Σε κάπως διαφορετικό σκηνικό κινήθηκε φέτος η ετήσια δεξίωση της Προεδρίας για την επέτειο αποκατάστασης της δημοκρατίας, αφού οι έκτακτες καιρικές συνθήκες μετέθεσαν αναγκαστικά την εκδήλωση στο εσωτερικό του ιστορικού κτιρίου της Ηρώδου Αττικού.
Το λιμπρέτο όμως αυτής της παράστασης παραμένει σταθερά το ίδιο. Πηγαδάκια για σχολιασμό των πολιτικών εξελίξεων, προσπάθειες των δημοσιογράφων να εκμαιεύσουν κάποια πικάντικη δήλωση του Πρωθυπουργού και των πολιτικών αρχηγών, λαμπερές εμφανίσεις και haute couture.
Όπως πάντα όμως λείπει μια ουσιαστική συζήτηση για το αντικείμενο, ή έστω την αφορμή, της εκδήλωσης που είναι η δημοκρατία. Από εκείνη τη δραματική νύχτα της 23ης προς 24η Ιουλίου 1974, όταν η εγκληματική χούντα του Ιωαννίδη παρέδωσε την εξουσία στους πολιτικούς, μέχρι και σήμερα έχουν περάσει 52 χρόνια, στα οποία η χώρα πέρασε από το στάδιο της στυγνής δικτατορίας στο καθεστώς της πλήρους δημοκρατίας, όπως επιβεβαιώνουν και οι διεθνείς οργανισμοί.
Αυτή την “πλήρη” δημοκρατία έχουμε προφανώς και την επιθυμία αλλά και την υποχρέωση να την γιορτάζουμε και να την τιμούμε όπως της πρέπει και της αξίζει. Παράλληλα όμως με τον εορτασμό, θα πρέπει να κάνουμε και έναν ειλικρινή απολογισμό για την κατάσταση και την ποιότητα της δημοκρατίας σήμερα στη χώρα. Διότι πλήρης δημοκρατία δεν σημαίνει και άψογη δημοκρατία. Ενώ στο επίπεδο της τυπικής λειτουργίας των θεσμών βρισκόμαστε σε πολύ καλό επίπεδο, υπάρχουν εν τούτοις σοβαρά ζητήματα στο επίπεδο της ουσιαστικής απόδοσης των θεσμών και της οργανικής τους ανεξαρτησίας.
Το γεγονός ότι υπάρχει πολύ μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στην αντικειμενική κατάσταση των θεσμών της δημοκρατίας και στο πως αντιλαμβάνεται η πλειοψηφία της κοινωνίας την ποιότητα της δημοκρατίας, και δεν μπορεί και δεν πρέπει να αφήσει κανέναν αδιάφορο. Σε όλες τις έρευνες της κοινής γνώμης καταγράφεται πολύ χαμηλός βαθμός εμπιστοσύνης στα πολιτικά κόμματα, το Κοινοβούλιο, τα μέσα ενημέρωσης, το κράτος και τη δικαιοσύνη. Ιδιαίτερα στη νέα γενιά καταγράφονται συντριπτικά χαμηλά νούμερα εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ενώ σημειώνεται και μια ισοπεδωτική αντίληψη απαξίωσης εν γένει της πολιτικής.
Παράλληλα λοιπόν με τους και θεμιτούς και επιθυμητούς εορτασμούς για τη δημοκρατία, υπάρχει προφανής ανάγκη μιας ουσιαστικής όσμωσης για τα βήματα που είναι αναγκαία ώστε και να βελτιωθούν και ισχυροποιηθούν οι δημοκρατικοί θεσμοί, αλλά και να αυξηθεί ο βαθμός εμπιστοσύνης της κοινωνίας στους φορείς του πολιτεύματος. Μια καλή ευκαιρία για την έναρξη μιας τέτοιας συζήτησης ήταν η διαδικασία που εκκίνησε η ΝΔ στη Βουλή για την αναθεώρηση συγκεκριμένων άρθρων του Συντάγματος. Ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με τις προτάσεις της συμπολίτευσης, η διαδικασία αυτή ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να καταγραφούν οι τομείς του συνταγματικού πλαίσιου που χρειάζονται βελτίωση και εκσυγχρονισμό και να κατατεθούν κάποιες πρώτες προτάσεις.
