Με την πρωτιά να δείχνει δεδομένη ακόμη και σε συνθήκες πολιτικής φθοράς για την κυβέρνηση, το πραγματικό διακύβευμα μεταφέρεται στη δεύτερη θέση. Εκεί, η αντιπολίτευση εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης ρευστότητας, με τρεις παίκτες να διεκδικούν τον ίδιο πολιτικό χώρο.
Ακόμη και σε ένα σενάριο χαμηλού πολιτικού βαρόμετρου για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όλα δείχνουν ότι η πρωτιά στις επόμενες εκλογές για τη ΝΔ παραμένει ασφαλής. Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, μετατοπίζεται στο ποιος θα καταλάβει τη δεύτερη θέση. Και εκεί ακριβώς καταγράφεται πλέον ένα πρωτοφανές μπέρδεμα, με την αντιπολίτευση να βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς αναδιάταξης.
Εφόσον επιβεβαιωθούν τα διαθέσιμα ευρήματα, και οι τρεις βασικοί παίκτες φαίνεται να κινούνται στο ίδιο περίπου εύρος, μεταξύ 12% και 14%. Πρόκειται για μια εξαιρετικά στενή ζώνη, μέσα στην οποία ακόμη και μικρές μετακινήσεις μπορούν να ανατρέψουν πλήρως την κατάταξη. Η δεύτερη θέση, όπως όλα δείχνουν, θα κριθεί τελικά στο ποιος θα καταφέρει να πιάσει -ή έστω να πλησιάσει περισσότερο- το ανώτερο άκρο ενός εύρους από το 10% έως το 14%. Σε ένα τόσο συμπιεσμένο πεδίο, οι διαφορές παύουν να είναι πολιτικές και μετατρέπονται σε καθαρά αριθμητικές.
Αλλάζει το πολιτικό τοπίο το κόμμα της Καρυστιανού
Μέχρι την εμφάνιση του κόμματος που εκφράζει η Μαρία Καρυστιανού, η μάχη για τη δεύτερη θέση φαινόταν να εξελίσσεται σε ένα σχετικά καθαρό δίπολο ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Η δυναμική που έχει δημιουργήσει, όμως, η Καρυστιανού αλλάζει ριζικά το τοπίο και μετατρέπει τον ανταγωνισμό σε τριπλό ντέρμπι, χωρίς καθαρό φαβορί.
Η ιδιαιτερότητα της Καρυστιανού έγκειται στο ότι εκφράζει τη βαθιά κοινωνική δυσπιστία και τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα συνολικά. Αυτό της επιτρέπει να απευθύνεται σε ψηφοφόρους από όλο το πολιτικό φάσμα, γεγονός που εξηγεί και τη σύσσωμη –αλλά ανομοιογενή– αντίδραση της αντιπολίτευσης. Το ΚΚΕ και η Ελληνική Λύση επέλεξαν την ευθεία σύγκρουση, ενώ η Ζωή Κωνσταντοπούλου κινήθηκε με αιχμές και προσεκτικές αποστάσεις.
Εύθραυστο το σκηνικό στο ΠΑΣΟΚ
Για το ΠΑΣΟΚ, το σκηνικό παραμένει εύθραυστο, ωστόσο το κόμμα μοιάζει ανθεκτικό στις πιέσεις. Η εκλογική του δυναμική μπορεί να πιεστεί προς τα κάτω εάν χάσει περίπου μία μονάδα προς το κόμμα Καρυστιανού και επιπλέον 1-2 μονάδες προς το κόμμα Τσίπρα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το αφήγημα της σταθερής δεύτερης θέσης καταρρέει και τη θέση του παίρνει ο κίνδυνος μιας αιφνιδιαστικής υποχώρησης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης μπορεί, θεωρητικά, να περάσει από το σενάριο του «πρώτου της αντιπολίτευσης, έστω και οριακά», σε εκείνο του τέταρτου, υπολειπόμενος ακόμη και μιας ψήφου από τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού.
