Με κριτική τόσο για τη διαδικασία όσο και για την εκλογή του προέδρου της, Μάκη Βορίδη, ξεκίνησε τις εργασίες της η διακομματική Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Ως μέλος της Επιτροπής, η Ζωή Κωνσταντοπούλου εξέφρασε τη διαφωνία της με την εκλογή του Μάκη Βορίδη στην προεδρία, ζητώντας μάλιστα να αποκαλυφθεί ποιοι δύο βουλευτές της αντιπολίτευσης τον υπερψήφισαν.
Με ψυχραιμία ο πρόεδρος της Επιτροπής, Μάκης Βορίδης, σχολίασε: «Η αντιπολίτευση δεν με συμπαθεί, έχει καταστεί σαφές αυτό… Δεν με ψηφίσατε για πρόεδρο, δεν θα ψάξουμε τους δύο που με υπερψήφισαν. Είναι άχαρο αυτό σε σχέση με το μέγεθος του έργου που αναλαμβάνουμε».
Συνεχίζοντας την προσωπική επίθεση, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας κατήγγειλε ότι ο Μάκης Βορίδης έχει «καταγεγραμμένη παρουσία αντιπαράθεσης με τη δημοκρατική λειτουργία» και ότι «έχει ψευδορκήσει στην εξεταστική του ΟΠΕΚΕΠΕ», αρνούμενη να νομιμοποιήσει τη διαδικασία εκ μέρους της Πλεύσης Ελευθερίας. «Είναι ύβρις, είναι ακραία προσβολή η εκλογή του», όπως είπε.
Ανοιχτή η ΝΔ σε προσθήκη άρθρων προς αναθεώρηση
Για τον προγραμματισμό των εργασιών της Επιτροπής, που ήταν το βασικό θέμα της συνεδρίασης, ο Μάκης Βορίδης πρότεινε τριπλές εβδομαδιαίες συνεδριάσεις και ανακοίνωσε ότι τα μέλη συμφώνησαν να παραιτηθούν από την ειδική αποζημίωση που προβλέπεται. Επιπλέον, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άρθρα που προτείνει η αντιπολίτευση -αλλά δεν περιλαμβάνονται στη «γαλάζια» πρόταση- να εισαχθούν προς συζήτηση με 50 υπογραφές από την πλειοψηφία, σε μια χειρονομία καλής θέλησης για την επίτευξη συναίνεσης.
Ενστάσεις για την επιλογή Βορίδη
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτης Δουδωνής παραδέχθηκε ότι «υπάρχουν ενστάσεις ως προς το πρόσωπο» του προέδρου, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι συναινέσεις πρέπει να επιτευχθούν στη δεύτερη Βουλή.
Ο Γιώργος Γαβρήλος από τον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε την επιλογή του Μάκη Βορίδη ως «τρολάρισμα» της αναθεώρησης εκ μέρους του πρωθυπουργού, ενώ ο Γιάννης Γκιόκας του ΚΚΕ στιγμάτισε τις «φαστ τρακ διαδικασίες».
«Ο χρόνος είναι υπερεπαρκής» ήταν η απάντηση του Μάκη Βορίδη, ο οποίος επικαλέστηκε το προηγούμενο της Αναθεώρησης του 2019.