Αντ’ αυτού είδαμε την περασμένη Παρασκευή μια ακόμη αντιπαράθεση της αντιπολίτευσης με την κυβέρνηση για τα διαδικαστικά ζητήματα της αναθεώρησης και τα πεπραγμένα της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, ενώ ακούσαμε πολύ λίγα για το ποιές είναι οι κρίσιμες θεσμικές αλλαγές που θα ενισχύσουν τους θεσμούς, θα βελτιώσουν τη λειτουργία του κράτους και θα αυξήσουν τον βαθμό εμπιστοσύνης των πολιτών στο πολιτικό σύστημα. Είναι εν μέρει κατανοητή η έλλειψη εμπιστοσύνης της αντιπολίτευσης απέναντι στην κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική συζήτηση.
Σήμερα το απόγευμα θα διεξαχθεί στη Βουλή η πρώτη ψηφοφορία για τα προτεινόμενα προς αναθεώρηση άρθρα του Συντάγματος. Όπως φάνηκε και από τη συνεδρίαση της Παρασκευής, μόνο η Νέα Δημοκρατία θα ψηφίσει υπέρ της πρότασης αναθεώρησης, ενώ το ΠΑΣΟΚ θα δηλώσει “παρών” και η ελάσσονα αντιπολίτευση θα καταψηφίσει. Το ίδιο δε αναμένεται να συμβεί και στη δεύτερη ψηφοφορία που προβλέπεται θα διεξαχθεί στα τέλη Αυγούστου. Την τελική διαμόρφωση των αναθεωρητέων άρθρων θα κληθεί τελικά να διατυπώσει η επόμενη Βουλή, αλλά με αυξημένη πλειοψηφία 180 εδρών.
Ανεξάρτητα όμως από την αναθεώρηση του Συντάγματος, και αν θα βρεθούν τελικά οι απαραίτητες συναινέσεις στην επόμενη Βουλή, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένα πράγματα που μπορούν να γίνουν άμεσα με ευθύνη και των πολιτικών δυνάμεων αλλά και των ίδιων των θεσμών. Ένα πρώτο χειρεύον ζήτημα είναι η πλήρωση των διοικήσεων των δύο Ανεξάρτητων Αρχών, του Συνηγόρου του Πολίτη και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων που παραμένουν ακέφαλες εδώ και πολλούς μήνες, λόγω ασυμφωνίας μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ κυρίως, στα πρόσωπα που θα επιλεγούν.
Ένα δεύτερο, αλλά πολύ πιο σημαντικό ζήτημα είναι η διαφάνεια στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων της δικαιοσύνης. Η νέα ηγεσία του Αρείου Πάγου, η οποία εκλέχθηκε με απολύτως αδιάβλητες διαδικασίες, θα πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες εξωστρέφειας, ώστε οι πολίτες να κατανοούν σε απλά ελληνικά το σκεπτικό βάσει του οποίου λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις σε υποθέσεις μείζονος σημασίας. Είναι εθνικής σημασίας ζήτημα η αποκάτασταση της εμπιστοσύνης του πολίτη προς τη δικαιοσύνη. Ένα ζήτημα που εξαρτάται βέβαια και από την μείωση του χρόνου απονομής της δικαιοσύνης, όπου όντως γίνονται σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση.
Μπαίνοντας πλέον στον 53ο της χρόνο, η ελληνική δημοκρατία είναι πλέον ώριμη και ανθεκτική, αλλά έχει αποκτήσει και κάποιες ρυτίδες, οι οποίες δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν με botox ή με lifting, αλλά με εξυγίανση και καλές πρακτικές. Και οι ευθύνες ανήκουν σε όλους. Πολιτικούς, θεσμικούς παράγοντες και πολίτες, στο μέτρο που αναλογούν στον καθένα. Χρόνια της πολλά.