fbpx Προανακριτική: Τα όρια της ερμηνείας | ΠΟΛΙΤΙΚΗ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ

Προανακριτική: Τα όρια της ερμηνείας

11|11|2019 | 14:39


Από το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο (άρθρο 86 Συντ., ν. 3126/2003, άρθρο 156 ΚανΒ, άρθρα 14-15 ΚΠΔ), δεν προκύπτει «μία και μοναδική ορθή λύση» στο ερώτημα αν ο θεσμός της εξαίρεσης δικαστικών προσώπων, κατά τα άρθρα 14-15 ΚΠΔ, βρίσκει εφαρμογή και στην περίπτωση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής του άρθρου 86 § 3 Συντάγματος, της λεγόμενης «προανακριτικής».

Σύμφωνα με το άρθρο 156 § 4 ΚανΒ η ανωτέρω κοινοβουλευτική επιτροπή «έχει όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα πρωτοδικών, όταν αυτός διενεργεί προκαταρκτική εξέταση». Όμως αυτός ο «παραλληλισμός των εξουσιών» μεταξύ της προανακριτικής επιτροπής και του εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά την άσκηση προκαταρκτικής εξέτασης εκ μέρους της, στο πλαίσιο της διαδικασίας ποινικής δίωξης κατά Υπουργού ή Υφυπουργού κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, δεν καθιστά eo ipso την προανακριτική επιτροπή ένα αμιγώς δικαστικό όργανο, αφού αυτή έχει συγχρόνως και πολιτική φύση, λόγω της σύνθεσής της, στην οποία δεν μετέχουν δικαστικά πρόσωπα αλλά μόνον βουλευτές.

Μάλιστα, εν όψει του άρθρου 156 § 2 ΚανΒ, το οποίο προβλέπει ότι στην προανακριτική έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης όλες οι κατά τον Κανονισμό της Βουλής αναγνωριζόμενες Κοινοβουλευτικές Ομάδες, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η μόνη εγγύηση αμεροληψίας της προανακριτικής είναι η «συμψηφιστική αμεροληψία» της, που διασφαλίζεται με την παρουσία σε αυτήν εκπροσώπων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Υπό την εκδοχή αυτή, που δίνει βάρος στην πολιτική όψη της προανακριτικής, ο θεσμός της εξαίρεσης δικαστικών προσώπων κατά τα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ, δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στο πλαίσιό της. Από τη στιγμή όμως που ο Κανονισμός της Βουλής δεν αποκλείει ρητά την εφαρμογή του θεσμού της εξαίρεσης, είναι εξίσου εύλογο να δεχθούμε ότι ορισμένοι τουλάχιστον λόγοι εξαίρεσης ή αποκλεισμού κατά τα άρθρα 14 και 15 ΚΠΔ, ισχύουν και για τα μέλη της προανακριτικής.

Για παράδειγμα, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτή η συμμετοχή στην προανακριτική βουλευτή που έχει συγγενικό δεσμό με τον Υπουργό ή τον Υφυπουργό κατά του οποίου στρέφεται η πρόταση ποινικής δίωξης, ενώ ζήτημα εξαίρεσης τίθεται αναμφίβολα και για μέλος της επιτροπής εφόσον κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας στην ίδια υπόθεση. Κατά τη γνώμη μου, λόγος αποκλεισμού συμμετοχής στην προανακριτική συντρέχει και για όλα τα μέλη της Κυβέρνησης, της οποίας ήταν μέλος ο υπό δίωξη Υπουργός ή Υφυπουργός κατά την περίοδο τέλεσης των επίμαχων πράξεων, αφού ειδικώς στα πρόσωπα αυτά, λόγω της αρχής της υπουργικής αλληλεγγύης, δικαιολογείται δυσπιστία ως προς το αμερόληπτο της κρίσης τους.

Όλα αυτά όμως θα έπρεπε να τα προβλέπει ο Κανονισμός της Βουλής, αφού οι λόγοι αποκλεισμού και εξαίρεσης που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προσιδιάζουν κατ’ αρχήν σε αμιγώς δικαστικά όργανα και όχι σε πολιτικο-δικαστικά, όπως η προανακριτική επιτροπή.

Ο Κανονισμός της Βουλής θα έπρεπε επίσης να προβλέπει και το αρμόδιο όργανο για την εξέταση της αίτησης εξαίρεσης. Ένα τέτοιο όργανο θα μπορούσε να είναι το δικαστικό συμβούλιο, το οποίο όμως ενεργοποιείται σε μεταγενέστερη φάση, μετά την απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης. Εάν η προανακριτική θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των εξεταστικών επιτροπών του άρθρου 68 § 2 Συντ., οι οποίες επίσης έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών (άρθρο 145 ΚανΒ), θα μπορούσε το όργανο αυτό να είναι η ίδια προανακριτική επιτροπή, κάτι το οποίο έγινε δεκτό από το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής στη γνωμοδότησή του της 4.2.2010, σε παρεμφερή υπόθεση ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής.

Από τη στιγμή όμως που τίποτε από όλα αυτά δεν προβλέπεται στον Κανονισμό της Βουλής, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι είναι ορθή ή λανθασμένη η μία ή η άλλη εκδοχή, δηλαδή ότι το άρθρο 156 § 4 ΚανΒ θέλει την εφαρμογή του θεσμού της εξαίρεσης ή την αποκλείει. Εν αμφιβολία, η «τελευταία λέξη» για την ερμηνεία του άρθρου 156 § 4 ΚανΒ ανήκει στον Πρόεδρο της Βουλής, η άποψη του οποίου θα πρέπει να γίνει σεβαστή από όλες τις πλευρές. Αυτό απαιτεί το κοινοβουλευτικό fair play.

*Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
ΣΧΟΛΙΑ