Δύο παρεμβάσεις στο Φόρουμ των Δελφών έδωσαν μια νέα, απρόβλεπτη διάσταση στην πολιτική αντιπαράθεση.
Από τη μια ο Νίκος Ανδρουλάκης, που την περασμένη Παρασκευή σημείωνε πως ««εμείς λέμε “ψηφίστε μας”, να έχουμε πολιτική αλλαγή για να κάνουμε την Ελλάδα κανονική ευρωπαϊκή χώρα…Δεσμεύομαι ότι, αν είμαι ο νικητής των εκλογών, θα πάμε σε μια ευρωπαϊκή κανονικότητα». Από την άλλη ο Αλέξης Τσίπρας, απαντώντας στο γιατί επιστρέφει, είπε πως «επιστρέφω τώρα γιατί θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να υπάρξει κανονικότητα και σταθερότητα στον τόπο».
Αίφνης, η σταθερότητα και η κανονικότητα αποκτούν καθολικότητα ως όρος αποδοχής στην πολιτική συζήτηση. Αφετηρία και των δύο είναι βέβαια η δυστοπική εικόνα που περιγράφουν για τη σημερινή κυβέρνηση, με τις χειρότερες δυνατές περιγραφές και την εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη ως επικεφαλής «καθεστώτος» τύπου Όρμπαν. Όμως το πρόβλημα δεν είναι οι λέξεις· είναι το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο αυτές επενεργούν. Και σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκλιση της αντιπολίτευσης στο αίτημα της σταθερότητας τείνει να τη φθείρει, όχι να τη δυναμώνει. Παράδοξο κι όμως αληθινό.
Η κυβερνητική στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας έχει οικοδομηθεί συστηματικά γύρω από το δίλημμα «σταθερότητα ή ρίσκο». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα παρουσιάσει τη σταθερότητα ως εθνικό πλεονέκτημα και προϋπόθεση προόδου. Το σύνθημα άλλωστε αυτό ήταν που κυριάρχησε στις εκλογές του 2023 και έδωσε τη δεύτερη εκλογική νίκη στη ΝΔ. Αλλά η κυβέρνηση, παρά τη φθορά της δεύτερης τετραετίας και τα ανοιχτά μέτωπα, εξακολουθεί να επενδύει στο πολιτικό αυτό μοτίβο, μάλιστα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας και απρόβλεπτων πολεμικών συγκρούσεων στη Μ. Ανατολή. Όταν η αντιπολίτευση αποδέχεται αυτό το δίλημμα, ακόμη κι αν προτείνει «άλλη» ή «καλύτερη» σταθερότητα, νομιμοποιεί τον άξονα σύγκρισης που επέλεξε η κυβέρνηση.
Το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε με πολλούς τρόπους να αποδομήσει το δίλημμα που επίμονα θέτει η κυβερνητική παράταξη. «Στο αφήγημα "Μητσοτάκης ή χάος"» έλεγε η κ.Διαμαντοπούλου σε συνέντευξή της πριν από ένα μήνα «τώρα έχουμε "Μητσοτάκη και χάος"». Είναι τώρα η σειρά του Νίκου Ανδρουλάκη να δώσει νέο νόημα στον όρο, υποστηρίζοντας ότι «σταθερότητα χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία είναι θεσμική σήψη» και ότι η πολιτική αλλαγή αποτελεί προϋπόθεση πραγματικής σταθερότητας. Η παρέμβαση αυτή στοχεύει στην προσέλκυση του Κέντρου και στη διεκδίκηση μετριοπαθών ψηφοφόρων που επιθυμούν ομαλότητα αλλά αποδοκιμάζουν τις κυβερνητικές πρακτικές. Η συνθήκη μοιάζει ικανή αλλά όχι αναγκαία. Κι αυτό, γιατί η κυβέρνηση «επενδύει» στα συνθήματα της σταθερότητας και