τον χάρτη τις υφαλοκρηπίδες της Ρόδου, της Κάσου, της Καρπάθου και της Κρήτης, προκειμένου να γειτνιάσει η ίδια με τη Λιβύη…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