Τι συμβαίνει με το κόμμα Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ
Την ίδια ώρα, ούτε το κόμμα Τσίπρα δείχνει ικανό να απογειωθεί. Από τη μία πλευρά, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί –τουλάχιστον προς το παρόν– να αντιστέκεται αποτελεσματικά στην προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού να κυριαρχήσει στον χώρο. Από την άλλη, η δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ δεν μετακινείται στο σύνολό της: εκτιμάται ότι μόλις το 50% των ψηφοφόρων του ακολουθούν τον Αλέξη Τσίπρα, γεγονός που περιορίζει το εκλογικό του ταβάνι.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα, επιχειρεί μια πιο σύνθετη απάντηση απέναντι στο φαινόμενο Καρυστιανού: στήριξη στον αγώνα για δικαιοσύνη, αλλά ταυτόχρονα απόρριψη της αποδόμησης της πολιτικής του διαδρομής και έμφαση στην ανάγκη η πολιτική να διαθέτει ιδεολογικό πρόσημο και προοδευτικό πρόγραμμα. Σε διαφορετική γραμμή κινείται ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος –παρότι υπήρξε ο βασικός αποδέκτης των σκληρότερων επιθέσεων– δεν δείχνει διάθεση να απαντήσει σε υψηλούς τόνους. Η στάση αυτή ερμηνεύεται ως συνειδητή επιλογή, με το βλέμμα στραμμένο στη συνολική αναδιάταξη του χώρου και όχι στη συγκυριακή αντιπαράθεση.
Στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού εκτιμούν ότι η προσήλωση της Καρυστιανού σε μια ρητορική που συνομιλεί με την άκρα δεξιά και η συντηρητική ατζέντα που υιοθετεί, δημιουργούν χώρο για να απευθυνθεί σε πιο κεντρώα και κεντροαριστερά ακροατήρια. Εκεί θεωρείται ότι βρίσκεται το κρίσιμο εκλογικό μέγεθος που μπορεί να του δώσει τη δυνατότητα να διεκδικήσει τη δεύτερη θέση.
Προσεκτικά βήματα για το ΠΑΣΟΚ
Το ΠΑΣΟΚ, από την πλευρά του, εμφανίζεται πλέον πιο προσεκτικό. Μετά τις πρόσφατες κινήσεις που εξέπεμπαν διάθεση ανοίγματος προς τα αριστερά, η ηγεσία του επιχειρεί να βάλει –τουλάχιστον δημοσίως– ένα τέλος στη σχετική συζήτηση, προτάσσοντας σταθερά την ανάγκη αυτόνομης πορείας και αποφεύγοντας την εικόνα υποχώρησης σε εσωκομματικές πιέσεις. Η συζήτηση, ωστόσο, δεν έχει πραγματικά κλείσει· περισσότερο έχει «παγώσει», την ώρα που στο παρασκήνιο εντείνονται οι ζυμώσεις για μια πλαγιοκόπηση του Αλέξη Τσίπρα μέσω διαύλων με στελέχη της Νέας Αριστεράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Νίκος Ανδρουλάκης διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με τον Αλέξη Χαρίτση όσο και με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτη Φάμελλο, εξετάζοντας διακριτικά τα περιθώρια μιας πιο θεσμικής και λιγότερο προσωποκεντρικής συνεννόησης.
Σε αυτό το περιβάλλον, το νέο στοιχείο που εισάγει η Καρυστιανού λειτουργεί ως καταλύτης ανατροπών. Η παρουσία της δεν αφαιρεί απλώς ποσοστά, αλλά αλλάζει τη γεωμετρία του ανταγωνισμού, καθιστώντας τη δεύτερη θέση ανοιχτή μέχρι τέλους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, όσο η πρωτιά δείχνει κλειδωμένη, η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να βρίσκεται σε δίνη , με τη μάχη της δεύτερης θέσης να κρίνεται στη λεπτομέρεια.