κανονικότητας, διαθέτοντας και το όπλο της «κυβερνησιμότητας». Παρά τα μεγάλα αγκάθια, παραμένει η μόνη παράταξη που προτάσσει τα πλεονεκτήματα της αυτοδυναμίας και σταθερής μετεκλογικά, κυβέρνησης απέναντι στα αδιέξοδα της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης. Για σύγκριση, ο κ. Ανδρουλάκης περιέγραψε ως εξής την επόμενη μέρα της δικής του «κανονικότητας» στο Φόρουμ των Δελφών σε σχέση με τον εκλογικό του στόχο: «Αν το ΠΑΣΟΚ είναι πρώτο, θα δει ποια κόμματα μπορούν να συμφωνήσουν στο πρόγραμμά του και θα προσπαθήσει να βρει μία συμφωνία για να γίνει κυβέρνηση και να πάει μπροστά η χώρα και με πολιτική αλλαγή και με σταθερότητα». Οπότε το ερώτημα επανέρχεται: με ποιους συμμάχους θα εγγυηθεί την «ευρωπαϊκή κανονικότητα»;
Ακόμη πιο σύνθετη είναι η περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα. Η επιστροφή του στο προσκήνιο συνοδεύτηκε από τη διακήρυξη ότι «δεν υπάρχει κανονικότητα και σταθερότητα στη χώρα» και ότι ο ίδιος επιστρέφει για να αποκαταστήσει και τα δύο. Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι ποια φάση θεωρεί ο κ. Τσίπρας ότι η χώρα ήταν σε κανονικότητα; Μήπως θεωρεί τη δική του περίοδο διακυβέρνησης, δηλαδή το 2015-2019, για την οποία οι τραυματικές μνήμες ιδιαίτερα στη μεσαία τάξη είναι νωπές; Μήπως υπήρξε κανονικότητα την περίοδο μετά την εκλογική του ήττα, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ διατέλεσε για τέσσερα χρόνια αξιωματική αντιπολίτευση με όλα τα δικαιώματα και τις ευκαιρίες; Η ρητορική αυτή λειτουργεί ως γέφυρα προς ακροατήρια που αποζητούν ασφάλεια, αλλά φέρει και το βάρος του παρελθόντος. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου η κυβέρνηση επαναφέρει διαρκώς τον φόβο της «περιπέτειας», η επίκληση της σταθερότητας από τον Τσίπρα κινδυνεύει να μετατραπεί σε άσκηση άμυνας απέναντι σε παγιωμένες μνήμες και όχι σε όχημα πολιτικής αντεπίθεσης.
Το αποτέλεσμα αυτής της γενικευμένης σύγκλισης είναι μια ασύμμετρη ισορροπία: η κοινωνική δυσαρέσκεια αυξάνεται, αλλά η προσδοκία εναλλακτικής εξουσίας παραμένει χαμηλή. Η κυβέρνηση μπορεί να φθείρεται χωρίς να απειλείται σοβαρά, επειδή η αντιπολίτευση δεν πείθει ότι ενσαρκώνει κάτι ποιοτικά διαφορετικό και ταυτόχρονα ασφαλές.
Επιπλέον, η κοινή αναφορά στη «σταθερότητα» δεν παράγει ουσιαστική σύγκλιση στον προοδευτικό χώρο. Μπορεί ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ο μελλοντικός αρχηγός του υπό ίδρυση κόμματός του να συμπίπτουν στην επίκληση της σταθερότητας, αλλά στην πράξη τους χωρίζει άβυσσος τόσο προγραμματικά όσο και σε ό,τι αφορά τον επικείμενο σκληρό ανταγωνισμό τους για την διεκδίκηση, δημοσκοπικά, της δεύτερης θέσης. Λείπει ο πυρήνας, δηλαδή ένα ενιαίο σχέδιο εξουσίας. Το αποτέλεσμα είναι σύγκλιση όρων χωρίς σύγκλιση στρατηγικής, κάτι που αφήνει ακάλυπτο το βασικό ερώτημα: ποιος και πώς θα κυβερνήσει διαφορετικά.