Με την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων να επιστρέφει στο επίκεντρο των Βρυξελλών, η Αθήνα επιχειρεί να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο ενόψει και της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ το 2027.
Οι περιοδείες Μητσοτάκη και η αυξημένη διπλωματική κινητικότητα αποτυπώνουν τη στρατηγική της κυβέρνησης να συνδέσει τη διεύρυνση με την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής, την ώρα που ανοιχτές εκκρεμότητες σε Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία εξακολουθούν να φρενάρουν την ενταξιακή διαδικασία.
Με την ενεργειακή συνεργασία, την άμυνα και τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κυριαρχούν στην ατζέντα, η πρόσφατη βαλκανική περιοδεία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη σε Βουλγαρία και Μαυροβούνιο ήρθε να επιβεβαιώσει την προσπάθεια της Αθήνας να επαναδραστηριοποιηθεί δυναμικά στα Δυτικά Βαλκάνια, σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής επανέρχεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στις Βρυξέλλες.
Οι επαφές του Έλληνα πρωθυπουργού στη Σόφια, η συμμετοχή του στο δείπνο των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Δυτικών Βαλκανίων στο Τίβατ του Μαυροβουνίου, αλλά και η συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ανέδειξαν τη βούληση της ελληνικής κυβέρνησης να συνδέσει τη διεύρυνση της ΕΕ με την περιφερειακή σταθερότητα, την ενεργειακή ασφάλεια και την οικονομική διασύνδεση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρωπαϊκή περιφέρεια και η ανάγκη της ΕΕ να ενισχύσει την επιρροή της σε μια περιοχή όπου εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται ανταγωνιστικοί διεθνείς παράγοντες έχουν επαναφέρει τη διεύρυνση ως στρατηγική προτεραιότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιχειρεί να αναδείξει τον εαυτό της ως έναν από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης των Δυτικών Βαλκανίων, επαναφέροντας στο προσκήνιο έναν ρόλο που είχε αναλάβει ήδη από το 2003 με την Ατζέντα της Θεσσαλονίκης, όταν κατά την ελληνική προεδρία της ΕΕ κατοχυρώθηκε πολιτικά η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της περιοχής.
Η Αθήνα ως γέφυρα ΕΕ - Δυτικών Βαλκανίων
Η Αθήνα θεωρεί ότι η ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων δεν αποτελεί μόνο ευρωπαϊκή υποχρέωση αλλά και ζήτημα άμεσου εθνικού ενδιαφέροντος. Η δημιουργία ενός σταθερού θεσμικού περιβάλλοντος στα βόρεια σύνορα της χώρας, η ανάπτυξη ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών και η ενίσχυση των οικονομικών δεσμών με τις γειτονικές χώρες αποτελούν βασικούς άξονες της ελληνικής στρατηγικής. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά τις συνομιλίες στη Σόφια δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στον λεγόμενο Κάθετο Διάδρομο, το σχέδιο που συνδέει την Ελλάδα με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία μέσω ενεργειακών και μεταφορικών δικτύων, με την ελληνική πλευρά να προβάλλει τον ρόλο της χώρας ως πύλης εισόδου ενέργειας και εμπορίου προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Παράλληλα, η ελληνική διπλωματία εμφανίζεται αποφασισμένη να αξιοποιήσει την ανάληψη της προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δεύτερο εξάμηνο του 2027, προκειμένου να διατηρήσει τη διεύρυνση ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Οι περιοδείες του Κυριάκου Μητσοτάκη και οι συνεχείς επαφές του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στα Δυτικά Βαλκάνια εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η ελληνική πρωτοβουλία για τη Διακήρυξη των Δελφών, η οποία υιοθετήθηκε τον Απρίλιο με τη συμμετοχή της Ελλάδας και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, σηματοδοτώντας την προσπάθεια της Αθήνας να επαναφέρει τη διεύρυνση στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας. Η Διακήρυξη επαναβεβαίωσε τη δέσμευση όλων των πλευρών στην ευρωπαϊκή προοπτική της περιοχής και ανέδειξε την ελληνική φιλοδοξία να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης των Δυτικών Βαλκανίων ενόψει και της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027. Η συμμετοχή του Έλληνα ΥΠΕΞ στη σύνοδο της «Ομάδας Φίλων των Δυτικών Βαλκανίων» στη Μπρατισλάβα αποτελεί μία ακόμη ένδειξη της προσπάθειας της Αθήνας να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στις σχετικές διεργασίες. Στην Αθήνα δεν κρύβουν ότι επιθυμούν η Ελλάδα να λειτουργήσει ως επισπεύδουσα δύναμη της διεύρυνσης τα επόμενα χρόνια, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες που θα διατηρήσουν το θέμα ψηλά στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Η ενίσχυση των επαφών με τις κυβερνήσεις των Δυτικών Βαλκανίων, η συμμετοχή σε περιφερειακά σχήματα συνεργασίας και η φιλοξενία διεθνών συναντήσεων για το μέλλον της περιοχής εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική, με την Αθήνα να επιδιώκει να διαδραματίσει ρόλο γέφυρας μεταξύ Βρυξελλών και Βαλκανίων.
ΕΕ: Το Μαυροβούνιο πρώτο στη γραμμή ένταξης στα Δυτικά Βαλκάνια
Παρά τις δυσκολίες, στις Βρυξέλλες εκτιμάται ότι ορισμένες χώρες της περιοχής βρίσκονται πιο κοντά στην ένταξη από άλλες. Το Μαυροβούνιο, το οποίο φιλοξένησε και το πρόσφατο δείπνο των ηγετών της ΕΕ και των Δυτικών Βαλκανίων στο Τίβατ, θεωρείται η πλέον ώριμη υποψήφια χώρα για να αποτελέσει το επόμενο μέλος της Ένωσης, έχοντας καταγράψει τη μεγαλύτερη πρόοδο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Μάλιστα, σε ευρωπαϊκούς κύκλους θεωρείται το πιθανότερο κράτος των Δυτικών Βαλκανίων να ενταχθεί πρώτο στην ΕΕ μέσα στα επόμενα χρόνια, εφόσον διατηρηθεί ο σημερινός ρυθμός μεταρρυθμίσεων. Αμέσως μετά ακολουθεί η Αλβανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει επιταχύνει την ενταξιακή της πορεία, χωρίς ωστόσο να έχουν εξαλειφθεί πλήρως οι ανησυχίες που αφορούν το κράτος δικαίου και την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων. Για την Αθήνα, τα ζητήματα που σχετίζονται με την ελληνική εθνική μειονότητα και τις περιουσίες στη Χειμάρρα εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική εκκρεμότητα, η επίλυση της οποίας συνδέεται με την πλήρη εναρμόνιση της Αλβανίας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Ωστόσο, παρά τη νέα δυναμική που καταγράφεται γύρω από τη διεύρυνση, τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά. Στην περίπτωση της Αλβανίας, παρά τη βελτίωση των διμερών σχέσεων τα τελευταία χρόνια, ζητήματα που αφορούν την ελληνική εθνική μειονότητα εξακολουθούν να παρακολουθούνται στενά από την Αθήνα και να συνδέονται με την πορεία των Τιράνων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ένταση στη Σβέρνιτσα, όπου μέλη της ελληνικής ομογένειας διαμαρτύρονται για την καταπάτηση περιουσιών τους, κάνοντας λόγο για παρεμβάσεις που συνδέονται με σχέδια τουριστικής αξιοποίησης της περιοχής. Το ζήτημα επαναφέρει στο προσκήνιο τις ανησυχίες της ελληνικής πλευράς για την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων της μειονότητας και την πλήρη εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων κράτους δικαίου.
Βόρεια Μακεδονία, Σερβία, Βοσνία: Οι προκλήσεις της ευρωπαϊκής ένταξης
Την ίδια στιγμή, η Βόρεια Μακεδονία παραμένει αντιμέτωπη με ένα διαφορετικό εμπόδιο. Αν και η Συμφωνία των Πρεσπών επέτρεψε την άρση των ελληνικών αντιρρήσεων και άνοιξε τον δρόμο για την έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας, η χώρα βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένη στη διαμάχη με τη Βουλγαρία. Η Σόφια επιμένει στη συνταγματική αναγνώριση του βουλγαρόφωνου πληθυσμού της Βόρειας Μακεδονίας ως βουλγαρικής μειονότητας, καθώς και στην εφαρμογή συμφωνηθέντων που αφορούν ιστορικά και ταυτοτικά ζητήματα, με αποτέλεσμα η ενταξιακή διαδικασία να παραμένει ουσιαστικά παγωμένη.
Ακόμη πιο σύνθετη εμφανίζεται η περίπτωση της Σερβίας. Παρά το γεγονός ότι το Βελιγράδι συνεχίζει να παρουσιάζει την ένταξη στην ΕΕ ως στρατηγικό στόχο, οι στενοί πολιτικοί, ενεργειακοί και ιστορικοί δεσμοί με τη Ρωσία εξακολουθούν να προκαλούν προβληματισμό στις Βρυξέλλες. Η μη ευθυγράμμιση της Σερβίας με το καθεστώς κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Μόσχας μετά την εισβολή στην Ουκρανία θεωρείται από αρκετά κράτη-μέλη βασικό εμπόδιο για την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ το ζήτημα του Κοσόβου εξακολουθεί να αποτελεί μία ακόμη ανοιχτή εκκρεμότητα.
Στα παραπάνω προστίθενται οι χρόνιες πολιτικές δυσλειτουργίες στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, καθώς και οι επιφυλάξεις που εξακολουθούν να εκφράζονται σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες απέναντι σε μια νέα μεγάλη διεύρυνση της Ένωσης. Παρά τα εμπόδια, όμως, η αίσθηση που επικρατεί ολοένα και περισσότερο στους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι ότι η διεύρυνση έχει αποκτήσει εκ νέου γεωπολιτική διάσταση και αντιμετωπίζεται πλέον ως εργαλείο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής σταθερότητας και ασφάλειας.
Η Ελλάδα διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στα Δυτικά Βαλκάνια
Για την Αθήνα, το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά επιδιώκει να αναδείξει τον ρόλο της ως γέφυρας μεταξύ Βρυξελλών και Βαλκανίων και από την άλλη να συνδέσει τη διεύρυνση με μια ευρύτερη στρατηγική που περιλαμβάνει την ενεργειακή ασφάλεια, τις μεταφορικές διασυνδέσεις και τη γεωπολιτική θωράκιση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η περιοδεία του Κυριάκου Μητσοτάκη και η αυξημένη διπλωματική κινητικότητα των τελευταίων μηνών δείχνουν ότι η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή αυτής της συζήτησης, φιλοδοξώντας να διαδραματίσει ρόλο επισπεύδουσας δύναμης για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων ενόψει και της ελληνικής προεδρίας του 2027.